17. Αδειάζοντας από τις τσέπες σου -μικρές ώρες

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. “Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό”
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
9. Προετοιμασία μίσους
10. Άσπρος φόβος
11. “Όμως στο λέω -αυτή η νύχτα είναι κακιά”
12. Ένα πολυάσχολο κάθαρμα
13. Ένα ζευγάρι μπότες και κάτι μύγες
14. “Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων”
15. Ο εχθρός σου είναι ο καθρέφτης σου
16. Τέσσερα λάθη

Τα τελευταία αυτοκίνητα περνάνε αργά –η μεταλλική πόρτα μένει ανοιχτή όσο χρειάζεται, μετά σέρνεται για να σφραγίσει πίσω της το σπίτι. Τα τελευταία αυτοκίνητα σχηματίζουν μια μικρή νεκρώσιμη πομπή πριν χαθούν βιαστικά στην πρώτη στροφή του δρόμου. Από την ταράτσα της πολυκατοικίας παρακολουθούν αμίλητοι τα αυτοκίνητα που απομακρύνονται –τα τελευταία αυτοκίνητα -αν και έχει μείνει ακόμα ένα τζιπ στο γκαράζ του μεγάλου σπιτιού. Το δικό του τζιπ.
«Αυτοί ήταν όλοι;» ρωτάει η Μαρία.
«Έτσι νομίζω», απαντάει ο Πέτρος.
«Να περιμένουμε λίγο», ψιθυρίζει ο Άρης.
………….

Έχουν ήδη περάσει τρεις μέρες από τότε που πήραν τηλέφωνο τη Μαρία. Κάθονταν όλοι στο σαλόνι του σπιτιού της αμίλητοι, υποτίθεται πως έβλεπαν το «Don’t look now» του Νίκολας Ρεγκ, μεταμεσονύκτια προβολή σε κάποιο κανάλι –αλλά κανένας δεν είχε μυαλό για την ταινία. Ο Άρης κρατούσε στη χούφτα το κινητό του, περιμένοντας την καληνύχτα της Μάχης, ο Πέτρος ξεφλούδιζε, εδώ και ώρα, ένα πορτοκάλι και η Μαρία κοίταζε τον δέκτη με τόση ένταση που έβαζες στοίχημα ότι έβλεπε τις λυχνίες πίσω από την οθόνη. Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνό της –ρίχνοντας το πορτοκάλι από τα χέρια του Πέτρου και αναγκάζοντας τον Ντόναλντ Σάδερλαντ να κοιτάξει ξαφνιασμένος πίσω από τον ώμο του. Στο καντράν της συσκευής δεν εμφανίστηκε κανένας αριθμός.
«Ποιος είναι;» ρώτησε νευρικά τη συσκευή.
«Αυτό δεν έχει σημασία κυρία μου. Είμαι φίλος σας –θα πρέπει να σας αρκεί», απάντησε μια αντρική φωνή με καλυμμένη ξενική προφορά.
«Δεν σας καταλαβαίνω», έκανε νόημα στους υπόλοιπους η Μαρία.
«Μην βιάζεστε. Θα σας πάρω αμέσως στο τηλέφωνο του σπιτιού σας. Βάλτε με παρακαλώ σε ανοιχτή ακρόαση για να ακούνε και οι κύριοι που είναι μαζί σας».
«Τι πράγμα;» απόρησε η Μαρία, κρατώντας το κλειστό κινητό στα χέρια της.
Οι άλλοι δυο την κοίταζαν ξαφνιασμένοι ακόμα, όταν χτύπησε το τηλέφωνο –η Μαρία το σήκωσε και ενεργοποίησε μηχανικά την ανοιχτή ακρόαση.
«Χαίρετε κυρία μου και κύριοι. Όπως βλέπετε, ξέρω που είστε μαζεμένοι. Ξέρω και το γιατί είστε μαζεμένοι. Θα σας παρακαλούσα να με ακούσετε προσεκτικά για λίγο», είπε η φωνή, ανακατεμένη με την αντήχηση της ανοιχτής ακρόασης.
«Ποιος είσαι;» φώναξε ο Άρης.
«Μην χάνουμε χρόνο κύριε … Άρη, σωστά; Είμαι κάποιος που θα βοηθήσει τους σκοπούς σας. Με λίγα λόγια θα σας βοηθήσω να έχετε στη διάθεσή σας τον κύριο Κατσούλα –μόνο του, απροστάτευτο. Πως σας φαίνεται αυτό;»
Σιωπή.
«Ξέρω πως έχετε τη δυνατότητα να παρακολουθείτε το σπίτι του. Γι΄αυτό λοιπόν, σε τρεις μέρες από σήμερα, θα σας παρακαλούσα να είστε όλοι εκεί. Θα δείτε τους μπράβους τους κυρίου Κατσούλα να αποχωρούν. Όλους τους μπράβους. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, θα είναι στο χέρι σας να κάνετε αυτό που πρέπει. Πως σας φαίνεται η ιδέα;»
«Δεν …», πήγε να μιλήσει ο Πέτρος.
«Καταλαβαίνω –δεν με ξέρετε και δεν με εμπιστεύεστε. Γι΄αυτό θα σας πω μερικά πράγματα. Εκπροσωπώ μια … εταιρεία … ανταγωνιστική αυτής που διευθύνει ο κύριος Κατσούλας. Μετά την δική σας εμπλοκή, η εταιρεία του κυρίου Κατσούλα έχασε την δυναμική της στην αγορά. Είμαι κατανοητός; Είμαι και συνεχίζω. Η δική μας εταιρεία έχει την πρόθεση να καλύψει το ελεύθερο πεδίο που πρόκειται να δημιουργηθεί. Αλλά ο κύριος Κατσούλας παραμένει, εν δυνάμει, ανταγωνιστής –καταλάβατε; Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πως έχετε την πρόθεση να επιχειρήσετε την πλήρη … αδρανοποίηση … του συγκεκριμένου ατόμου, πράγμα που μας εξυπηρετεί. Σας προσφέρουμε λοιπόν τη συνεργασία μας –ακυρώνοντας την προστασία του κυρίου Κατσούλα.»
«Για μισό λεπτό, δεν μας τα λες καλά …» πετάχτηκε ο Άρης.
«Μια χαρά τα λέω και το ξέρετε. Σε τρεις μέρες ο κύριος Κατσούλας θα μείνει μόνος. Τότε θα έχετε την ευκαιρία που χρειάζεστε. Αλλιώς …»
Νέα σιωπή πριν συνεχίσει ο άγνωστος.
«Δεν πρόκειται να σας παρουσιαστεί παρόμοια ευκαιρία προσέγγισης του συγκεκριμένου ατόμου. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Υποψιάζεστε ίσως, πως οι δικοί σας άνθρωποι διατρέχουν σοβαρό κίνδυνο –όσο ο κύριος Κατσούλας διαθέτει το συγκεκριμένο …προσωπικό. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως ήδη έχουν δοθεί εντολές με δυσάρεστο, για τους δικούς σας ανθρώπους, περιεχόμενο. Σας προσφέρω τη σωτηρία τους μαζί με την επίτευξη των σκοπών σας. Νομίζω πως είμαι γενναιόδωρος –τι λέτε;»
«Και που ξέρουμε ότι δεν μας δουλεύεις;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Μην είστε αφελής αγαπητέ μου! Ξέρω που είσαστε και ξέρω για το διαμέρισμα που έχετε νοικιάσει απέναντι από το καινούργιο σπίτι του Κατσούλα. Νομίζετε πως θα μου χρειάζονταν περισσότερα για να σας παγιδεύσω; Αλλά, ας μην χρονοτριβούμε. Ακούσατε την προσφορά μου –είναι στο χέρι σας να την εξετάσετε. Ελπίζω να την αποδεχτείτε για δικό σας καλό –και μην ξεχνάτε …σε τρεις μέρες από τώρα!»
Ο Ντόναλντ Σάδερλαντ γύρισε απότομα το κορμί του προς το μισοσκότεινο ιερό του επιβλητικού ναού και διέκρινε φευγαλέα την φρικιαστική φιγούρα του νάνου –η Μαρία πετάχτηκε στο κλικ που διέκοψε την τηλεφωνική συνομιλία.
Κοιτάχτηκαν. Ο Ντόναλντ άρχισε να τρέχει σαν μανιακός.
«Τι ήταν αυτό;» ρώτησε η Μαρία.
«Έχει κάποια βάση. Ο (φτου) έλεγχε ένα κάρο κόσμο, αυτό είναι γνωστό. Κάποιοι άλλοι θέλουν να πάρουν τη θέση του και, εμείς, τους βολεύουμε μια χαρά –προκειμένου να τον ξεφορτωθούν», είπε ο Πέτρος.
«Και πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι;» ξαναρώτησε η Μαρία.
«Δεν μπορούμε», συμπέρανε ο Άρης.
«Ο Κατσούλας θα γίνει επικίνδυνος γι’ αυτούς που θα του φάνε την πελατεία. Σίγουρα ξέρει πράγματα και αν τα βγάλει στη φόρα … Αλλά γιατί δεν τον τρώνε αυτοί; Εμάς τι μας χρειάζονται;» εξακολούθησε το γαϊτανάκι η Μαρία.
«Γιατί κάποιος πρέπει να φορτωθεί την όλη υπόθεση. Ο μαλάκας είναι ακόμα στις ειδήσεις –δεν μπορεί να εξαφανιστεί σαν …», κρατήθηκε να μην το πει, «σαν να μην τρέχει τίποτα. Θα μας βάλουν μπροστά και θα περιμένουν. Το πολύ –πολύ να τον αποτελειώσουν αν δεν τα καταφέρουμε. Πάντως, εμείς θα είμαστε οι υπεύθυνοι», είπε σκεφτικά ο Άρης.
«Θα το κάνουμε;» αναρωτήθηκε φωναχτά ο Πέτρος.
«Τι άλλο μας μένει να κάνουμε;» έκλεισε την κουβέντα η Μαρία. Σημάδεψε τον δέκτη με το τηλεκοντρόλ και μαύρισε την οθόνη –αφήνοντας τον Ντόναλντ Σάδερλαντ να τα βγάλει πέρα μόνος του.
………….

Η νοσοκόμα γεμίζει το κυλιόμενο καροτσάκι με φάρμακα από τα ντουλάπια του ψυγείου. Βαριέται και βιάζεται ταυτόχρονα –γιατί έχει αφήσει μια κουβέντα στη μέση –εξηγούσε στην προϊσταμένη πως έκανε ένα τεστ που είδε στην τηλεόραση και ανακάλυψε ότι ο γιος της είναι χαρισματικό παιδί.
«Άντε στο διάολο βραδιάτικα με τους τρελλάρες», μουρμουρίζει. «Τζάμπα σπαταλάμε τα φάρμακα –βασανιζόμαστε εμείς, τους βασανίζουμε κι αυτούς. Κρίμα κι άδικο, δεν το θέλει ούτε ο Θεός».
Η γιατρός εμφανίζεται απότομα, αποβλακωμένη από τη νύστα.
«Αδελφή, καλά που σας πρόλαβα. Η τρόφιμος του 307 παραμένει σε κατατονία. Να της χορηγήσετε κατασταλτικά σε ενδοφλέβια μορφή. Εντάξει αδελφή;»
Εντάξει. Η νοσοκόμα σέρνει το καροτσάκι στον διάδρομο με σταθερό βήμα, «πάει η τρελή του 307 –λίγα είναι τα ψωμιά της, καλύτερα, να γλιτώσουμε από τις υστερίες της». Σκέφτεται.
………….

Έχει αρχίσει να κάνει ψύχρα στην ταράτσα –ο Πέτρος σκεπάζει τη Μαρία με το μπουφάν του και πηγαίνει πάλι να κολλήσει στα κάγκελα, αμίλητος.
«Δεν ωφελεί να καθόμαστε όλοι εδώ πάνω», λέει ο Άρης. «Να βάλουμε βάρδιες».
«Βλακείες. Τι περιμένουμε δηλαδή; Φύγανε τα αυτοκίνητα –πάμε», ψιθυρίζει η Μαρία.
«Κάτσε λίγο ακόμα. Να σιγουρευτούμε. Έπειτα –είναι και τα σκυλιά…» δείχνει τον κήπο ο Πέτρος. «Κι ο πούστης εκεί μέσα θα έχει σίγουρα όπλο. Εμείς μόνο ένα σουγιά έχουμε –πώς να γίνει;»
Εξακολουθούν να παρατηρούν το φωτισμένο σπίτι, σκεφτικοί. Δεν μπορούν να διακρίνουν την παραμικρή κίνηση αλλά είναι σίγουροι πως ο Κατσούλας βρίσκεται στο σπίτι. Ανήσυχος γιατί έχει απομείνει μόνος –ανύποπτος ότι τον παρακολουθούν.
«Δε με νοιάζει πως θα γίνει. Δεν φτάσαμε μέχρι εδώ για να τον αφήσουμε έτσι απλά. Αποφασίστε και ξεκινάμε», λέει η Μαρία.
Το κινητό του Άρη δονείται με αποτέλεσμα να γλιστρήσει στο χέρι του. Μήνυμα –«αγάπη μου σε σκέφτομαι συνέχεια –θα κοιμηθώ τώρα και ελπίζω να έρθεις στο όνειρό μου». Ο Άρης δακρύζει.
………….

«Αφεντικό πρέπει να μας καταλάβεις. Φοβόμαστε να μπλεχτούμε περισσότερο –μας έχουν στριμώξει ήδη», ο φαλακρός με το σκασμένο πρόσωπο έχει γίνει ένα με το χαλί. Σκύβει το κεφάλι για να αποφύγει το βλέμμα του Κατσούλα –ξύνει τη μύτη του από αμηχανία.
«Τι λες ρε; Τι είπες τώρα; Ποιος σας στρίμωξε;» ο Κατσούλας φωνάζει για να κρύψει τον φόβο του.
«Οι μπάτσοι αφεντικό. Μας είπαν ότι αλλάξανε τα κόζια και μην τολμήσουμε να κουνηθούμε –θα μας γαμήσουν … μας είπαν», απαντάει ο δίμετρος πίσω από τον φαλακρό.
«Τι μου λέτε;»
«Όπως στα λέμε. Και μας παρακολουθούν κιόλας. Βρωμάει η κατάσταση αφεντικό», το σκυμμένο κεφάλι λέει τη μισή αλήθεια. Η άλλη μισή έχει να κάνει με την αλλαγή εργοδότη. Πάνε δυο μέρες που τους πλησίασαν κάποιοι καινούργιοι –μάλλον Ρώσοι. Τους προσέφεραν διπλά λεφτά για να δουλέψουν μαζί τους και τους απείλησαν πως, σε άλλη περίπτωση, θα ξαμολήσουν τα σκυλιά στο κατόπι τους.
«Δεν πάτε πουθενά –ακούτε; Θα κάνετε πρώτα τις δουλειές που συμφωνήσαμε και μετά …»
«Όχι αφεντικό. Δε μας παίρνει, έχουμε τους μπάτσους πίσω μας, δεν καταλαβαίνεις;»
«Σώπα ρε! Τα φράγκα τα πήρατε όμως!»
Ο δίμετρος πίσω από τον φαλακρό βγάζει ένα μάτσο χρήματα, τα σπρώχνει διστακτικά προς τον Κατσούλα. Κι αυτός κερώνει –δεν επιστρέφονται χρήματα από τέτοια άτομα! Εκτός κι αν έχουν αλλάξει αφεντικό –τα χρήματα που έρχονται πίσω είναι προειδοποίηση πιο επικίνδυνη κι από εκρηκτικό μηχανισμό σε κουτί με πάστες!
Ο Κατσούλας τραβάει τα λεφτά κοντά του και κατεβάζει το κεφάλι …
«Να πάτε να γαμηθείτε!»
«Τι είπες αφεντικό;»
«Τίποτα. Φύγετε να τελειώνουμε».
Δεν σηκώνει καν το κεφάλι όταν τους ακούει να μιλάνε με τα παιδιά στην κουζίνα, δεν γυρίζει το βλέμμα προς τη σκάλα, όταν ανεβαίνουν και παίρνουν τα σακ βουαγιάζ τους. Είναι σκυφτός όσο οι κινητήρες των αυτοκινήτων απομακρύνουν τον θόρυβό τους –μόνο τα σκυλιά σκέφτεται. Πως θα βγει έξω τώρα που έφυγαν όλοι;
………….

Η Άλεξ νιώθει μεταλλικές μπίλιες να κυλάνε στη σπονδυλική της στήλη. Πονάει αλλά δεν μπορεί να κινηθεί –είναι και άσκοπο γιατί οι μπίλιες θα κυλήσουν μαζί της. Και θα εξακολουθήσουν να την πιέζουν. Πονάει, αλλά είναι κάπου βαθειά πίσω θαμμένος ο πόνος, σε άλλη ανήκει όχι σ΄αυτήν. Προσπάθησε ν΄ανοίξει τα μάτια της πριν κάποιους αιώνες –αδύνατο. Προσπάθησε να μετακινήσει το δεξί της χέρι λίγο αργότερα, ίσως και πολύ νωρίτερα. Αλλά το χέρι της είναι κάπου εκεί έξω, εκεί πέρα, εκεί μακριά –ακίνητο. Δεν ξέρει αν έχει ακόμα τη δυνατότητα να κινείται. Μόνο ότι πονάει –όχι αυτή, κάποια άλλη, κι ένα βουητό –μάλλον η άλλη κλαίει. Κάποια μεταλλική μπίλια κυλάει μέχρι τον αυχένα στέλνοντας ένα κυματιστό μούδιασμα στο κεφάλι της άλλης. Ποια είναι η άλλη και που είναι αυτή;
………….

«Ξύλιασα».
«Κάνει ψοφόκρυο γι΄αυτό».
«Ε μα τι περίμενες νυχτιάτικα;»
«Πότε θα σβήσει τα φώτα;»
«Ποτέ. Μένει όλη τη νύχτα με φώτα ανοιχτά. Μάλλον φοβάται το σκοτάδι»
«Υπάρχουν χειρότερα πράγματα που θα έπρεπε να φοβάται».
«Όπως;»
«Οι ντολμάδες αυγολέμονο για παράδειγμα».
«Έτσι σκοπεύεις να τον καθαρίσεις;»
«Θα προτιμούσα να ρωτούσες αν σκοπεύω όντως να τον καθαρίσω».
«Να είσαι σίγουρος πως θα ρωτούσα, αν υπήρχε δυνατότητα επιλογής»
«Δεν υπάρχει;»
«Υπάρχει;»
«Ας το κάνουμε τότε να ξεμπερδεύουμε»
«Θα σαχλαμαρίζετε για πολύ ώρα ακόμα εκεί έξω; Άντε ελάτε να κατέβουμε», τους φωνάζει η Μαρία από την μισάνοιχτη πόρτα του κλιμακοστασίου.
………….

Κοιτάζει το σφραγισμένο μπουκάλι καθώς τεντώνει τα πόδια του έξω από τον καναπέ. Δεν πρέπει να πιεί σήμερα, ούτε και τις επόμενες μέρες. Μέχρι να την κοπανήσει από αυτή την ποντικότρυπα που τον έκλεισαν. Ποιος καριόλης αγόρασε τους ανθρώπους του; Πως τόλμησαν να τον παρακάμψουν έτσι στεγνά; «Δεν τελειώσαμε ακόμα μαλάκες. Θα φτύσετε αίμα –μπορεί να γυρίζετε εσείς, τώρα, τον τροχό, αλλά εγώ θα τον σπάσω –χίλια κομμάτια. Δεν ξεμπερδεύετε εύκολα μαζί μου».
Πετάγεται απότομα και τρέχει προς την κουζίνα. Ανακατεύει τα ντουλάπια, ρίχνει στο πάτωμα μαχαιροπήρουνα μέχρι να βρει το βαρύ περίστροφο. Βγάζει το γεμιστήρα και χαμογελάει μετρώντας σφαίρες. Νιώθει σιγουριά καθώς το ζυγίζει στη χούφτα του, τραβάει την ασφάλεια –δοκιμάζει. Επιστρέφει στον καναπέ χαμογελαστός και ακουμπάει το όπλο δίπλα στο κλειστό μπουκάλι. «Τώρα θα σας δείξω εγώ παλιόσκυλα» κι αυτά ουρλιάζουν έξω από το παράθυρό του. Αποφασίζει να κλείσει για λίγο τα μάτια του –ακουμπώντας στο μπράτσο του καναπέ.
………….

Μέσα στο δωμάτιο κάνει κρύο και μέσα στο κρύο υπάρχει ένας άντρας. Μπορεί και δύο γιατί είναι σκοτεινά και η Άλεξ δεν ξεχωρίζει καλά τις φιγούρες. Ο άνθρωπος παίζει νευρικά με την άκρη της κουρτίνας όταν η Άλεξ σιγουρεύεται πως είναι άντρας. Μετά νιώθει το γέλιο του –δεν τον ακούει γιατί το δωμάτιο βουίζει ακόμα, από το κλάμα της άλλης –νιώθει το γέλιο του και είναι ο Απροσάρμοστος, στα σίγουρα. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα αστείο –μόνο αυτός γελάει με πράγματα που δεν βλέπουν οι υπόλοιποι άνθρωποι.
Η φιγούρα σηκώνει αδιάφορα τους ώμους, αφήνοντας την κουρτίνα και πλησιάζει το κρεβάτι. Θα ήθελε πολύ να τον δει η Άλεξ, με τα μάτια της δηλαδή –αλλά δεν γίνεται να σηκώσει τα βλέφαρα –κάποιος μοιάζει να τα κρατάει κλεισμένα με τσιρότο. Αλλά τον νιώθει να πλησιάζει, γιατί το κορμί της έχει γίνει άμμος και τα βήματά του στην ξεφτισμένη μοκέτα του δωματίου είναι βήματα πάνω της. Τότε καταλαβαίνει ότι αυτή είναι το δωμάτιο και ο άντρας δεν είναι ο Απροσάρμοστος. Γελάει και τα παραθυρόφυλλα χτυπάνε στον τοίχο της. Ο Απροσάρμοστος δεν έγινε ποτέ άντρας –γιατί αυτός πέθανε όταν ήταν ακόμα παιδί. Το κλάμα της άλλης διακόπτεται –πότε πέθανε ο Απροσάρμοστος; Αφού …
Ο άντρας έχει ήδη διασχίσει τη μοκέτα και ακουμπάει κουρασμένα, πίσω από το μέτωπό της. «Όλοι πεθαίνουμε κάποια μέρα Άλεξ», ψιθυρίζει μέσα στον λαιμό της. Τον αναγνωρίζει –η πόρτα του δωματίου ανοιγοκλείνει από το γέλιο της –πως δεν τον κατάλαβε νωρίτερα; «Στο είχα υποσχεθεί ότι θα σε έπαιρνα από εδώ μέσα Άλεξ. Δεν ήθελα να αργήσω τόσο -αλλά αναγκάστηκα. Είσαι έτοιμη;»
………….

Στο νοικιασμένο διαμέρισμα ετοιμάζονται. Αδειάζουν τα πορτοφόλια τους από ταυτότητες, πιστωτικές κάρτες και κάθε χαρτί που αναφέρει τα στοιχεία τους. Αδειάζουν τις τσέπες τους από εισιτήρια και σημειώματα. Η Μαρία βγάζει τα λίγα κοσμήματα που φοράει και κοιτάζεται με τον Άρη. Είναι η ώρα να αποχωριστούν τις βέρες τους. Πηγαίνουν σε αντίθετες πλευρές του δωματίου και το κάνουν με γυρισμένες πλάτες. Ο Πέτρος κοιτάζει την πλαστική σακούλα που γεμίζει με προσωπικά αντικείμενα –όσο οι δυο τους μιλάνε με τις ζωές τους. Ο Άρης τελειώνει πρώτος –ρίχνει τη βέρα στη σακούλα κοιτάζοντας αλλού.
«Αργείς Μαρία;»
«Δεν βγαίνει εύκολα ρε παιδιά. Τόσα χρόνια είναι αυτά …»
«Αυτό είναι μόνο;»
«Σκάσε!»
Η Μαρία ακουμπάει προσεκτικά τη βέρα της στον πάτο της σακούλας και κάνει δυο βήματα πίσω –κοιτάζοντάς την. Η σακούλα θα κρυφτεί στο μίνι του Πέτρου –μέχρι να ξαναπάρουν, όλοι, τα πράγματα τους πίσω. Έτσι ελπίζουν.
«Τι έχουμε από εξοπλισμό;» αναρωτιέται ο Άρης.
Ένας σουγιάς πέφτει στο πάτωμα –ο Πέτρος κάνει νόημα πως μόνο αυτό του βρίσκεται. Η Μαρία πετάει ένα διπλωμένο σκοινί απλώματος ρούχων …
«Πόσο είναι;»
«Δυο μέτρα –πλαστικό».
Μετά βγάζει από το παλτό της ένα σπρέι σε μικρό μέγεθος…
«Προκαλεί παροδική τύφλωση αν σε πετύχει στα μάτια».
«Αλλιώς;»
«Αλλιώς μυρίζεις χαλασμένο αυγό για την υπόλοιπη μέρα».
«Προτιμώ την τύφλωση».
Ο Άρης βγάζει από την τσέπη του ένα ζευγάρι κομμένα γάντια με καρφιά στην εξωτερική πλευρά …
«Αυτά από πότε τα έχεις; Από την εποχή που έπαιζες κομπάρσος στα ‘Τσακάλια’;» γελάει ο Πέτρος.
«Τη δουλειά τους την κάνουν», λέει σκεφτικός ο Άρης γιατί βλέπει πως πηγαίνουν σαν πιτσιρικάδες σε πετροπόλεμο με την απέναντι γειτονιά.
«Μην καθυστερούμε. Σε δυο ώρες ξημερώνει. Πηγαίνετε να κρύψετε το αυτοκίνητο και τη μηχανή», δυσανασχετεί η Μαρία.
………….

Το μπουκάλι τον κοιτάζει μισοάδειο –δεν άντεξε. Δεν είχε εύκολο τον ύπνο, ήπιε από το στόμιο, χωρίς ποτήρι –ο καλύτερος τρόπος για να χάσεις κάθε αίσθηση του μέτρου. Νιώθει καλύτερα αν και το στομάχι του πονάει. Θέλει να δοκιμάσει τον βηματισμό του -βηματίζει μέχρι την εξώπορτα. Πριν την ανοίξει, θυμάται τα σκυλιά –γι’ αυτό τώρα στέκεται, με το όπλο στο χέρι, κοιτάζοντας τη νύχτα. Ακούει τα πόδια τους να ξύνουν το χορτάρι και βγάζει την ασφάλεια. Πυροβολεί αμέσως όταν διακρίνει ένα ζευγάρι κίτρινα μάτια και φυσικά αστοχεί.
«Ελάτε! Ελάτε μούλικα!» Τινάζεται όταν καταλαβαίνει πως κάτι αλυχτάει κοντά του, γυρίζει και πυροβολεί χωρίς ισορροπία. Κατά τύχη πετυχαίνει το ζώο –μια κλωτσιά ωστικού κύματος το τινάζει στον αέρα πριν το προσγειώσει στην κοντινότερη πρασιά. Γελάει –«πάρτε τ’ αρχίδια μου!» και μπαίνει στο σπίτι κλείνοντας την πόρτα. Μετά σωριάζεται δίπλα της.
………….

«Τι ήταν αυτό;»
«Πυροβολισμός!»
«Μείνετε ακίνητοι!»
Τα σκυλιά κλαίνε ανατριχιαστικά καθώς οι τρεις τους πλησιάζουν την τσιμεντένια μάντρα. Ο Άρης βοηθάει τον Πέτρο να πατήσει στις παλάμες του για να σκαρφαλώσει …
«Τόσο κωλόγερος κατάντησα που χρειάζομαι ‘σκαμνάκι’;» χαμογελάει αυτός.
«Τόσο κι άλλο τόσο», απαντάει ο άλλος, «άσε που έχεις πάρει κιλά».
«Αει γαμήσου ρε», ψιθυρίζει ο Πέτρος σκαρφαλώνοντας.
Μετά καβαλάει τη μάντρα και κοιτάζει προς τον κήπο.
«Τα σκυλιά είναι όλα μαζεμένα έξω από την πόρτα του», μουρμουρίζει.
«Παράθυρα;» ρωτάει ο Άρης.
«Ένα στα δεξιά».
«Μπαίνουμε από εκεί;»
«Άνετα».
«Ανεβαίνω τότε».
«Ανεβαίνουμε», τον διορθώνει η Μαρία.
«Δεν υπάρχει λόγος», της λέει σιγά.
«Ανεβαίνουμε», επιμένει αυτή.
«Ανεβαίνουμε».
Ο Άρης βοηθάει τη Μαρία να σκαρφαλώσει και μετά αρπάζεται από τα χέρια τους. Σε λίγο είναι και οι τρεις τους μέσα –εκατό μέτρα απόσταση από την πλαϊνή πλευρά του σπιτιού. Αρχίζουν να τρέχουν σαν παλαβοί, αμέσως μόλις ακουμπάνε τα παπούτσια τους στο χορτάρι και αλληθωρίζουν προς την εξώπορτα με τα σκυλιά.
«Μας είδαν!» φωνάζει ο Πέτρος.
«Τρέξτε!», σπρώχνει τη Μαρία ο Άρης.
Και τρέχουν. Είκοσι μέτρα πριν φτάσουν στο παράθυρο, τους κόβει το δρόμο ένα απελπισμένο σκυλί. Φρενάρουν απότομα –η Μαρία γονατίζει βγάζοντας το σπρέι, αλλά ο Άρης την εμποδίζει.
«Άστο», γονατίζει κι αυτός μπροστά στο σκυλί. Κοιτάζονται στα μάτια και φοβούνται –δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιος περισσότερο. Το σκυλί κάνει δυο βήματα πίσω …
«Έχει ένα πεθαμένο σκυλί στην εξώπορτα!», φωνάζει ο Πέτρος –σηκώνονται αδιαφορώντας πλέον για το φοβισμένο σκυλί και συνεχίζουν τον δρόμο τους. Περπατώντας.
Όταν φτάνουν στο παράθυρο ανακαλύπτουν πως είναι περιφραγμένο.
«Γαμώτο!» χτυπάει τη γροθιά του στον τοίχο ο Άρης.
«Σιγά! Το σπρέι Μαρία -εσύ σπάσε το τζάμι», λέει ο Πέτρος.
Η Μαρία δίνει το σπρέι κι αυτός ανοίγει μια μικρή τρύπα με τον σουγιά, όσο ο Άρης στριφογυρίζει το γάντι του ανάμεσα στα διαλυμένα τζάμια.
«Αναπτήρα και όλοι κάτω!» φωνάζει ο Πέτρος.
Ακούνε ακόμα το αέριο που βγαίνει σφυρίζοντας από το μπουκάλι, μυρίζουν τη φωτιά, όσο αυτό βρίσκεται στον αέρα με κατεύθυνση τις κουρτίνες του σπιτιού. Η έκρηξη δεν είναι εντυπωσιακή, αλλά, όταν σηκώνουν τα κεφάλια τους, βλέπουν πως η φωτιά έχει φτάσει μέχρι τα κουρτινόξυλα.
«Αθόρυβοι σα γάτες είμαστε οι πούστηδες!» γελάει ο Άρης.
Τα σκυλιά πίσω τους τρέχουν προς τη μάντρα και πηδάνε άσκοπα –τρομοκρατημένα, να ξεφύγουν. Κι από το εσωτερικό του σπιτιού ακούγεται ένα ουρλιαχτό.
«Έρχεται» ψιθυρίζει ο Άρης, «πηγαίνετε από την άλλη πλευρά, εγώ θα μπω από την πόρτα».
Η Μαρία με τον Πέτρο έχουν διαφωνίες –αλλά δεν υπάρχει χρόνος να το συζητήσουν. Γι’ αυτό τρέχουν, ψάχνοντας τρόπο να μπουν στο σπίτι. Ο Άρης σηκώνεται αργά. «Τώρα την πουτσίσαμε», σκέφτεται καθώς χτυπάει το κουδούνι της εξώπορτας.
Τίποτα δεν γίνεται –γι΄αυτό κολλάει το δάχτυλό του στο κουμπί και περιμένει, ακούγοντας τις καμπάνες να χτυπάνε στο εσωτερικό του σπιτιού. Δεν έχουν περάσει ούτε δυο λεπτά όταν βλέπει το κεντρικό κομμάτι της πόρτας να τινάζεται προς τα έξω, αφήνοντας κομμάτια ξύλου στον αέρα. Χαμογελάει συνειδητοποιώντας πως ο Κατσούλας έχει χάσει εντελώς την ψυχραιμία του –ακόμα κι ένα παιδάκι ξέρει πως δεν κάθεσαι πίσω από πόρτες όταν ο άλλος είναι στην άλλη πλευρά με όπλο. Έτσι μας έχει διδάξει ο Μπρους Γουίλις!
Αλλά ο Άρης κλωτσάει την πόρτα και τραβάει μια ξεγυρισμένη απομίμηση βήχα, όσο περιμένει στο πλάι της. Από τη δεύτερη έκρηξη που ακολουθεί –καταστρέφοντας τη μισή πόρτα –καταλαβαίνει πως ο Κατσούλας έχει χάσει κάθε επαφή. Σκέφτεται κιόλας μήπως θα έπρεπε να του ρίξει τίποτα πέτρες –όπως έκαναν στα παλιά γουέστερν –«μη γίνεσαι γελοίος, δεν πρόκειται να ξαναφάει το ίδιο κόλπο». Θα πρέπει λοιπόν να τον αντιμετωπίσει με το όπλο μισογεμάτο κι αυτό ετοιμάζεται να κάνει, καθώς σέρνεται προς το άνοιγμα της πόρτας –όμως ακούγονται πυροβολισμοί στο εσωτερικό του σπιτιού. Χώνεται μέσα χωρίς προφυλάξεις, βλαστημώντας τους μαλάκες που βιάστηκαν!
Βλέπει τον Κατσούλα να σημαδεύει την κορυφή της εσωτερικής σκάλας, είναι σίγουρος πως αν κοιτάξει καλύτερα θα διακρίνει κάπου τα κεφάλια τους –αλλά δεν έχει χρόνο. Ορμάει με το κεφάλι ανάμεσα στους ώμους, την ώρα ακριβώς που εκείνος έχει στραφεί προς το μέρος του. Το όπλο του Κατσούλα εκπυρσοκροτεί δυο δευτερόλεπτα αργότερα από ότι θα ήθελε –γιατί ήδη ο Άρης τον έχει χτυπήσει στο πρόσωπο. Το όπλο εκπυρσοκροτεί για τελευταία φορά –πέφτοντας στο πάτωμα, ενώ ο Πέτρος πηδάει από τη μέση της σκάλας για να προσγειωθεί πάνω στους πεσμένους άντρες.
Αν εξαιρέσεις κάποιο μικρό μπέρδεμα που δίνει τη δυνατότητα στον Κατσούλα να συρθεί στο πλάι –η υπόθεση έχει ήδη κλείσει. Δεν τους παίρνει πάνω από τρία λεπτά να τον δέσουν χειροπόδαρα με το πλαστικό σχοινί. Σηκώνονται τινάζοντας τα ρούχα τους καθώς η Μαρία κατεβαίνει τη σκάλα με ήρεμο βήμα.
«Βρε το Σπύρο! Χρόνια και ζαμάνια!» λέει ο Πέτρος.
«Μην κάνετε μαλακίες!» τσιρίζει αυτός, γεμίζοντας σάλια τον αέρα.
«Δεν είναι τρόπος αυτός για να μας υποδεχτείς!» κοροϊδεύει ο Άρης.
Τραβάνε καρέκλες και κάθονται απέναντι του, αμίλητοι. Μόνο η Μαρία καθυστερεί λίγο, για να μαζέψει το πεσμένο όπλο. Κοιτάζονται –αλλά μόνο ο οίκτος έχει μείνει για τον δεμένο άντρα, η εκδίκηση ξεθυμαίνει πάντα –όταν είσαι συνηθισμένος άνθρωπος και βρίσκεσαι ένα βήμα πριν το τέλος. Και τώρα;
«Τι θέλετε από μένα;» κλαψουρίζει ο Κατσούλας.
«Εμείς τίποτα. Εσύ μας έψαχνες τόσα χρόνια Σπύρο», λέει ο Πέτρος.
«Κάνετε λάθος!» στριφογυρίζει, σφίγγοντας τα σκοινιά που τον δένουν.
«Ναι ε; Τότε θα πεθάνεις από λάθος Κατσούλα», λέει η Μαρία σηκώνοντας το όπλο.
Ο πεσμένος άντρας κρύβει το κεφάλι στο πάτωμα τσιρίζοντας και μόνο η βαριά του ανάσα ακούγεται για τα επόμενα λεπτά.
«Πριν πεθάνεις όμως, θέλω να μου πεις τι έγινε με τον Κώστα», λέει η Μαρία εξακολουθώντας να τον σημαδεύει.
Ο Κατσούλας σηκώνει τα μάτια του επιφυλακτικά.
«Τι έγινε; Τι φταίω εγώ; Εκεί που έμπαινα σπίτι μου –πετάχτηκε με ένα πιστόλι στο χέρι. Με πυροβόλησε αλλά … δεν ξέρω τι συνέβη, το πιστόλι έσκασε στα μούτρα του … στο πρόσωπό του. Μετά με έπιασε από το λαιμό … να με πνίξει …ήρθε η αστυνομία. Τους άρπαξε ένα περίστροφο και …»
Το όπλο τρέμει, γέρνοντας στα χέρια της Μαρίας. Οι υπόλοιποι δύο, κοιτάζουν τα παπούτσια τους. Δεν έχουν τον δικό της τσαμπουκά γι΄αυτό δακρύζουν σκυφτοί –αφήνοντάς την να κλαίει βουβά, χωρίς να χάνει από τα μάτια της τον Κατσούλα. Η σκανδάλη τραβιέται πίσω και η σφαίρα φεύγει από την κάνη –καίγοντας τον αέρα. Ο Κατσούλας ουρλιάζει με διαλυμένο τον δεξί του ώμο ενώ το όπλο γλιστράει από τα χέρια της Μαρίας.
………….

Η Άλεξ μπορεί επιτέλους να σηκωθεί! Είναι μέρες, αιώνες που τα κόκαλά της τρύπαγαν το δέρμα σε ένα δωμάτιο ζωντανό -μια γυναίκα έξω από αυτήν. Αλλά τώρα μπορεί να σηκωθεί –δεν έχει σημασία που το δωμάτιο αναπνέει σε λήθαργο και παγώνει το δέρμα. Η Άλεξ βλέπει όσα δεν χρειάζονται μάτια για να δεις και περπατάει χωρίς πόνους στα γόνατά της. Δοκιμάζει να κάνει μια πιρουέτα –είναι τόσο αξιοζήλευτη η κίνησή της που μετανιώνει γιατί παράτησε τα μαθήματα μπαλέτου. Μετά γελάει γιατί σκέφτεται πως οι πιρουέτες γίνονται όλο και πιο εύκολες όσο απομακρύνεσαι από τα πόδια σου. Σταματάει να γελάει –αυτή γελάει και ανακαλύπτει πως δεν ακούει πια το κλάμα της άλλης γυναίκας. Γιατί να κλαις; Και γιατί δεν γελάς; Σαν εμένα –να δες!
«Έλα Άλεξ, μην καθυστερούμε άλλο –δε βαρέθηκες να κάνεις σαχλαμάρες;» της λέει ο Κώστας, σκαρφαλωμένος ήδη στο παράθυρο του δωματίου.
………….

«Θα τον σκοτώσεις;»
«Θα του άξιζε»
«Ναι –αλλά θα το κάνεις;»
Το όπλο χαμηλώνει στα χέρια της Μαρίας. Μετά διαγράφει ημικύκλιο, σαν προέκταση του καρπού της και ακουμπάει στην παλάμη του Άρη.
«Εσύ πρέπει. Εσύ τα ξεκίνησες όλα –πάντα για αρχηγό τους σε είχαν οι υπόλοιποι. Εσύ το ξεκίνησες, εσύ να το τελειώσεις».
Ο Άρης σηκώνεται κουβαλώντας αφηρημένα το όπλο.
«Αρχηγός; Πότε; Εγώ δεν μπορούσα να κουμαντάρω την πάρτη μου ρε Μαρία –μη μου φορτώνεις …», κοιτάζει τον Κατσούλα που έχει καταντήσει άμορφη μάζα, μέσα σε σάλια, αίμα και ιδρώτα.
«Εγώ τον σκότωσα μια φορά στην Πάντειο και κατάστρεψα τις ζωές των άλλων δύο. Εγώ ξυνόμουν όσο ο Κώστας κυνήγαγε το κτήνος κι έπινα καφέ όταν εκείνος έπινε από την κάνη. Εγώ έριξα τη βενζίνη που σκότωσε τη μάνα του. Μου φτάνει τόσο –δε χρειάζεται να φέρω άλλες συφορές».
«Μη με σκοτώσετε! Έχω κάνει λάθη, αλλά δε φταίω μόνο εγώ. Μια ζωή στην κοροϊδία κι όταν πήγαινα να μοιάσω στους άλλους έτρωγα ξύλο. Δεν φταίω μόνο εγώ, φταίνε οι μπάτσοι και οι κομματικοί που με πρεσάρανε από όλες τις πάντες, φταίνε οι γκόμενες που καυλώνουν μόνο άμα είσαι δυνατός, φταίτε εσείς… Ήρθα γιατί έψαχνα φίλους και με κοιτάγατε σα λεπρό –μιλούσα και γυρίζατε αλλού το κεφάλι με σιχασιά! Δε φταίω μόνο εγώ, φταίμε όλοι μας!» ο Κατσούλας κλαίει και τινάζεται κάθε φορά που τραβιέται ο ώμος του.
Και οι υπόλοιποι αποφεύγουν να τον κοιτάξουν για μια ακόμα φορά –όπως παλιά. Γι΄αυτό δεν βλέπουν το κεφάλι του να σκάει σαν πρωτοχρονιάτικο ρόδι, μόνο την έκρηξη ακούνε και γυρίζουν απότομα. Η λεπτή γυναίκα τους χαμογελάει από τη διαλυμένη πόρτα, βάζοντας το όπλο μέσα στη φαρδιά της τσάντα.
«Βλέπω οτι τελικά δεν είχατε τ’ αρχίδια να το κάνετε», διαπιστώνει με χαμόγελο.
«Ποια είσαι πάλι εσύ;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Κάποια που σας έβγαλε από τον κόπο».
«Και γιατί παρακαλώ;» απαιτεί να μάθει η Μαρία.
«Σου αρκεί οτι ο μακαρίτης μου είχε κάνει μεγάλες ζημιές και οτι το χρώσταγα σε κάποιους φίλους;»
«Ποιοι είναι αυτοί οι φίλοι –μπορούμε να μάθουμε κι εμείς;» ο Άρης αποφεύγει να κοιτάξει πίσω του –πάει στοίχημα πως ο τόπος θα είναι γεμάτος μυαλά. Και δεν έχει άδικο.
«Μην το ψάχνεις κύριος», του χαμογελάει η γυναίκα. «Ας πούμε πως υπήρχε κάποτε ένα κορίτσι που ερωτεύτηκε ένα αγόρι σε λάθος στιγμή. Και ξαναβρέθηκαν μετά από χρόνια, πάλι σε λάθος στιγμή και μετά, το αγόρι πέθανε και πριν, το κορίτσι είχε πεθάνει . Έτσι έχει η ιστορία».
«Κι αυτός είναι ο λόγος που σκότωσες τον Κατσούλα;» επιμένει ο Πέτρος.
«Όχι γυαλάκια. Αυτός είναι ο λόγος που δεν σκοτώνω εσάς», η γυναίκα κάνει ένα βήμα πίσω για να βρεθεί έξω από την πόρτα. «Άντε τώρα –εξαφανιστείτε χωρίς φασαρία και χαρήκαμε απαξάπαντες».
Μετά, χάνεται, αθόρυβα, μέσα στη νύχτα.
………….

«Πάω να φέρω ποτά, θέλει κανένας;» φωνάζει ο Κώστας για να σκεπάσει τη δυνατή μουσική.
«Έρχομαι μαζί σου», λέει ο Άρης, αφού παίρνει το άδειο ποτήρι της Μάχης.
«Περιμένετε και μένα ρε μαλάκες!» φώναζει ο Πέτρος, αφήνοντας τη θέση του δίπλα στην dj.
Το μπαρ έχει αδειάσει από ώρα, αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να φύγουν. Ο Πέτρος έχει διπλαρώσει τη dj –μια ασχημούλα πιτσιρίκα που ενθουσιάστηκε όταν έμαθε πως είχε δει τους Joy Division ζωντανά στο Λονδίνο –πριν από μια εικοσαετία. Δεν έπαιζε τίποτα το πονηρό, απλά η παρέα είχε βρει πρόθυμο πλατώ για να ακούσει τη μουσική της. Και η κοπελίτσα ενθουσιαζόταν γιατί είχε επιτέλους την ευκαιρία να παίξει στο μαγαζί, αυτά τα παλαιολιθικά κομμάτια που γούσταρε ν΄ακούει σπίτι της. Ευτυχισμένοι σαραντάρηδες χορεύουν μόνοι τους δίπλα στη μπάρα –μόνο η Μαρία έχει στραβώσει, ως συνήθως, και περιμένει ανυπόμονα να τελειώσει το πανηγύρι. Εκείνη τη στιγμή πετάγεται το “Face to face” από τα ηχεία, με αποτέλεσμα να παρατήσει ο Άρης τους υπόλοιπους με τα ποτά για να ρίξει ένα κανιβαλισμένο τανγκό –με παρτενέρ τη Μάχη.
«Τι μαλάκας είναι αυτός ο τύπος!» θαύμασε ο Πέτρος.
«Ο έρωτας τυφλώνει τον άνθρωπο», αποφάνθηκε ο Κώστας.
«Εγώ ήξερα πως η μαλακία τυφλώνει», είπε ο Πέτρος.
«Το ίδιο λέμε», του απαντάει ο άλλος, δίνοντας ένα ποτήρι βότκα στη Μαρία. Η οποία αρνείται νευριασμένα.
Ο Πέτρος διακρίνει το πρόβλημα και σπεύδει να δώσει λύση, πιάνοντας την κουβέντα στη Μαρία. Όσο να πεις, λογικό ήταν η γυναίκα να βαριέται –ο Κώστας με τον Άρη έχουν πάθει κρίση μαλακίας. Ορίστε, ουρλιάζουν ήδη στη dj –«κοπέλα μου λυπήσου μας γέρους ανθρώπους! Cramps παίζεις τέτοια ώρα; θες να μας ξεκάνεις;»
Η Μάχη τους πλησιάζει χαμογελαστή …
«Σαν παιδάκια κάνουν ώρες-ώρες!»
«Ναι, δεν είναι γελοίο;» ρώτησε η Μαρία.
«Όχι. Μια χαρά μου φαίνεται».
«Καλά –παντρέψου τον να τα τρως στη μάπα επί μονίμου βάσεως και μετά μου λες!» αγριοκοιτάζει η Μαρία.
«Αυτό θα κάνω. Θα τον παντρευτώ σε δυο μήνες από τώρα», λέει η Μάχη και ξεκαρδίζεται στα γέλια.
«Μπράβο ρε! Συγχαρητήρια!» βρήκε ευκαιρία να χωθεί στην κουβέντα ο Πέτρος.
Λίγο πιο πέρα ξαποσταίνει ο Άρης, αγκαλιά με τον Κώστα. Ιδρωμένα μέτωπα σε κατάσταση νιρβάνας.
«Δεν είμαστε πια για τόσο χορό. Εγώ λαχάνιασα», ψιθυρίζει ο Κώστας.
«Γιατί είσαι κωλόγερος, γι΄αυτό», λέει ο Άρης.
«Να σου υπενθυμίσω πως είμαι έξη μήνες μικρότερός σου», σοβαρεύει ψεύτικα ο Κώστας.
«Ναι αλλά εγώ παντρεύομαι σε δυο μήνες κι εσύ έχεις παιδί της παντρειάς», ανακεφαλαιώνει ο Άρης.
«Παντρεύεσαι;»
«Ναι».
Ο Κώστας τον κοιτάζει σοβαρά.
«Με την …»
«Όχι, με τον Πέτρο -είπαμε να επισημοποιήσουμε τη σχέση μας. Με τη Μάχη ρε μαλάκα –με ποια άλλη;»
«Και ποιος θα σας παντρέψει;»
«Εσύ κι ο Πέτρος»
«Μας ρώτησες;»
«Σας ρωτάω τώρα».
«Δεν θέλουμε»
«Στ΄αρχίδια μου».
«Εντάξει. Σε δυο μήνες είπαμε;»
«Ναι».
Οι γυναίκες γελάνε με κάτι που τους λέει ο Πέτρος και αδιαφορούν πλήρως για την πληροφορία του Κώστα περί γάμων και κουμπάρων. Η dj ενδιαφέρεται να μάθει αν ο Άρης είχε πάει στη συναυλία των Bauhaus (που παίζουν εκείνη τη στιγμή στα πλατώ) κι εκείνος, αφού τη διαβεβαιώνει πως ήταν εκεί –προβληματίζεται για το πότε.
«Ρε Κώστα, πότε ήρθαν οι Bauhaus στην Ελλάδα;»
«Πριν δυο αιώνες αγόρι μου. Μπορεί και περισσότερο».
Ο Πέτρος βρίσκει ευκαιρία να ξεκολλήσει από τις γυναίκες και δίνει την ακριβή χρονολογία μαζί με πικάντικα παραλειπόμενα –όπως το «σκάστε μαλάκες», σε άπταιστα ελληνικά, του Πήτερ Μέρφυ.
«Την κοπανάμε από λίγο-λίγο;» ρωτάει ο Κώστας φορώντας ήδη το παλτό του.
«Εντάξει, αλλά μην καρφωθούμε ότι φεύγουμε», λέει ο Άρης ανοίγοντας την πόρτα.
«Περιμένετε να πληρώσω ρε μαλάκες!» τρέχει να τους προλάβει ο Πέτρος.
Έξω από το μπαρ οι γυναίκες αγκαλιάζονται, όσο ο Κώστας γκρινιάζει …
«Δεν ξαναβγαίνω μαζί σας ρε –έχουμε και δουλειές αύριο!»
«Γιατί εγώ ξαναβγαίνω;» υπερθεματίζει ο Πέτρος.
«Άντε μωρέ μαλάκες! Κι εγώ σας βαρέθηκα, σιγά μην ξαναχάσω τον χρόνο μου μαζί σας!» δηλώνει σοβαρά ο Άρης.
«Πάμε αύριο σινεμά;» ρωτάει ο Πέτρος.
«Παίζει τίποτα καλό;» ενδιαφέρεται ο Κώστας.
«Όλο και κάτι θα έχει», λέει ο Άρης.
«Και μετά για καμιά μπύρα –έτσι;» κλείνει το πρόγραμμα ο Πέτρος.
«Έγινε. Τα λέμε αύριο», λέει ο Κώστας.
«Αύριο», συμφωνεί ο Άρης κουμπώνοντας το μπουφάν του.

………….

Απομακρύνονται βιαστικά από το σπίτι, πηγαίνοντας προς το μίνι του Πέτρου. Απομακρύνονται βιαστικά από το παρελθόν τους –τρεις άνθρωποι γερασμένοι.
«Θα σε πάω μέχρι το σπίτι σου Μαρία», λέει ο Πέτρος.
Εκείνη δε λέει τίποτα.
Μοιράζονται τα πράγματά τους από τη σακούλα και νιώθουν μια κούραση να παραμονεύει κάθε τους κίνηση. Αποφεύγουν να κοιτάξουν πίσω.
«Σε πόση ώρα λες να πλακώσουν οι μπάτσοι;» σκέφτεται ο Πέτρος.
«Δεν θ΄αργήσουν πολύ», απαντάει ο Άρης.
«Πόσο θα τους πάρει να το συνδέσουν με μας;» αναρωτιέται η Μαρία.
«Μάλλον θα αργήσουν. Μην ξεχνάς πως έχουμε δει εκείνη τη γυναίκα. Κανέναν δε συμφέρει να σκαλίζει τέτοιες ιστορίες», λέει ο Άρης. Μακάρι να το πίστευε κιόλας.
«Ποια ήταν αυτή η γυναίκα;» θέλει να μάθει η Μαρία.
«Δεν έχω ιδέα», λέει ο Πέτρος. Λέει ψέματα.
Μπαίνει στο μίνι δίπλα στη Μαρία και ετοιμάζεται να ξεκινήσει. Ο Άρης ακουμπάει στο παράθυρό του …
«Να μη χαθούμε», λέει.
«Σίγουρα», συμφωνεί ο άλλος.
Ξέρουν καλά πως δεν πρόκειται να συναντηθούν –ποτέ ξανά. Το μίνι φεύγει σπινιάροντας. Μένει ο Άρης να το παρακολουθεί καθώς χάνεται στον αυτοκινητόδρομο, μαζί με τα τελευταία είκοσι χρόνια της ζωής του.
Μετά πηγαίνει προς τη Ντεσπεράντο, σέρνοντας τις μπότες του. Δεν θα γυρίσει στη Μάχη σήμερα, δεν είναι εύκολο. Μάλλον δεν θα γυρίσει κοντά της ούτε αύριο –αλλά στο τέλος θα γυρίσει. Η Μάχη είναι ότι του απόμεινε, σε τελική ανάλυση.
Κουμπώνει το κράνος και ξεκινάει όσο η ψύχρα δίνει τη θέση της σε έναν αρρωστιάρη ήλιο. Οδηγεί προσεκτικά γιατί έχει πέσει η πρωινή υγρασία στην άσφαλτο –ένας άντρας χωρίς προοπτική, ξεκολλάει από μια γενιά που έψαχνε μάταια τους σκοπούς της. Και φυσικά, τους βρήκε.
………….

Η Μελίνα απομακρύνεται γρήγορα, ενώ μιλάει στο κινητό της -«ναι, όλα εντάξει –ξεμπερδέψαμε … όχι, δεν μπόρεσαν να το κάνουν, χρειάστηκε να επέμβω …ακριβώς …. μείνετε ήσυχος …όσα συμφωνήσαμε …. ναι, ήταν ανθρωπάκια τελικά. Καλή σας μέρα».
Κλείνει το τηλέφωνο και βάζει τα κλάματα.

ΤΕΛΟΣ

Και μετά το τέλος τι; Τίποτα περισσότερο από ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όσους άντεξαν να διαβάσουν ολόκληρη την ιστορία, βγάζοντας τα μάτια τους στην οθόνη. Ένα ευχαριστώ σε όσους έκαναν παρατηρήσεις και με βοήθησαν να διορθώσω κάποιες από τις αδυναμίες της. Χωρίς τα σχόλιά σας θα ήταν μια ακόμα ημιτελής προσπάθεια -ευχαριστώ για τον κόπο σας.

Αυτή η ιστορία είναι αφιερωμένη στον marquee de mud -χωρίς τον οποίο δεν θα είχε καν ξεκινήσει και, φυσικά, γράφτηκε για χάρη της tomboy (σε μια, ακόμα, προσπάθεια να διασκεδάσω την καθημερινή της ρουτίνα).

16. Τέσσερα λάθη

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. “Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό”
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
9. Προετοιμασία μίσους
10. Άσπρος φόβος
11. “Όμως στο λέω -αυτή η νύχτα είναι κακιά”
12. Ένα πολυάσχολο κάθαρμα
13. Ένα ζευγάρι μπότες και κάτι μύγες
14. “Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων”
15. Ο εχθρός σου είναι ο καθρέφτης σου

Φοβάσαι –έτσι δεν είναι; Τρέμεις και οι σκιές ξεκολλάνε από τους τοίχους για να σε φάνε ζωντανό. Η γριά σου πέθανε έξω από ένα φλεγόμενο σπίτι κι εσύ δεν κατάφερες ούτε να νοιαστείς. Στην κηδεία της δεν θα πας –δεν είσαι τόσο μαλάκας. Μπορεί να την έχουν στημένη -εκείνοι είναι παρανοϊκοί ρε γαμώτο! Αλλά κι έτσι να μη γίνει –με όλο αυτόν το θόρυβο -θα σε περιμένουν οι κάμερες. Καλώδια, μαρκούτσια και αγάμητες δημοσιογράφοι θα κυνηγάνε μια σου δήλωση. Τι να δηλώσεις; Ότι ποτέ δεν κατάφερες να γίνεις άλλος; Ότι τελικά δεν ήσουν ανύπαρκτος –ο άνθρωπος με τα χίλια ονόματα και το κανένα πρόσωπο; Φωτογραφίες σου φιγουράρουν πρωτοσέλιδες. Ακόμα. Τι άλλο να πεις δηλαδή;
Η μάνα σου ήταν σκληρή γυναίκα. Και παράλογη –δεν έφταιγε αυτή –η ζωή τα έφερε έτσι. Έμπλεξε, βλέπεις, με τον ανεπρόκοπο -ασχημάντρας αλλά καλός στα λόγια. Πες -πες, τη στρίμωξε στη λασπουριά των προσφυγικών –«θα ζήσουμε μαζί, ο γάμος είναι μπουρζουάδικη συνήθεια» -την άφησε έγκυο. Έπεσε από δίπλα ο παππούς σου και τ΄αδέλφια της, τον πέτυχαν όταν είχε σχολάσει από τη δουλειά –σιδεράς ήταν –και τον πλάκωσαν στις γρήγορες. «Τη δικιά μας κόρη μαγάρισες ρε κερατά; Θα πεθάνεις!», έφτυσε αίμα από το ξύλο –ήταν όμως μαθημένος. Γιατί σχεδόν κάθε βδομάδα τον τράβαγαν στην Ασφάλεια –«υπόγραψε παλιοκουμμούνι, αλλιώς θα ξεράσεις το γάλα της μάνας σου». Κι αυτός δεν υπέγραψε –μόνο το Κόμμα είχε στη ζωή του –έμενε λοιπόν χωρίς δουλειά κάθε τρεις και λίγο. Το Κόμμα! Ένα αρχίδι του έδωσε για όσα πέρασε –που τον είχαν σακατέψει στο ξύλο οι μαύροι και κατέληξε με πνευμονικό οίδημα –δώρο από τα ξερονήσια. Όλους τους ήξερε κι όλοι τον ξέρανε. Κομματικοί καθοδηγητές, μουσικοσυνθέτες, βουλευτές! Αλλά όταν ψόφαγε και δεν υπήρχε δεκάρα για φάρμακα –που ήταν οι σύντροφοι; Όταν παρακάλαγε εκείνη, μάταια, να τον δεχτούν στο «Σωτηρία» –χούντα ήταν, όταν τον πήραν από το σπίτι και τον έσερναν γιατί δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του –που ήταν το Κόμμα τότε;
Ένα γράμμα της έστειλαν μόνο -«συντρόφισσα κάνε κουράγιο, ο άντρας σου ήταν ήρωας, μαχόταν για τις αρχές του σοσιαλισμού, αγωνιζόταν για ένα καλύτερο αύριο. Σε μια καλύτερη κοινωνία …», το κομμάτιασε πριν το ρίξει στο μαγκάλι κλαίγοντας. Βλαστήμαγε και καταριόταν, δεξιούς κι αριστερούς, μαύρους και κόκκινους –«να ψοφήσετε όλοι σας, κακό να πέσει στα παιδιά σας και στις γυναίκες σας –όπως με ρημάξατε να ρημάξουν τα σπίτια ολονών σας!»
Μετά θυμόταν το ξύλο που είχε φάει κι αυτή από τον πατέρα της –είχε κοντέψει να αποβάλει, να σε χάσει, έτσι σου έλεγε. Και τη μάνα της να μαδιέται –«αχ συφορά που μας βρήκε! Με κουμμουνιστή έμπλεξες μωρή; Κι άφησες να σε γκαστρώσει; Αλαφρόμυαλη –τα καλύτερα παιδιά σε ζητάγανε κι εσύ να φορτωθείς το λιγδιάρη;»
Αλλά τον φορτώθηκε. Με την κοιλιά στο στόμα, να μη χωράει στο νυφικό και ύστερα μόνη της. Μαζί σου. Αυτός να λείπει για τη γαμημένη ιδεολογία του κι εσύ να τρως ξερό ψωμί με νερό και ζάχαρη. Με ρούχα -αποφόρια από τα ξαδέρφια σου, λίμαζες το κρέας, παρακάλαγες για μια γκαζόζα. Εκείνη σε έδερνε –ξέσπαγε πάνω σου την απουσία –βάρος της ήσουνα κι ας μην έφταιγες. Μετά, δάκρυζε –σου χάιδευε τα μαλλιά, «τι φταις κι εσύ ρε κακόμοιρο!» Μέχρι την επόμενη φορά που σκοτείνιαζε η ματιά της και σε ξανασάπιζε στο ξύλο.
Πάει τώρα η γριά –δεν άντεξε να βλέπει το σπίτι της στις φλόγες, προίκα ήταν –αν δεν υπήρχε αυτό θα ζητιανεύατε οι δυο σας. Πέθανε για ένα σπίτι και μια ζωή που δεν την άφηναν να ζήσει. Μόνη –όπως την παρατήσατε, εσύ κι ο πατέρας σου. Εντάξει -τουλάχιστον της έβαζες χρήματα σ’ ένα λογαριασμό, περνούσες κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα, με δώρα. «Θες τίποτα άλλο μάνα;», «να σε βλέπω περισσότερο», «δουλειές μάνα, δουλειές».
Δουλειές, από αυτές που τώρα κόπηκαν -μαχαίρι. Από τη στιγμή που σε βγάλανε φόρα παρτίδα –όλοι εξαφανίστηκαν. Κανείς δεν σηκώνει το τηλέφωνο και κάποιους που πετυχαίνεις σε βάζουν στον πάγο –εκείνο το «εξετάζουμε την περίπτωσή σου, θα σε ειδοποιήσουμε σύντομα για ότι καινούργιο προκύψει» του παλιού ασφαλίτη, κουδουνίζει στ’ αυτιά σου. Πάλι. Άδειος για μια ακόμα φορά –ξεζουμισμένος. Από την εταιρεία σε βάλανε σε υποχρεωτική άδεια, ο Διευθύνων Σύμβουλος ρουφάει την κόκα του στις παραλίες των Καναρίων νήσων και οι ξεφτιλισμένοι πολιτικάντηδες ψάχνουν καινούργιο νταβαντζή. Είσαι σίγουρος ότι βρήκαν ήδη –βρωμάει η πιάτσα από δαύτους, γίνατε πολλοί στη φάρα σου. Πήρες τον υπαρχηγό της Αστυνομίας –«μην ανησυχείς Αντρέα μου –θα τους βρούμε και θα σε ειδοποιήσουμε σύντομα για ότι καινούργιο προκύψει». Είκοσι χρόνια, το μόνο που κατάφερες είναι να λένε το όνομά σου –κι αυτό ψεύτικο.
Κάθεσαι στην πολυθρόνα του καινούργιου σου σπιτιού, απέναντι από την ανοιχτή τηλεόραση και παρακολουθείς το θέμα σου να κατρακυλάει συνεχώς σε θεαματικότητα. Σε λίγο θα σε ξεχάσουν τα κοράκια των δελτίων ειδήσεων, σε λίγο θα μπορείς να γυρίσεις πίσω στις δουλειές σου. Γελάς –ποιον κοροϊδεύεις; Ποιος θα σε εμπιστευτεί τώρα που έγινες βούκινο;
Παραγγέλνεις φαγητό που δεν έχεις όρεξη να ακουμπήσεις και ακούς τα σκυλιά σου να ουρλιάζουν στην αυλή. Τα φοβάσαι πολύ –μυώδη ντόπερμαν που τόσο συνηθίζονται για φύλαξη, κάτι πλάσματα βγαλμένα από ταινία φρίκης –σάλια να τρέχουν από μισάνοιχτα σαγόνια. Δεν τους έχεις εμπιστοσύνη, ευτυχώς που είναι τα παιδιά εκεί έξω. Αλλά δεν μπορείς να βγεις στην αυλή σου –όχι μόνος τουλάχιστον.
Τα παιδιά ανησυχούν. Όχι για τα λεφτά τους –ξέρουν πως, ότι και να γίνει, είσαι χοντρά ματσωμένος. Ανησυχούν από την απομόνωση. Είχαν συνηθίσει να δουλεύουν για τον κύριο Οικονόμου –έλεγαν το όνομα κι άνοιγε η πιάτσα σα μαρουλόφυλλο. Τώρα ακούγονται διάφορα. Θα φύγεις, λένε –για Λατινική Αμερική, θα φύγεις –για Ασία κι αυτοί θα μείνουν χωρίς αφεντικό. Δεν σε ρωτάνε, δεν τολμάνε –το βλέπεις όμως στα μάτια τους. Ψάχνουν να απαγκιστρωθούν από πάνω σου –βουλιάζεις και βγήκαν στο κατάστρωμα τα ποντίκια.
Πριν λίγο μίλησες στο τηλέφωνο –οι δικοί σου περιμένουν έξω από τα πατρικό της πουτανίτσας του Άρη, αλλά αυτός λείπει. «Τι να κάνουμε αφεντικό; Οι μπάτσοι της περιοχής δεν μας καλύπτουν πια. Χτες έφυγε ο τελευταίος, δεν σας ξέρω, δεν είδα τίποτα –μας είπε. Τι θέλεις αφεντικό;» Αφεντικό. Μετά τις αποκαλύψεις κανένας δεν λέει το όνομά σου –αποφεύγουν και διστάζουν, φοβούνται γιατί, πλέον, υπάρχεις. «Να περιμένετε –μην το κουνήσετε από εκεί, μέχρι να σας πω».
Άλλες φορές θα έλεγες -«φάτε τους ζωντανούς», αλλά τώρα διστάζεις. Είσαι ακόμα δυνατός, δεν χρειάζεσαι πλάτες από μπάτσους και βουλευτές για να ξεφορτωθείς μια παρέα κακομοίρηδων –για άλλο διστάζεις. Γιατί είναι μυστήριο πράγμα, έχουν μια δύναμη πίσω τους εκείνοι –υπόγεια, τρομερή. Ένα χέρι που οδηγεί τα πράγματα στην τελική καταστροφή –σε ξεβράκωσαν στη μέση της σχολής και μετά έπεσες πάνω στο φορτηγό, κάψανε το σπίτι της γριάς σου κι εκείνη πέθανε από εγκεφαλικό. Αυτό είναι που σε τρομάζει. Κάθε φορά που σε αγγίζουν, είναι σα να ελευθερώνονται τυφώνες. Λίγο σε ακουμπάνε και φτάνει για να πέσει στο κεφάλι σου όλεθρος. Δεν θέλεις να τους χτυπήσεις τώρα –δεν αντέχεις να τους χτυπήσεις, αυτό είναι το σωστότερο. Να κρυφτείς και να δυναμώσεις. Θα έρθει η ώρα τους αργότερα –γιατί ξέρεις να περιμένεις.
Ακούς τα παιδιά να τρώνε στην κουζίνα, γελάνε και σταματάνε απότομα –στήνουν αυτί ν΄ακούσουν αν είσαι ακόμα ζωντανός. Εδώ είσαι –δεν σκοπεύεις να φύγεις, μόνο θα λουφάξεις για λίγο και μετά θα μετανιώσουν όλοι αυτοί που σε αγνόησαν. Οι πολιτικάντηδες και οι πουτάνες της δημοσιογραφίας, οι μπάτσοι και τα παλιοτόμαρα. Αλλά περισσότερο απ΄όλους εκείνοι. Εκείνοι.


2. Παρά λίγο

Είμαι σίγουρος ότι κάτι με κυνηγάει, κάποιος με κυνηγάει –σε ολόκληρη τη ζωή μου. Λες και υπάρχουν συμπαντικές δυνάμεις που ασχολούνται αποκλειστικά με το να σαμποτάρουν κάθε μου προσπάθεια, λίγο πριν την ολοκλήρωση. Λες και κάποιος παιχνιδιάρης θεός μου κάνει πλάκα –με χαζεύει όσο αγωνίζομαι και πριν τον τερματισμό, μου βάζει τρικλοποδιά. Να σου εξηγήσω γιατί το λέω –επειδή βλέπω ότι κουνάς το κεφάλι σου, πως είναι δυνατό, μορφωμένος άνθρωπος, επιστήμονας, με το διδακτορικό του να πιστεύει σε αόρατες δυνάμεις; Αυτό δεν σκέφτεσαι; Δίκιο έχεις –κάτσε όμως να σου εξηγήσω.
Ήμουν, λοιπόν, μικρός –μαθητής στην 6η δημοτικού και ήθελα ποδήλατο. Δηλαδή, είχα ποδήλατο –ένα παιδικό χωρίς βοηθητικές, αλλά ήθελα μεγαλύτερο, δεκατάχυτο. Ο μπαμπάς μου ήταν πολύ της πειθαρχίας –δικαστικός, γι΄αυτό. Μου λέει, λοιπόν, «Αποστολάκη, να τελειώσεις το δημοτικό, να δώσεις εξετάσεις στην Ευαγγελική. Είναι καλό γυμνάσιο –θα πας εκεί και θα γλιτώσεις από τα βρωμοσχολεία της γειτονιάς, θα μπεις και πιο άνετα στο πανεπιστήμιο. Σύμφωνοι; Αν τα καταφέρεις και περάσεις στις εξετάσεις –θα σου πάρω εγώ ένα ποδήλατο που καλύτερό του δεν θα υπάρχει». Ξεσκίστηκα όλο το καλοκαίρι. Οι φίλοι μου έπαιζαν στο δρόμο κι εγώ διάβαζα. Είχαν φέρει κι ένα φοιητή να μου κάνει φροντιστήριο –έπινε καφέ, ελληνικό και μύριζε η ανάσα του τσιγάρο –αναγούλιαζα, αλλά συνέχιζα να λύνω ασκήσεις αριθμητικής. Και να γράφω εκθέσεις. Φτάνει η μέρα για τις εξετάσεις στην Ευαγγελική, δίνω το πρώτο μάθημα –μια χαρά. «Άστο λίγο το παιδί να παίξει με τους φίλους του, μπάφιασε στο διάβασμα», λέει η μάνα μου. Βγαίνω κι εγώ, βρίσκω την παρέα –παίζανε μπάλα. Με βάζουν μπακότερμα, πάω να κάνω κατεβασιά, πέφτει δίπλα μου ο Στράτος της κυρα Φανής μου κλέβει τη μπάλα και με περνάει –θα έβγαινε μόνος σε άδειο τέρμα. Βουτάω πίσω, μπερδεύομαι στα πόδια του –κάταγμα σε δυο μεριές το δεξί μου χέρι. Δεν δέχτηκαν να δώσω το επόμενο μάθημα προφορικά –πάει η Ευαγγελική, πάει και το ποδήλατο.
Μετά, γίνεται το άλλο περιστατικό –στη Δευτέρα Λυκείου. Είχα ερωτευτεί μια πιτσιρίκα της 3ης Γυμνασίου, ανταλλάσαμε μηνύματα στο θρανίο γιατί αυτές πήγαιναν πρωί κι εμείς απόγευμα. Συναντιόμαστε και μου πέφτει το σαγόνι –πανέμορφο κορίτσι, θεά! Αυτή τώρα, έχει μια κολλητή κι εγώ έναν κολλητό με προσέχεις; Κανονίζουμε ραντεβουδάκια στη γειτονική καφετέρια, ψήνεται η κατάσταση να γίνουμε δύο τα ζευγάρια κι εγώ κολυμπάω στα γαλάζια κύματα του Δούναβη. Που στην πραγματικότητα είναι πράσινα δηλαδή και σιγά μη βγάζει κύμα το ποτάμι –αλλά, λέμε τώρα. Φτάνει λοιπόν η κατάλληλη στιγμή –διοργανώνεται μια χοροεσπερίδα από την τάξη μας για όλο το σχολείο. Θα ερχόταν και η δικιά μου με τη φίλη της –δεν πιανόμασταν εγώ κι ο κολλητός μου. Μόνο που στο τέλος πιάστηκα –εγώ τουλάχιστον. Σάββατο ήταν να γίνει η χοροεσπερίδα –Πέμπτη κολλάω ερυθρά. Ολόκληρο γαϊδούρι, αυτή την αρρώστια δεν την είχα περάσει και βρήκα ώρα να την πάθω! Πάει μόνος του ο κολλητός στη χοροεσπερίδα –έρχεται μόνη της και η δικιά μου, γιατί την άλλη δεν την άφησαν οι γονείς της –τα φτιάχνουν μεταξύ τους. Όταν έγινα καλά ήταν αργά –πάει η κοπέλα, πάνε και τα όνειρα που έκανα για αβυσσαλέους έρωτες.
Χρόνια αργότερα, όταν ήταν να πάρω το πτυχίο στην Πάντειο –τυχαίνει να γνωρίσω έναν καθηγητή, με συμπαθεί και μου προτείνει να κάνω μαζί του διδακτορικό. Σκίζομαι άλλα τέσσερα χρόνια –κάνω παρουσιάσεις, δημοσιεύω κάτι λίγα σε επιστημονικές φυλλάδες, το μέλλον μου λαμπρό. Βγάζω κι ένα οχτάρι ξεγυρισμένο στον τελικό βαθμό –εντάξει, δεν ήμουν ο Βέλτσος, αλλά κάτι άξιζα κι εγώ. Προκηρύσσεται μια θέση στη σχολή, μιλάω στον καθηγητή μου –«κάνε αίτηση, θα πω κι εγώ να πάρουν εσένα». Τρεις βδομάδες μου πήρε να κανονίσω τη χαρτούρα –πάνω που περίμενα τη συνεδρίαση για την επιλογή, πέφτει η κυβέρνηση του Μητσοτάκη και προκηρύσσονται εκλογές. Παγώνουν όλες οι διαδικασίες, βγαίνει ο Παπανδρέου, αλλάζει το Πρυτανικό Συμβούλιο και παίρνουν ένα μαλάκα για τη θέση, που δεν άξιζε μία. Άξιζε δηλαδή, περίπου όσο κι εγώ, απλά έτυχε να έχει άκρες στους καινούργιους, ενώ εγώ είχα μείνει με τους παλιούς. Πάει η θέση, πήγαν στράφι και τα χαρτόσημα που μου είχαν στοιχήσει ένα κάρο λεφτά.
Βαρέθηκες; Δύο έχω να σου πω ακόμα και τελειώνω. Όχι δηλαδή, για να μη νομίζεις ότι μιλάω χωρίς στοιχεία. Άκου τι έγινε με την Κάτια, την κοπελίτσα που δούλευε στο βιβλιοπωλείο. Ήταν ένα κορίτσι η Κάτια! Να τη βλέπεις και να ζαλίζεσαι, να την ακούς και να ταξιδεύεις. Εντάξει, έλεγε και μπόλικες κοτσάνες –το σημαντικό δεν ήταν «τι έλεγε», αλλά «πως το έλεγε»! Άλλο πράγμα! Μόνο που δεν μπορούσα να της μιλήσω –πάθαινα γλωσσοδέτη κάθε φορά που με κοίταζε. Τρεμούλα, κρύος ιδρώτας, συχνοουρία –άστα να πάνε. Με τα πολλά, καταφέρνω να αλλάξω δυο κουβέντες μαζί της, παραδέχεται ότι δεν έχει φίλο, είμαι έτοιμος να της ζητήσω να βγούμε οι δυο μας. Και με πιάνει κατούρημα! Δεν βαριέσαι, σκέφτομαι –όταν σχολάσουμε, της προτείνω να πιούμε έναν καφέ και «ότι ήθελε προκύψει». Μετράω ώρες, λεπτά, δευτερόλεπτα –τίποτα δεν έχει απομείνει για να κατεβάσουμε ρολά –μόνο που εκείνη τη μέρα δεν σχολάσαμε ποτέ. Πλάκωσαν τα κωλόπαιδα που είχε πληρώσει ο Κατσούλας κι έκαναν το μαγαζί θερινό. Πάει ο καφές, πάει και η προετοιμασία προσέγγισης της Κάτιας.
Κι αυτό το τελευταίο τι σου λέει; Που το έμαθε ο Πέτρος για τη θέση στο Πανεπιστήμιο; Πέσανε τα μούτρα μου, τον φοβήθηκα και λίγο. Εντάξει, όχι λίγο –πολύ. Ο Πέτρος είναι μια χαρά παιδί, με στήριξε όταν είχα δυσκολίες. Εντάξει, εντάξει, δίκιο έχεις –κι εγώ τον κορόιδεψα. Τον δούλεψα και έπαιξα διπλό παιχνίδι στην πλάτη του. Αλλά, αφού ο … τέλος πάντων, δεν έβγαινε τίποτα από τον εκδοτικό του οίκο, σε λίγο θα φουντάραμε. Τι να κάνω; Πως θα ζούσα εγώ; Και στο κάτω –κάτω, που ξέρω τι είχε κάνει ο κερατάς που μου πήρε την προηγούμενη θέση στην Πάντειο; Ποιος ξέρει πόσες κατουρημένες ποδιές φίλησε; Πόσους συκοφάντησε για ν΄ανέβει και πόσους έθαψε για να σταθεί ψηλά; Εγώ δηλαδή τι; Ενημέρωνα τον άλλο για τις κινήσεις του Πέτρου –γιατί φοβόταν. Δεν ήταν και λίγο αυτό που του έκαναν! Τον έγδυσαν μπροστά σε όλη τη σχολή και κατατρόμαξε ο άνθρωπος –πήγε κι έπεσε πάνω στο φορτηγό! Καφρίλεμα –τι είχε κάνει δηλαδή ο Κατσούλας για να του φερθούν έτσι; Χίλιες φορές τον ρώτησα τον Πέτρο –ποτέ δεν μου είπε. Έπαιρνε μόνο εκείνο το ύφος που είχε και την τελευταία φορά –επικίνδυνος άνθρωπος γινόταν τότε! Σε κοίταζε και νόμιζες πως ψάχνει που να βάλει τα δάχτυλά του για να σου βγάλει έξω τ’ άντερα. Όλες τις άλλες ώρες ήταν μια χαρά παιδί.
Τρίχες μια χαρά δηλαδή. Κάθαρμα κι αυτός –τον άλλο έβριζε, μα αυτός ήταν χειρότερος τελικά! «Μην τολμήσεις και βγάλεις τσιμουδιά γιατί θα πω στον Κατσούλα ότι εσύ μίλησες. Και μετά θα τον αφήσω να σε περιλάβει», άκου τι μου είπε! Ο παλιάνθρωπος –ούτε τη φιλία μας σεβάστηκε, ούτε τίποτα!
Και τον Κατσούλα, όσο να πεις, τον τρέμω. Ότι κατακάθι κυκλοφορεί το έχει μαζέψει κοντά του –απατεώνες και φονιάδες από δυο χιλιόμετρα φαίνονται οι δικοί του. Αλλά αυτοί δεν είναι οι χειρότεροι. Τι να πεις για τις άκρες του; Αστυνομία, δικηγόροι, εταιρείες!
Πάει λοιπόν και η έδρα στο Πανεπιστήμιο, πάει η Κάτια, πάνε όλα. Δεν υπάρχει πλέον, ούτε η δουλειά στην εκδοτική –τώρα να σε δω τι θα κάνεις φίλε μου. Σε μένα το λέω, μην ανησυχείς. Σε μένα και στην αόρατη δύναμη που γκαντεμιάζει συνέχεια τη ζωή μου. Ποιος είσαι ρε; Γιατί με κυνηγάς; Τι θέλεις κι ασχολείσαι μαζί μου; Από μικρό παιδί με έχεις τσακίσει, δε βαρέθηκες; Κάποιοι λένε πως δεν γίνεται να πέφτεις συνέχεια –θα έρθει και η φορά που θα σηκωθείς. Σαχλαμάρες –εγώ σηκώνομαι μονάχα για να ξαναπέσω. Άσε με κάτω ρε άθλιε! Άσε με στο χώμα –τι με σηκώνεις δηλαδή; Για να με ξαναρίξεις; Άντε παράτα μας ρε!


3. Μπροστά στην οθόνη σου

Τα έχω δει όλα και μάλιστα σινεμασκόπ. Τα έχω ξαναδεί σε δεύτερη προβολή –πίσω κάθισμα, με ένα μαλάκα να παλεύει με το κουμπί του σουτιέν μου. Γι΄αυτό βαρέθηκα τους κινηματογράφους. Πατικωμένη ανάμεσα σε ιδρωμένες μασχάλες, να κοιτάζω-ενώ η ζωή κάποιων άλλων περνάει από την οθόνη. Οικογένειες που φτιάχνονται και μετά διαλύονται, μέρες που ξεκινάνε τακτοποιημένα και τελειώνουν στα σκουπίδια, λάθος κουβέντες, λάθος στιγμές –πηδήματα για να τη βγάλεις καθαρή. Κάτσε, κάτσε μισό λεπτό –δεν είναι δυνατό να συμβαίνουν σε μένα όλα αυτά. Εντάξει, είναι άσχημα, επώδυνα και κάργα καταθλιπτικά. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Δεν είναι δυνατό να συμβαίνουν σε μένα όλα αυτά γιατί τίποτα δε νιώθω. Από τίποτα. Μασάω το φαγητό μου αλλά δεν νιώθω τη γεύση του στη γλώσσα, διαλύεται η ζωή μου κι εγώ σκέφτομαι απλήρωτους λογαριασμούς, καίω τα χέρια μου, χαρακώνω τα μπράτσα μου και δεν τρέχει αίμα –πηδιέμαι. Γενικώς και ειδικώς.
Η δικιά μου ζωή δεν ήρθε με οδηγίες χρήσεως –μόνη μου πήγα να τη συναρμολογήσω –τα σκάτωσα και την ξανάφτιαξα από την αρχή. Πάλι και πάλι, δεν τρέχει τίποτα. Εγώ ήμουν εκεί πάντως –δεν κρύφτηκα στις σκατοδικαιολογίες σας, δεν ζήτησα δεύτερη ευκαιρία –πως θα μπορούσα άλλωστε; Ούτε καν πρώτη δεν μου έδωσαν!
Γνώρισα τον Γιώργο στη Δευτέρα Λυκείου –γαμώ τους γκόμενους ήταν, με τη μηχανάρα του, με τζιν αγορασμένα από την Αμερικάνικη Αγορά –τυπάς! Αλλά ήταν εξωσχολικός, ερχόταν στα διαλείμματα και άραζε πίσω από το κτίριο, εκεί που το λέγαμε «Καπνιστήριο» -όταν μπαίναμε στις τάξεις έριχνε, μόνος του, σουτάκια στη μπασκέτα. Δεν είχα μυαλό για μάθημα –έτσι κι αλλιώς δηλαδή, αλλά με το Γιώργο εκεί έξω … Ταπ, ταπ, ταπ, άκουγα τη μπάλα να χτυπάει στο τσιμέντο και έψαχνα δικαιολογία να βγω από την τάξη. «Συχνοουρία έχεις Μελίνα;» στράβωνε ο Φυσικός –ένας κουράδας που το έπαιζε γκόμενος. Ευτυχώς η ποδιά μου είχε αραιά ραμμένα τα κουμπιά –χάζευε ότι φαινόταν από μπούτι ο μαλάκας και ηρεμούσε. Γελοίος άντρας, σε μια σειρά από γελοίους άντρες –η μόνη διαφορά που είχαν ήταν το πόσο γρήγορα ξέπεφταν στα μάτια μου. Ο Φυσικός ήταν του δεκαλέπτου –ο Γιώργος χρειάστηκε ένα ολόκληρο εξάμηνο. Έπεσε βλέπεις στη μέση και η Ράνια –τι παλιοπουτάνα! Κολλημένη δίπλα μου από την Τρίτη Γυμνασίου, ψευτοκουλτουριάρα –έγραφε, λέει, ποιήματα! Τρίχες κατσαρές κι αχτένιστες σαν αυτές που κουβάλαγε στην κεφάλα της. Μαύροι ήλιοι και θάνατοι και απελπισίες –μοναξιές, λέω εγώ. Η κοπέλα είχε λαλήσει –οι περισσότεροι γκόμενοι την παρατούσαν στην βδομάδα πάνω, μέχρι που αποφάσισε να πηδηχτεί. Οπότε, την παρατούσαν στις δυο βδομάδες και μετά πλακωνόταν να γράφει για μαύρους ήλιους.
Εγώ δεν είχα άλλες παρέες γιατί ο πατέρας μου δούλευε στη λαϊκή αγορά –κάθε Τρίτη τον βλέπανε όλοι να γκαρίζει, «μαύρη την έχω, μακριά την έχω 10 φράγκα η μελιτζάνα». Καλός μαλάκας κι ο πατέρας μου! Λεφτά δεν έφερνε ποτέ στο σπίτι –μόνο πλακωνόταν στο ξύλο με τη μάνα μου κι εμείς κοιτάζαμε. Εγώ και η μικρή –έξη χρόνια μικρότερη ήταν η Αθηνούλα -έπρεπε να την νοιάζομαι. Γιατί άμα περίμενα από τους γονείς μας … Χέσε ψηλά κι αγνάντευε!
Η Ράνια με έκανε παρέα επειδή περνούσε τότε η μπογιά μου. Με είχε ανάγκη βλέπεις, για να μας πλησιάζουν τα αγόρια –έρχονταν όλο μούρη και φεύγανε αγκαζέ με τη Ράνια. Δεν τους γούσταρα τους περισσότερους. Κωλόπαιδα που με περνούσαν για εύκολη, τι λέτε ρε σκατά; Επειδή μιλάμε και γελάμε, επειδή σας αφήνω να με αγκαλιάζετε, νομίζετε πως θα με πηδήξετε κιόλας; Και χαλαρά έτσι; Η Μελίνα είναι εύκολη κι αυτοί οι σουπεργκόμενοι. –ξου ρε! Καλά έκανε η Ράνια στην τελική –τους έπρηζε τ΄αρχίδια με ποίηση και φεγγαρόφωτα, τους ζάλιζε με την κυκλοθυμική της διάθεση κι όταν δεν άντεχαν άλλο –τους άφηνε να την πηδήξουν. Μετά έφευγαν –εντάξει, αλλά και τι έγινε;
Εμένα πάντως δεν με είχαν –και ας έλεγαν οι άλλες οι καργιόλες της τάξης. «Πφφ, με την κόρη του λαϊκατζή τραβιέσαι; Αυτή καλέ βρωμάει σέλινο!» Έφευγαν άπρακτοι οι φιγουρατζήδες και τους άρπαζαν μετά οι σουσουράδες. Κι αυτοί που έλεγαν -«Μελίνα σε πάω γιατί είσαι ζόρικη τύπισσα», κατέληγαν μετά να με στραβοκοιτάνε, αγκαλιά με τις μαλακισμένες τους. «Ναι αγάπη μου –με τη Μελίνα δεν θα πήγαινα, που να είχα 10 χρόνια να γαμήσω. Δεν με φτιάχνει ρε παιδάκι μου, είναι πολύ κάπως». Και είχαν να γαμήσουν πάνω από 10 χρόνια και σαλιάριζαν τις χαζογμόμενες για κανένα μπαλαμούτι, αφού είχαν φάει φτύσιμο από μένα –αλλά πουλάγανε μούρη τα μαλακισμένα! Κατάλαβες;Δυο μόνο φαίνονταν διαφορετικοί κι από αυτούς –ο ένας μόνο, αποδείχτηκε πως ήταν. Τελικά.
Δεν τον είχα προσέξει πριν –στην κατάληψη ξεχώρισε από τον σωρό. Εγώ βέβαια τραβιόμουν ήδη με τον Γιώργο τότε –είχε κάνει την προσπάθειά της η Ράνια, τον πλεύρισε, του διάβασε κάτι ποιήματα –«άντε μωρή μπαλώτσα!», έβαλε τα γέλια ο Γιώργος και τα κλάματα η Ράνια. Πήγα να τους τα συμβιβάσω –σαχλαμάρες, τον γούσταρα και βρήκα ευκαιρία να χωθώ. Ήταν πολύ καλά να έχεις δίπλα σου έναν άντρα. Όχι τα σκατόπαιδα του σχολείου –άντρα, κανονικό. Ερχόταν να με πάρει με τη μηχανή κι έτριζαν τα τζάμια. Ανέβαινα και οι τσουλίτσες στραβολαίμιαζαν. «Η κόρη του λαϊκατζή» ε; Μαζέψτε τα σάλια σας τώρα καρακάξες!
Για τον άλλο, όμως, ξεκίνησα να σου λέω –ήταν στην τάξη μου, τον ήξερα αλλά δεν του είχα δώσει σημασία. Πολύ παιδί μου έκανε –ανώριμος, όλο με σαχλαμάρες ασχολιόταν. Παίζαμε μαζί βόλεϊ μια φορά, στη γυμναστική –εγώ ήμουνα καλή, με είχαν στη σχολική ομάδα. Κι αυτός καλός ήταν από όσο είχα δει, αλλά τη μέρα που βρεθήκαμε συμπαίκτες έκανε όλο μαλακίες. Εκτός θέσης, συνέχεια λάθος πάσες –του είχα βάλει τις φωνές -«ξύπνα ρε παιδάκι μου, ή σήκω φύγε». Μετά τον ξέχασα κι ασχολήθηκα με το παιχνίδι. Όταν γύρισα να τον ξαναδώ, είχε εξαφανιστεί. Ένας άλλος έπαιζε στη θέση του –δεν ασχολήθηκα περισσότερο. Τον πετύχαινα στο καπνιστήριο να καίει εφημερίδες, για να δημιουργήσει προπέτασμα καπνού –να κρύβονται αυτοί που καπνίζουν! Ε, μα τώρα, δεν είναι παιδιάστικες μαλακίες όλα αυτά; Στις μαθητικές εκλογές δεν τον ψήφισα.
Ύστερα έγινε εκείνη η κατάληψη –τον έβλεπα να τρέχει από τάξη σε τάξη, άκουγα παιδιά να τον χειροκροτούν κι άλλους, περισσότερους, να τον βρίζουν. Εκείνος πέταγε, αλήθεια σου λέω. Πέρναγε ανάμεσα στα παιδιά όταν άρχισαν τα δύσκολα, όταν πλάκωσε η μπατσαρία, παρέα με το Συμβούλιο Γονέων. «Υπάρχουν ταραξίες ανάμεσά σας», έλεγαν οι μπάτσοι. «Να πάτε σπίτια σας αμέσως! Να αφήσετε ήσυχα τα παιδιά που θέλουν να παρακολουθήσουν το μάθημα –δεν θα χάσουν τη χρονιά τους για τις βλακείες σας», έλεγαν οι γονείς. Κι αυτός κρεμασμένος στα κάγκελα –έδειχνε πιο ψηλός απ΄ότι ήταν, πιο όμορφος. «Έχουμε κατάληψη εδώ κι αν προσπαθήσετε να τη σπάσετε θα βάλουμε φωτιά στο κτίριο», φώναζε. Τα υπόλοιπα παιδιά είχαν τρομάξει. Εμένα, ήρθε να με πάρει ο Γιώργος από την πίσω πόρτα –«άσε με» του λέω, «θα μείνω στην κατάληψη». Κατέβηκε από τη μηχανή και τράνταξε την καγκελόπορτα –«άστα αυτά μωρή –σου γυάλισε κανένα κωλόπαιδο και θες να του κάτσεις; έλα έξω μην έρθω εγώ μέσα». Πρώτη φορά τον άκουγα έτσι –τρόμαξα. Έβαλα τα πόδια στις πλάτες και χώθηκα στην τάξη μου, αλλά σε μισή ώρα ξαναγύρισε με τους φίλους του. Κάτι τσογλάνια του κερατά –πήδηξαν τα κάγκελα και μπήκαν.
«Κατέβα κάτω Μελίνα κι έλα να φύγουμε! Άντε μην ανέβω εγώ πάνω!» φώναζε ο Γιώργος. Έτρεμα. Αλλά εκείνος όχι. Έτυχε να είναι στην τάξη εκείνη την ώρα –«μείνε», μου λέει, «θα κανονίσω εγώ μαζί τους». Τον έβλεπα να κατεβαίνει τη σκάλα και τότε αποφάσισα πως δεν ήταν άντρας αυτό που χρειαζόμουν. Άνθρωπος –αυτό έψαχνα, άνθρωπο με ψυχή, όχι γουρούνι στεγανοποιημένο. Βγήκε μπροστά στο Γιώργο, μόνος του –οι υπόλοιποι μαθητές φοβήθηκαν τους εξωσχολικούς. Κάτι είπαν, ο Γιώργος τον έσπρωξε, αλλά αυτός πήγε ακόμα πιο κοντά του. Ο Γιώργος τον ξαναέσπρωξε –απότομα. Κι αυτός τον πλησίασε τόσο κοντά που τα πρόσωπά τους ακούμπησαν. Δεν άκουσα τι του έλεγε, αλλά ο Γιώργος έκανε μεταβολή κι έφυγε, αργά. Οι υπόλοιποι ακολούθησαν –έμεινε μόνο αυτός στη μέση της αυλής να τους κοιτάζει. Κι εγώ να κοιτάζω αυτόν από το παράθυρο –ήταν μάλλον ο πιο όμορφος άνθρωπος που είχα δει στη ζωή μου. Πως δεν το είχα προσέξει πριν;
Με απέφευγε τις υπόλοιπες μέρες της κατάληψης. Εγώ τον κυνηγούσα αλλά αυτός κρυβόταν. Τον έψαχνα χωρίς να σκέφτομαι, ήθελα απλά να είμαι κοντά του, να μου μιλήσει … κάτι τέλος πάντων. Κι αυτός πετούσε από τάξη σε τάξη, από τα εργαστήρια στην αυλή και τα γραφεία των καθηγητών. Παντού αλλού εκτός από εκεί που ήμουν εγώ. Ο μαλάκας!
Όταν έληξε η κατάληψη με πλάκωσε στο ξύλο ο Γιώργος. Έτρεμα και έκλαιγα, αλλά αυτό ήταν το λιγότερο. Γιατί εκείνες τις μέρες έχασα τα αισθήματά μου –πεθαμένη κυκλοφορούσα πλέον, τίποτα δεν με έκανε χαρούμενη, λυπημένη –δεν ένιωθα καν πόνο. Έβλεπα τη ζωή μου στο σινεμά κι εγώ καθόμουν πίσω θέση, χωρίς ποπ κορν, αλλά με ένα μαλάκα να με στριμώχνει. Κι έτσι τέλειωσε ο Γιώργος, βαρέθηκε να γαμάει ένα πτώμα –αλλά εγώ δεν τέλειωσα. Εγώ μόλις είχα αρχίσει –βλέπεις, ανακάλυψα ότι η αναισθησία είναι επικερδής. Και τα κορόιδα λαχανιάζανε πάνω μου, αδιαφορούσα –σου έχει τύχει να βλέπεις βαρετή ταινία; Τι κάνεις; Σηκώνεσαι να φύγεις; Σπάνια. «Αφού ήρθαμε, κάτσε να δούμε το τέλος», έτσι δε λες;
Ποιο είναι το τέλος; Που είναι το τέλος; Πως θα είμαστε στο τέλος; Δεν υπάρχει αντικείμενο στις ερωτήσεις αυτές –κατάλαβες; Γιατί δεν ξέρεις και δεν πρόκειται να μάθεις μέχρι να είναι πραγματικά αργά. Άστο λοιπόν –κάτσε και περίμενε, δεν μένει άλλο να κάνεις.
Ύστερα ξανασυναντήθηκαν οι δρόμοι μας. Το σχεδίασε καλά ο Κατσούλας –άλλο παλιοτόμαρο κι αυτός! Με πέταξε δίπλα του για να τον ελέγχει –τι σημασία είχε; Αν ζούσα δεν θα το έκανα, αλλά τώρα … Αν ήμουνα άνθρωπος θα φερόμουν ανάλογα –όμως κι αυτό είχε χαθεί στο ημίφως. Γιατί να μην το κάνω δηλαδή; Για ποιο λόγο; Επειδή τον είχα ερωτευτεί πιτσιρίκα; Λάθος τα λες! Επειδή μια κάποια πιτσιρίκα τον είχε ερωτευτεί –αυτό είναι το σωστό. Και που ήταν αυτή τώρα; Κουλουριασμένη δίπλα σε ένα μονό κρεβάτι, με τα πλευρά να πονάνε από το ξύλο –να περιμένει κάποιο γουρούνι με παντελόνια. Εκεί είχε μείνει. Η άλλη –αυτή που βρισκόταν δίπλα του ήταν … είπαμε τι ήταν, μην το επαναλάβω.
Γιατί η πιτσιρίκα ήρθε κάποια στιγμή, όταν εκείνος πέθαινε. Κι εκείνος δεν την είδε γιατί πέθανε. Η πιτσιρίκα τσίριξε και γύρισαν τα μάτια της προς τα μέσα –αλλά εκείνος δεν την έβλεπε. Είχε ήδη φύγει και η πιτσιρίκα το έβαλε πάλι στα πόδια –μήπως τον προλάβει. Έτρεχε, έκλαιγε, ούρλιαζε, φώναζε τ΄όνομα του –κανένας δεν την άκουγε. Αλλά δεν τον πρόλαβε τελικά. Για ακόμα μια φορά εκείνος πετούσε κι αυτή τον έχασε. Έτσι πήγαινε αυτή η ιστορία –μπορεί κάποιος να κοιτάξει το μηχάνημα, γιατί μου φαίνεται πως κόλλησε η ταινία; Παρακαλώ!

4. Για πάντα κορόιδο
Με είχε ναρκώσει όπως το φίδι το ποντίκι. Τόσο καιρό, πάνω από χρόνος –με κράταγε στο χέρι της η άτιμη! Και με έπαιζε. Ότι θέλει αυτή, να μην της λείψει τίποτα, να μη στεναχωριέται. Και η Ίλδα ήταν όλο ανασφάλειες, νεύρα, κατάθλιψη. Άλλη γνώρισα στην αρχή, αλλιώς μου βγήκε στη συνέχεια. Κι εγώ στο βρακί της. «Δεν είμαι καλά Χρήστο, έχω άγχη Χρήστο, δεν είναι ζωή αυτή που κάνουμε –χρειαζόμαστε περισσότερα λεφτά Χρήστο». Κούναγε τους σπάγκους με τα δαχτυλάκια της κι ο φασουλής χόρευε. Εγώ ο φασουλής, εγώ ο ξεφτιλισμένος!
Τη γνώρισα στο Αιγίνιο σε κάτι αγώνες –μαλακίες αγώνες, τελευταίος βγήκα –άμα δεν έχεις σπόνσορες δεν έχεις μηχανή. Κι άμα δεν έχεις μηχανή, αλλάζουν οι κολλητοί σου τα λάστιχα στα πιτς –αποβλακωμένοι από το λιοπύρι και τις μπύρες –μπαίνεις μετά στην πίστα και προσεύχεσαι μη βρεθεί λάσκα κανένας άξονας. Εκεί τη γνώρισα τέλος πάντων, ιδρωμένος, αξύριστος κι αυτή ήρθε να μου μιλήσει. Γκομενάρα! «Ρε κοπελιά», της λέω «ο Γιάννης ο Μπούστας είναι στον αποκάτω διάδρομο» -«όχι», μου λέει, «τη δική σου μηχανή γουστάρω». Τι γούσταρε δηλαδή; Καραγκιόζης ήταν το Καβασάκι μου –τίγκα στις μαϊμουδιές και στις πατέντες –«τρελή είσαι;» της λέω. Είχε κουνήσει το κεφάλι –τρελή ήταν.
Στην Αθήνα με ξαναβρήκε, πέρασε από το περιοδικό και οι υπόλοιποι αλληθώρισαν –«τον Χρήστος», είχε εκείνη την ξενική προφορά –Ισπανίδα, από τη Βαλένσια. Που πέφτει η Βαλένσια; Κάτι πορτοκάλια ήξερα ότι τα λέγανε έτσι, στις λαϊκές –τέλος πάντων. Έδειχνε να με γουστάρει. Από την αρχή δηλαδή, αλλά δεν ξανοιγόταν. Κι εγώ το έπαιζα κουλ, αλλά από μέσα μου είχα χεστεί. Τι ήθελε αυτή η γκομενάρα από μένα; Τι μου βρήκε; Στις δυο βδομάδες πάνω –έπαψα ν’ αναρωτιέμαι. Αφού της αρέσω, γιατί να το ψάχνω;
Στην αρχή ήταν όνειρο. Έχεις σκεφτεί ποτέ πως θα έμοιαζε η τέλεια γυναίκα; Το έχεις σκεφτεί –δεν μπορεί. Από μικρό παιδί την ψάχνεις, είναι η όμορφη της τάξης που ποτέ δεν γύρισε να σε κοιτάξει, είναι η άλλη που παίζει στις ταινίες, η γκόμενα που κυκλοφορεί ο σωστός της παρέας –γιατί αυτός είναι ο σωστός της παρέας κι εσύ, απλός μαλάκας που ονειρεύεσαι. Όλα αυτά μαζί βάλε και δυο κιλά ευρωπαϊκού αέρα –αυτό ήταν η Ίλδα.
Δεν πίστευα στην τύχη μου –σε κάποια φάση τη ζαχάρωνε ο Μανώλης, ξέρεις για ποιον λέω –αυτόν που έχει αντιπροσωπεία στην Καλλιθέα. Ναι, μωρέ, αυτός που το παίζει γκόμενος και κυκλοφορεί με κάτι θηρία μηχανές –καλογυαλισμένες, διαφορετικές κάθε μήνα και στο τέλος τις πουλάει για καινούργιες στους πελάτες. Αυτός λοιπόν ο απατεώνας τη ζαχάρωνε, αλλά η Ίλδα μου το είπε αμέσως όταν πήρε γραμμή τη φάση. Του έκανε κι ένα χουνέρι ζόρικο –γιατί ο Μανώλης είχε κλείσει ένα τραπέζι σε γκράντε σκυλάδικο και την είχε καλέσει. Ε, με πήρε που λες η Ίλδα και πήγαμε –κέρωσε ο Μανωλάκης, σα ζαντολάστιχο μασίφ έγινε. Κάναμε κάτι πλάκες εκείνη τη μέρα, φάγαμε, ήπιαμε ένα σκασμό κι ο μαλάκας πλήρωνε! Γιατί πάντα ο μαλάκας πληρώνει –γράφτο αυτό που σου λέω.
Πότε έγινα εγώ ο μαλάκας; Πότε άλλαξαν τα πράγματα; Μήπως ποτέ δεν άλλαξαν –μήπως από την αρχή ήταν έτσι κι εγώ δεν το έβλεπα; Η σωστή ερώτηση είναι, λοιπόν –πότε κατάλαβα ότι εγώ είμαι ο μαλάκας. Και απαντάω –μόλις πριν λίγες μέρες. Μιλάμε δηλαδή για μαλάκα με πατέντα και πιστοποίηση ISO!
Τόσον καιρό δεν είχα πάρει πρέφα, δεν άδειαζα, δεν τα είχα συνδέσει, δεν με άφηνε αυτή –τρίχες ρε φίλε, δεν ήθελα να καταλάβω. Ενδιαφερόταν λέει για τη δουλειά μου, ήθελε να της λέω τα πάντα γιατί με αγαπούσε και δεν μπορούσε να σκέφτεται πως υπάρχω έξω από αυτή. Άκου φούμαρα που μπορεί να ρουφήξει ένας άντρας!
Μετά άρχισε τη γκρίνια και την ανασφάλεια –ότι και να γινόταν, έβγαιναν στη μέση τα φράγκα. Να αλλάξουμε έπιπλα στο σπίτι και να πάμε ταξίδι στου διαόλου τον κώλο, να αγοράσουμε ότι σκατογκάτζετ μοστράρανε στις βιτρίνες τους οι ηλεκτρονικάδες. Τότε μου την έπεσαν από δίπλα οι περίεργοι. Στο φιλικό και στο κέρασμα στην αρχή, στο εξυπηρετικό αργότερα. Μέχρι που σκάσανε το παραμύθι –«μας λες κάποια ψιλοπράγματα για τον Άρη και σου σκάμε φράγκα μπόλικα». Κανονικά, θα έπρεπε να μου ανέβει το αίμα στο κεφάλι. Θα έπρεπε να τους βουτήξω από τα πέτα και να τους σκίσω σα χασέδες. Κανονικά. Ο Άρης ήταν τα πάντα για μένα –με πήρε από το τίποτα και με έφτιαξε άνθρωπο. Ακόμα και το πουκάμισο που φοράω τώρα, σ΄αυτόν το χρωστάω. Να μου πουν εμένα τέτοια πράγματα; Εγώ καρφί στον Άρη; Έπρεπε να τους πλάκωνα στη δεύτερη κουβέντα –αλλά καθόμουν και το σκεφτόμουν. Χρειαζόμουν λεφτά κι όταν σε ψήνει η ανάγκη, κοιμάται η ηθική σου. Γιατί, εγώ στο λέω –ο έρωτας κάνει τον άνθρωπο άλογο. Του περνάει χαλινάρια, του στρετσάρει μια σέλα στην πλάτη κι έχεις την κυρία να σπιρουνιάζει από πάνω σου. Μπορεί αυτό να το έχουν πει άλλοι, μπορεί και να το έχω διαβάσει –αλλά δεν είναι μπούρδα σαν τα υπόλοιπα που γράφουν τα βιβλία –το έχω ζήσει, σου λέω.
Πήγα και της το είπα –έφριξε. «Τι είναι αυτά; Θα καρφώνεις το αφεντικό σου; Κι αν είναι παράνομο; Αλλά και παράνομο να μην είναι –δε μου φαίνεται σωστό. Να ήταν για κάποιον άλλο, θα το δεχόμουν –αλλά όχι για τον Άρη! Αφού ξέρεις πόσο τον συμπαθώ τον Άρη!» Δεν το ήξερα, πρώτη φορά το άκουγα! Συμπαθεί τον Άρη; Πως δηλαδή; Από πού κι ως που; Τι δουλειά έχει αυτή με τον Άρη; Κάτι με δάγκωσε στο στήθος, φίδιασα! Βρε λες; Το άλλο πρωί είπα ΟΚ και άρχισα να χαφιεδίζω τον σημαντικότερο άνθρωπο που είχα γνωρίσει στη ζωή μου.
Και το κουβάρι ξετυλιγόταν, η Ίλδα γκρίνιαζε ακόμα, για άλλα θέματα και για τα ίδια θέματα, εγώ τραβούσα συνέχεια λεφτά -τελειωμό δεν είχε η ξεφτίλα. Πέφτανε τα μούτρα μου όταν τον έβλεπα, αλλά μετά γύριζα σπίτι και δεν είχα χρόνο να ντραπώ. Μου ρούφαγε όλη την προσοχή η Ίλδα και με άφηνε –σακί πατάτες –στο κρεβάτι ν΄αναρωτιέμαι. Τι κάνει όταν λείπω, τι πρέπει να κάνω για το χαμόγελό της –σπάνιο είχε καταντήσει, πολύτιμο σαν την ξεκούραση –και τελικά, τι νταραβέρια είχε με τον Άρη; Απλά τον γούσταρε ή κάτι περισσότερο; Τη ρώτησα πολλές φορές, χαμογελούσε μυστήρια και με διαόλιζε.
Νόμιζα ότι δεν ήξερε τι έκανα, νόμιζα πως δεν είχε καταλάβει. Αλλά ήξερε. Μου το είπε τώρα, πριν κάτι μέρες –«ξέρω τι κάνεις, ξέρω από πού βγάζεις χρήματα και ξέρω πως είναι αργά να κάνεις πίσω». Έτσι μου είπε, κώλωσα, έτρεμα! Άργησα να πάρω χαμπάρι ότι μου έδινε πλέον, αυτή, τις οδηγίες. Από πού κι ως που; Μετά κατάλαβα!
Στημένο ήταν από την αρχή και η Ίλδα στο κόλπο. Μιλημένη, αλλά από πότε; Μου πούλαγε έρωτα ή με αγάπαγε στ΄αλήθεια; Ποια είναι η Ίλδα τελικά; Ανάθεμα κι αν ξέρω –να σπάσει πάει το κεφάλι μου!
Καταλαβαίνω μόνο ότι με έπαιξε, με κουμάνταρε η άτιμη! Αλλά ξέρεις κάτι; Δεν τρέχει τίποτα. Κι αν ερχόταν στην αρχή να μου πει στα ίσα, «σου κάθομαι αρκεί να καρφώνεις τον Άρη», μπορεί και να το έκανα. Γιατί η Ίλδα ήταν ότι είχα θελήσει στη ζωή μου κι ακόμα περισσότερα. Είχα θελήσει μηχανές και κόντρες στα κόκκινα. Είχα θελήσει σταθερή δουλειά και ασφάλεια. Είχα θελήσει πολλά και ήταν όλα δεύτερα. Γιατί όταν γνώρισα την Ίλδα κατάλαβα πως τίποτα δεν θέλησα πραγματικά στη ζωή μου, τίποτα δεν πόθησα που γράφει και στον «Καζαμία». Αυτή μόνο και μόνο αυτή.
Δε με νοιάζει λοιπόν που ξεφτιλίστηκα, δε με νοιάζει που κατάντησα ένα μάτσο σκατά με παντελόνι φαρδύ, δε με νοιάζει αν ήξερε, δε με νοιάζει για τι ήρθε. Μόνο να μείνει θέλω κι ότι γίνει. Γιατί μόνος μου δεν θα ζω και γιατί τίποτα άλλο δεν έχω πια. Μόνο αυτή με νοιάζει.

1. Πληγωμένο ζώο
Θέλεις να φύγεις, δεν θέλεις να φύγεις, πρέπει να φύγεις. Για κάπου αλλού, μακριά από τρελαμένους κακομοίρηδες που σκοπεύουν να ανατιναχτούν μπροστά στα μούτρα σου. Αυτοί είναι οι πιο επικίνδυνοι, το γνωρίζεις καλά. Όποιος παίζει, έχει πάντα κάτι να χάσει γι΄αυτό είναι λογικός. Προβλέψιμος. Όταν όμως δεν έχεις τίποτα –γίνεσαι θηρίο, τυφλωμένο από το δικό σου αίμα. Επίφοβος. Γι’ αυτό πρέπει να φύγεις, γιατί αυτοί θα το πάνε μέχρι τέλους. Μέχρι να σε τραβήξουν μαζί τους στην καταστροφή –μην τους αφήσεις. Γιατί εσύ έχεις πολλά ακόμα να χάσεις –χρήματα και εξασφάλιση, ένα ψεύτικο όνομα που έφτιαξες μόνος σου, κομμάτι-κομμάτι. Και μια κρυφή ταυτότητα που θέλεις να παραμείνει έτσι –μην τους αφήσεις να σε βάλουν κάτω!
Κι αυτοί; Έχουν ακόμα γυναίκες και παιδιά –ανθρώπους που αγαπάνε και τους νοιάζονται. Άρα είναι ακόμα ευάλωτοι. Αλλά όχι για πολύ. Πρέπει να φύγεις γιατί σε λίγο δεν θα έχουν τίποτα, χαμένα κορμιά θα τριγυρίζουν ανάμεσα σε αυτά που ήταν κάποτε η ζωή τους και τότε θα έχουν γίνει σκέτες οδύνες του μυαλού. Όσο εσύ θα μαζεύεις τις βαλίτσες σου, αυτοί θα μετράνε πόνο, όταν εσύ θα περιμένεις το αεροπλάνο, αυτοί θα σκάβουν στα συντρίμμια. Γιατί; Επειδή είναι ηλίθιοι! Σαν όλα τα ανθρωπάκια που κυκλοφορούν με μάτια τσιμπλιασμένα από τις ελπίδες. Στραβοί είναι κι αυτό θα εκμεταλλευτείς –όπως πάντα. Γιατί βαριέσαι να διαβάσεις στα μακρινά αεροπορικά ταξίδια -προτιμάς να ακουμπάς στο μαξιλάρι της business class και να αναπολείς. Σε πόνεσαν και θα πονέσουν. Σου χάλασαν τη δουλειά και θα τους πάρεις τη ζωή. Μόνοι τους θα ψάχνουν τρόπο να πεθάνουν, όταν όλα τελειώσουν –δεν θα χρειαστεί ν΄ασχοληθείς περισσότερο μαζί τους. Κι εκείνη η πουτάνα που για χάρη της ξεκίνησε ο χαμός –εκείνη θα χαθεί πρώτη. Το πυροτέχνημά σου θα γίνει, πριν αρχίσει η γιορτή που τους ετοιμάζεις. Η εναρκτήρια τελετή –το χτύπημα χαμηλά, στο στομάχι, για να τους κοπεί η φόρα.
Βηματίζεις αργά, μέσα στο τεράστιο καθιστικό σου και κανονίζεις κάποιες τελευταίες λεπτομέρειες. Ανασαίνεις βαριά από την αναμονή, αλλά ξέρεις πως δεν πρέπει να βιαστείς. Τα καλά σχέδια μοιάζουν με τη νύχτα –πέφτουν πάνω στον κόσμο αργά και αναπόφευκτα. Αστείο δεν είναι; Κάθε μέρα, όλοι ξέρουν πως θα νυχτώσει αλλά το σκοτάδι τους βρίσκει, πάντα, απροετοίμαστους. Μαγειρεύουν, διαβάζουν, γράφουν, δουλεύουν, πίνουν –«ανάψτε ρε κανένα φως, δεν βλέπουμε τη μύτη μας!» Τότε τρέχουν όλοι, απορώντας –«μα πως δεν είχαμε καταλάβει ότι βράδιασε;» Γιατί ήσασταν απασχολημένοι με τις ζωούλες σας ρε!
Αυτοί με τι είναι, άραγε, απασχολημένοι; Μαζί σου –θέλει και ρώτημα; Λουφάζουν στις κρυψώνες τους, ψάχνοντας τρόπους να σε αντιμετωπίσουν, να σε τελειώσουν. Σα να τους βλέπεις είναι, χαμογελαστούς γιατί πιστεύουν ότι έχουν το πάνω χέρι. Άθελά σου, τρέμεις. Να φύγεις, να σωθείς, να τρέξεις –σύνελθε! Είσαι ακόμα δυνατός, είσαι ακόμα αυτός που γυρίζει τον τροχό. Κι αυτοί είναι ηλίθιοι που μπερδεύουν τις επιθυμίες τους με την πραγματικότητα –εκεί θα πατήσεις. Πάνω τους θα πατήσεις.
Η νύχτα περονιάζει τον κήπο σου και τα σκατόσκυλα ουρλιάζουν στο θολό φεγγάρι. Πίσω σου έχουν ήδη ανοίξει όλα τα φώτα –δεν είσαι μαλάκας εσύ, δεν είσαι σαν τους άλλους. Δίπλα σου το μπουκάλι έχει αδειάσει –δεν κατάλαβες πότε το ήπιες, δε νιώθεις μεθυσμένος. Πάνω σου σέρνεται ένα βρωμερό παρελθόν –σε λίγο θα κόψεις τα ροζιασμένα σκοινιά και το παρελθόν θα βουλιάξει σα βαρίδι στην αμνησία. Και έτσι θα γίνει γιατί έτσι πρέπει να είναι. Άσε τον κόσμο να σπαράζεται –εσύ θα περπατήσεις μακριά από όλα αυτά, με βήμα σίγουρο, σταθερό, όπως τότε που είχες και τα δυο σου πόδια.
Κάθεσαι στην πολυθρόνα δίπλα στο σβηστό τζάκι και σε παίρνει ο ύπνος χωρίς να καταλάβεις. Σου χρειαζόταν μετά την ένταση –λήθαργος χωρίς διακοπές, μακριά από σκοτούρες. Δυο δικοί σου μπαίνουν ξαφνικά, αλλά φρενάρουν απότομα όταν σε βλέπουν. Μουρμουρίζουν καθώς πισωπατάνε φεύγοντας, για το αφεντικό που «αποκοιμήθηκε, γέρασε, δεν είναι στα καλά του».
Γέρασες Σπύρο Κατσούλα κι αυτό είναι αμετάκλητο. Σαν το θάνατο ένα πράγμα.

(συνεχίζεται για λίγο ακόμα -μετά από τις απειλές του Στομάχη)

15. Ο εχθρός σου είναι ο καθρέφτης σου

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. “Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό”
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
9. Προετοιμασία μίσους
10. Άσπρος φόβος
11. “Όμως στο λέω -αυτή η νύχτα είναι κακιά”
12. Ένα πολυάσχολο κάθαρμα
13. Ένα ζευγάρι μπότες και κάτι μύγες
14. “Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων”

Σαν τα τσακάλια που περιμένουν διψασμένα ζώα, κρυμμένα κοντά στο ποτάμι. Σαν κοράκι που μαγνητίζεται από το ασπράδι των ματιών, περιμένει ο Άρης –διπλωμένος πίσω από το φράχτη, 200 μέτρα από την είσοδο της πολυκατοικίας του Κατσούλα. Ο φράχτης κλείνει γύρω από ένα μεγάλο κήπο με ξεραμένα φοινικόδεντρα –ιδιοτροπία πλουσίου, Βορείων Προαστίων. Ευτυχώς δεν υπάρχουν σκυλιά, ευτυχώς ο ιδιοκτήτης λείπει.
Ο Άρης χαζεύει αυτοκίνητα που σταματάνε για να φορτώσουν σακούλες και χαρτόκουτα –μετακομίζει στα κρυφά το κάθαρμα, θέλει να χαθεί για μια ακόμα φορά. Όχι τόσο εύκολα λεβέντη μου!
Το αθόρυβο κινητό δονείται –μήνυμα από τα παιδιά, «Αρχηγέ Γουίλι οι μαλάκες πλησίασαν πιο κοντά σήμερα». Τα παιδιά παρακολουθούν αυτούς που παρακολουθούν το πατρικό της Μάχης. Πέντε πρόθυμα ρεμάλια παράτησαν, εδώ και μια βδομάδα, τις δουλειές τους στην Αθήνα για να φιλοξενηθούν στα σπίτια πρόθυμων γειτόνων –περνάνε τις μέρες στα παράθυρα, πίσω από μισάνοιχτες κουρτίνες, παρακολουθούν και περιμένουν. Μόνο έτσι θα άφηνε ο Άρης τη Μάχη στους γονείς της. «Μην ανησυχείς, δεν είναι τίποτα –κάτι παλιές υποθέσεις. Με τα παιδιά τριγύρω, θα είσαι ασφαλής» και η Μάχη έτρεμε αποχαιρετώντας τον. Παράτησε την ψυχή του στα άδεια σεντόνια δίπλα της, μόνο ο φόβος τον έκανε να βγει από την πόρτα –να κυνηγήσει το κτήνος πριν τους κυνηγήσει αυτό. «Μην κάνετε τίποτα αν δεν φτάσουν στην πόρτα. Τότε μόνο, γαμήστε τους», αποστολή μηνύματος, το μήνυμα παραδόθηκε. Κι ο Άρης παρακολουθεί καθισμένος στο χώμα, βρώμικος, άυπνος, ζαλισμένος. Δεύτερη μέρα στη σειρά –κρυώνει υγρασία –ξημερώματα ήταν όταν τόλμησε να αφήσει την κρυψώνα του για να φάει κάτι. Μισό σάντουιτς και δυο φλιτζάνια καφέ, ένα μπουκάλι νερό για παρέα.
Βρήκε το σπίτι του Κατσούλα από μισή πληροφορία, αόριστη σαν ημικρανία. Ο δημοσιογράφος, ο φίλος του, άκουσε για μια απόπειρα ληστείας στα Βου Που –εντάξει αυτό δεν ήταν πρωτοφανές. Αλλά όταν έμαθε πως ο ληστής άρπαξε το όπλο ενός μπάτσου και αυτοκτόνησε –άρχισε να ψυλλιάζεται. Όχι τόσο από το ίδιο το γεγονός, όσο από τη μούγκα που έπεσε στην εφημερίδα του και τα κανάλια. Ληστεία με νεκρό και κανείς δεν λέει τίποτα; Ρώτησε, έμαθε -ο αστυνομικός συντάκτης του έδωσε τη διεύθυνση του περιστατικού και κάποιες αμυδρές περιγραφές των εμπλεκόμενων. Αμέσως ειδοποίησε τον Άρη και του πέρασε όλα τα στοιχεία από το ρεπορτάζ που δεν έγινε.
Ο Κατσούλας θα βγει από το σπίτι, όπου νάναι. Οι μπράβοι του είναι ήδη έξω –ένας ελέγχει το δρόμο όσο ο άλλος φέρνει το αυτοκίνητο. Σα σκιά τον διακρίνει πίσω από το παρμπρίζ του τζιπ –άσπρισε ο καργιόλης και μυρίζει νευρικότητα από χιλιόμετρα. Δεν τολμάει να μπει σπίτι του ο Άρης, γιατί θα υπάρχει κόσμος που φροντίζει για τη μετακόμιση. Όταν ησυχάσουν λίγο τα πράγματα θα ακολουθήσει τα αυτοκίνητα –πρέπει να μάθει την καινούργια του διεύθυνση.
Ο ήλιος πάει να μεσημεριάσει και υπάρχει νέκρα στη γειτονιά. Ένα τσιγάρο θάβεται δίπλα στα παπούτσια του, στην τρύπα από φρέσκο χώμα. Ποιος ήταν ο ληστής που αυτοκτόνησε; Και γιατί; Δεν ήθελε να πέσει στα χέρια των μπάτσων κι ο Κατσούλας, για κάποιο λόγο, δεν μπορούσε να βάλει τους δικούς του να τον καθαρίσουν. Άρα δεν ήταν ληστής. Κάποιος επιτέθηκε στον Κατσούλα –προφανές το συμπέρασμα. Κι ο κάποιος ήταν απεγνωσμένος όταν απέτυχε. Δεν συνεχίζει άλλο τη σκέψη του ο Άρης, δεν θέλει άλλα συμπεράσματα. Μη σου πω ότι τα φοβάται κιόλας!
Δυο γομάρια κατεβαίνουν, κουβαλώντας κούτες. Δικοί του είναι αυτοί -ο Άρης σκοτώνεται να κάνει τον γύρο του κήπου. Ακριβώς από πίσω έχει κρύψει τη Ντεσπεράντο –θα τους προλάβει;
Η μοτοσικλέτα στρίβει σβηστή μόλις ξεκινάει το αυτοκίνητο –αλλά ο Άρης δεν ακολουθεί. Θέλει να βεβαιωθεί πως δεν έχουν ουρά οι αχθοφόροι του Κατσούλα και μετά θα τους πιάσει στην κίνηση. Το αυτοκίνητο ανεβαίνει με κατεύθυνση προς Εκάλη –τεράστιες πρασιές κρύβουν πλουσιόσπιτα, η κυκλοφορία στους δρόμους μειώνεται. Ο Άρης μένει όλο και πιο πίσω, σε λίγο θα είναι αδύνατο να τους ακολουθεί σε έρημους δρόμους –βρίζει μέσα του καθώς τους χάνει σε κάθε σταυροδρόμι. Είναι απορροφημένος με την παρακολούθηση, μπερδεμένος από τα αδιέξοδα δρομάκια, γι΄ αυτό αργεί να πάρει είδηση το μίνι που χαζεύει, μισοχωμένο ακόμα, στο στενό πίσω του. Αποφασίζει τελικά να πάρει τον αριστερό δρόμο, από διαίσθηση –βρίσκεται να ακολουθεί σήματα υποχρεωτικής πορείας που οδηγούν στην αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που χάθηκαν οι άλλοι.
«Δε βαρέθηκες να κάνεις γύρους; Θα ζαλιστεί το τετράγωνο και θα πέσει», ακούει τη φωνή και μόνο τότε συνειδητοποιεί ότι το μίνι τον ακολουθεί. Χαμογελάει μισό κιλό παγάκια, πλησιάζοντας το παράθυρο του οδηγού …
«Τι θες εσύ εδώ;»
«Ότι κι εσύ υποθέτω» απαντάει ο Πέτρος.
Αμίλητοι, απομακρυσμένοι, αμήχανοι.
«Ακολούθησέ με και κάνε ότι κάνω. Οι ερωτήσεις μετά –εντάξει;» ο Πέτρος ξεκινάει χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Ο Άρης πηγαίνει χαλαρά, με δευτέρα –στρίβει πίσω από το μίνι και χώνεται δίπλα του στο υπόγειο γκαράζ της χλιδάτης πολυκατοικίας.
«Τι είναι εδώ;» ρωτάει.
«Θα δεις».
Ο Πέτρος οδηγεί το ασανσέρ στον τελευταίο όροφο, ο διάδρομος μυρίζει φρεσκοβαμμένο ξύλο …
«Για ακολούθα με στο κλιμακοστάσιο», λέει ανεβαίνοντας τη σκάλα.
Η ταράτσα της πολυκατοικίας έχει θέα τα έλατα, αγκαζέ με ασυννέφιαστο ουρανό, πηγαίνουν προς τα κάγκελα …
«Βλέπεις τη μονοκατοικία εκεί, απέναντι;» του δείχνει ένα σπίτι με πισίνα, σκυλιά που κόβουν βόλτες και κόσμο που πηγαινοέρχεται.
Η Άρης τη βλέπει. Βαριά πόρτα από μαντέμι, αυλή δυο στρέμματα τριγύρω κι ένα σπίτι καλυμμένο από δέντρα.
«Το νέο σπίτι του φίλου μας», λέει ο Πέτρος και φτύνει στο κενό –πέρα από τα κάγκελα. Ο Άρης κάνει το ίδιο.
«Πάμε τώρα και στη φωλίτσα μας», προτείνει ο Πέτρος.
Το διαμέρισμα είναι άδειο, με θέα στην πίσω αυλή της πολυκατοικίας. Δυο πλαστικές καρέκλες, ένα στρώμα και κάποιο γκαζάκι για καφέ δίπλα στο τζάκι.
«Τι είναι εδώ;» ρωτάει ο Άρης.
«Διαμέρισμα σε κυριλέ γειτονιά. Νεόκτιστο και πανάκριβο. Πριν τρεις μέρες το νοίκιασα», κερνάει τσιγάρο ο Πέτρος.
«Και …», ξεκινάει ο Άρης, αλλά δεν προλαβαίνει να πει κάτι άλλο.
«Περίμενε –όλα έχουν τη σειρά τους», τον διακόπτει ο Πέτρος, ψάχνοντας την δεξιά τσέπη του τζιν του. Μετά απλώνει την παλάμη του μπροστά στα μούτρα του άλλου-«αυτό είναι δικό σου έτσι;»
Ο Άρης παίρνει τη βέρα, χαζεύει για λίγο τα γράμματα στο εσωτερικό της –«100 φορές και θα είναι λίγες». Τη φοράει αργά –πίστευε ότι την είχε χάσει στο νοσοκομείο, μετά το ατύχημα.
«Που τη βρήκες;»
«Ένα –ένα», λέει ο Πέτρος. «Θυμάσαι τον Αποστόλη; Ναι, το συμφοιτητή μας, που δούλευε στην εκδοτική. Άκου τώρα μια ιστορία για κανίβαλους», σβήνει το τσιγάρο του και βάζει νερό να ζεστάνει στο γκαζάκι. «Καφέ θα πιεις έτσι; Ο Αποστόλης λοιπόν ήταν τσιμπημένος με την Κάτια, την κοπελίτσα που δούλευε στο βιβλιοπωλείο -ξέρεις. Αναρωτιέσαι γιατί χρησιμοποιώ αόριστο; Γιατί το βιβλιοπωλείο το έκαψαν κάτι φασιστόφατσες, πληρωμένες καταλαβαίνεις από ποιόν και η εκδοτική φούνταρε από τα χρέη. Αλλά, αυτή η Κάτια πολύ με συμπαθούσε –σαν πατέρα με είχε, μη γελάς ρε μαλάκα! Τώρα που έκλεισε το μαγαζί, με παίρνει τηλέφωνο στο άσχετο και μιλάμε, μη γελάς λέω! Τις προάλλες δέησε ο Αποστόλης να της εξομολογηθεί τονβ έρωτά του –στο πολύ ντροπαλό βέβαια και στο διακριτικό –αλλά της είπε και κάτι που την προβλημάτισε. Της είπε πως σύντομα θα έφευγε γιατί άνοιγε μια έδρα στην Ξάνθη, στο Πανεπιστήμιο –αυτός ήταν κι ο λόγος που της έκανε κρούση εσπευσμένα, έτσι το έθεσε.
Παραξενεύτηκα γιατί ο Αποστόλης δεν μου είχε πει πως έκανε αίτηση για θέση σε Πανεπιστήμιο, άσε που έχει να δημοσιεύσει ο άνθρωπος από την εποχή του διδακτορικού του. Αλλά για τη θέση έμοιαζε σίγουρος –πως θα την έπαιρνε με μηδενικά προσόντα; Πήγα λοιπόν και τον έπιασα. Τον ρώτησα αν είχε τίποτα σχέδια για δουλειά –μπα, μου λέει, ξεραΐλα και προοπτικές μηδέν. Τότε τι λες στην Κάτια για θέση στο Πανεπιστήμιο; τον ρωτάω. Κιτρίνισε ο Απόστολος, γλώσσεψε τη μπέρδα του κι έτσι. Ώπα, σκέφτομαι, εδώ βγάλαμε λαυράκι! Μόνο που δεν μπορούσα από την αρχή να υπολογίσω πόσα κιλά ήταν!
Για να μην πολυλογώ, ο Αποστόλης μου ξέρασε ότι δούλευε για τον Κατσούλα (φτου), ο οποίος τον είχε τόσα χρόνια δίπλα μου, για να καρφώνει τις κινήσεις μου. Και του είχε τάξει θεσούλα σε Πανεπιστήμιο ως αντάλλαγμα –πως σου φαίνεται η ιστορία; Αναύδος; Συνεχίζω.
Μετά από πολιτισμένο διάλογο, πείθω τον Αποστόλη να μου πει όσα ξέρει για το κάθαρμα και μαθαίνω μέχρι και τη διεύθυνση του σπιτιού του. Τον απειλώ κιόλας ότι, έτσι και κάνει τίποτα για να ειδοποιήσει τον … (φτου) θα τα ξεράσω όλα –ότι αυτός τον κάρφωσε –και μετά, ας καθαρίσει μόνος του. Τρομοκρατημένος και να κλωσάει τ’ αυγά του ο Απόστολος πλέον –με εννοείς, έτσι; Πάω λοιπόν στο σπίτι του μαλάκα, πιάνω κουβέντα με μια γειτόνισσα –αν υπάρχει διαμέρισμα ελεύθερο στην πολυκατοικία, στη γειτονιά και λοιπά. Μάλλον φεύγει ο κύριος Οικονόμου –τρόμαξε με όσα έγιναν και πάει να μείνει αλλού, μου λέει η καλή κυρία. Τι έγινε; Ένας παρανοϊκός του επιτέθηκε και όταν τον πιάσανε κάτι γείτονες, έκλεψε το περίστροφο ενός αστυνομικού και σκοτώθηκε. Το ξέρεις αυτό ήδη –σωστά; Φεύγει λοιπόν η καλή κυρία και χώνομαι στην πολυκατοικία. Ψάχνω τον τόπο της μάχης, βλέπω κάτι ίχνη από αίμα στον ημιόροφο –ψάχνω καλύτερα. Πίσω από το παράθυρο του φωταγωγού, στην εξωτερική πλευρά βρήκα τη βέρα σου. Κατάλαβες;»
Κατάλαβε ο Άρης. Με το τσιγάρο να καίγεται τζάμπα στο δεξί του χέρι, με τα μάτια κολλημένα στο σβηστό τζάκι. Ήξερε από πριν δηλαδή, αλλά δεν ήθελε να πιστέψει. Ο Κώστας πεθαμένος κι αυτοί να ξύνονται από απόσταση –υπάρχει περιεκτικότερος ορισμός της ξεφτίλας για μια παρέα; Κάποτε θα ούρλιαζε, παλιότερα μπορεί και να έκλαιγε αλλά ήταν πλέον γερασμένος. Παραιτημένος. Δειλός. Κατάλαβες;
Ο Πέτρος του έφερε καφέ -ήπιαν σκεφτικοί. Κάπνισαν κιόλας –μετρώντας στάχτες και διαλυμένες ιστορίες που τραβάνε μοναχικές διαδρομές. «Ήταν κάποτε μια παρέα», έτσι θα έλεγαν. Ποιοι; Όσοι τους ήξεραν -και το τέλος της ιστορίας θα έμοιαζε με αποτυχημένο ανέκδοτο, «ήταν κάποτε μια παρέα και μετά δεν ήταν». Γαμημένες καταστάσεις, όπως και να το πεις.
«Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε ο Άρης και, μάλλον, ήταν από τις λίγες φορές στη ζωή του που δεν είχε έτοιμη την πρόταση.
«Τον ξεσκίζουμε, θέλει και ρώτημα; Είχε βάλει άτομο δίπλα μου, στα σίγουρα υπάρχει κάποιος δικός του κοντά σε σένα, μας παρακολουθούσε τόσα χρόνια ο μπάσταρδος! Δεν ξέρω τι έκανε στον Κώστα, αλλά εμένα μου γάμησε τη ζωή, όσο μπορούσε…»
«Έτσι δεν ήταν πάντα; Συνέχεια στο πήδημα δεν μας είχε;»
«Ναι, εντάξει –φταίξαμε κι εμείς. Τον ξεφτιλίσαμε μπροστά σε όλη τη Σχολή, τον αφήσαμε ανάπηρο … κι όλα αυτά …»
«Θα πιάσεις τώρα την κουβέντα που ξεκινήσαμε στο γάμο μου; Θα μου πεις ότι ήμασταν υπερβολικοί και μπορεί στην τελική να τον γούσταρε η Άλεξ λόγω αγαμίας; Θα πεις ότι τίποτα δεν έχει αποδειχτεί;»
«Άραξε … δεν πρόκειται. Η κουβέντα τελείωσε τότε, μαζί με όλα τ’ άλλα. Σε τελική ανάλυση, δικαιολογίες ψάχναμε όλοι για να μην κάνουμε τίποτα –κι εσύ … μια από τα ίδια και οι τρεις μας …»
«Οι δυο μας. Ο Κώστας ήταν ο μόνος καθαρός. Περίμενε σαν το κάρβουνο κάτω από την εφημερίδα –εμείς μόνο το παίζαμε γιαλαντζί οργισμένοι».
«Τέλος πάντων», ο Πέτρος κοιτάζει τα δάχτυλά του. «Το θέμα είναι πως ο ξεφτιλισμένος τα θυμάται όλα και θέλει ρεβάνς. Προφανώς χέστηκε πάνω του όταν τον ανακάλυψε ο Κώστας –αλήθεια πως τα κατάφερε; Τώρα θα κοιτάξει να βολευτεί εδώ πέρα και αμέσως μετά, θα μας πάρει στο κυνήγι».
«Έχει βάλει ήδη δικούς του και παρακολουθούν το σπίτι των γονιών της Μάχης».
«Και την παράτησες εκεί;»
«Μη νοιάζεσαι –έχω κανονίσει. Εδώ τι γίνεται;»
«Σκυλιά, σεκιουριτάδες, συναγερμοί –τα είδα όλα να στήνονται».
«Άρα;»
«Άρα τον βουτάμε φόρα παρτίδα ένα όμορφο πρωινό –πριν χωνέψει τα κορν φλέικς του, για περισσότερο εφέ, και …»
«Μαλακίες, δεν γίνονται έτσι αυτά. Το πιο πιθανό είναι να καταλήξουμε σαν τον Κώστα. Αλλά και να κάναμε τίποτα, θα μας μάντρωναν αμέσως μετά οι μπάτσοι. Και τότε τι γίνεται η Μάχη με την Αφροδίτη;»
Ο Άρης κοιτάζει την αυλή της πολυκατοικίας. Κάποτε έβλεπαν ακάλυπτους από τα παράθυρά τους, τώρα είναι ακάλυπτοι οι ίδιοι. Υπήρξε εξέλιξη όσο να πεις!
«Με τη Μαρία τι θα γίνει;»
«Τι να γίνει δηλαδή;»
«Ν΄αφήσουμε τις μαλακίες ρε Πέτρο. Όταν πεθαίνει κάποιος δικός μας κρυβόμαστε στις ζωούλες μας και αναρωτιόμαστε –τι ωφελεί. Δεν είναι έτσι. Πρέπει να το πούμε στη Μαρία –πρέπει να ξέρει».
Έχει δίκιο. Έτσι πρέπει να κάνουν και δεν χρειάζονται πολλές κουβέντες για να το αποφασίσουν. Περιμένουν μόνο λίγο –να ηρεμήσουν τα πράγματα στο απέναντι σπίτι και μετά της τηλεφωνούν. Ο Πέτρος …
«Έλα Μαρία τι γίνεται;»
«Όπως τα ξέρεις. Κανένα νέο από τον Κώστα.»
«Που να βρεθούμε;»
«Στο ίδιο μέρος με την προηγούμενη φορά –όταν σχολάσω. Είναι καλά;»
«Μπα –δε λέει. Θα περάσω να σε πάρω από τη δουλειά σου και πάμε κάπου αλλού».
«Εντάξει».
Κοιτάζονται με το κλειστό τηλέφωνο ανάμεσά τους. Ένα σιωπηλό τηλέφωνο είναι απελπισία κι αυτό μοιάζει, συνήθως, οριστικό. Σκέφτεται να το αλλάξει λίγο ο Πέτρος …
«Θέλεις να τον τρομάξουμε λίγο ακόμα;»
Ο Άρης τον κοιτάζει απορημένος –δεν ξέρει πως ο Αποστόλης του έχει δώσει και τον αριθμό του Κατσούλα, δεν ξέρει πως ήδη ο Πέτρος τον έχει απειλήσει μια φορά. «Για να του κόψω τη φόρα», εξηγεί ο Πέτρος, βάζοντας τη συσκευή του στην απόκρυψη.
Καλεί τον αριθμό και περιμένει. Το κλείνει και ξαναπαίρνει –«δεν το σηκώνει όταν δεν βλέπει ποιος καλεί. Στην αρχή τουλάχιστον –μετά σπάει».
Στην τέταρτη προσπάθεια υπάρχει ανταπόκριση –ο Πέτρος βάζει ανοιχτή ακρόαση και πετάει τη συσκευή στον Άρη.
«Ποιος είναι;»
«Ρωτάς σα να μην ξέρεις Κατσούλα».
«Ποιος είσαι;»
«Αυτός που θα σου ξοφλήσει τα χρωστούμενα ρε μαλάκα»
«Δεν σε καταλαβαίνω»
«Θα έχεις όλο τον χρόνο –μην ανησυχείς. Τα λέμε σύντομα Κατσούλα».
Αυτό το κλειστό τηλέφωνο δε φέρνει απελπισία. Τρόμο, σιχασιά, φλέβες που τσιτώνουν στα μηνίγγια –αλλά όχι απελπισία. Γελάνε και οι δυο τους βεβιασμένα.
«Χεσμένος πάνω του είναι».
«Κι ακόμα δεν ξεκινήσαμε»
«Έχεις κάτι στο μυαλό σου;»
«Όλα στην ώρα τους».
Φεύγουν με το μίνι του Πέτρου για τη δουλειά της Μαρίας. Περνάνε το κέντρο αφήνοντας χαζές κουβέντες μισοτελειωμένες.
«Έχω σκοτοδίνες», λέει ο Άρης.
«Δηλαδή;»
«Μετά το ατύχημα .. ζαλάδες, χασίματα … τέτοια πράγματα».
«Προσωρινό;»
«Ουδέν μονιμότερο –έτσι δεν πάει;»
«Ελπίζω να μην το πάθεις όταν σε χρειαστώ».
Και μετά χαζεύουν την κίνηση, έξω από τη δουλειά της Μαρίας, σχολιάζουν κάτι χοντρές συναδέλφους της, που επιμένουν να κυκλοφορούν με στενά παντελόνια -«φαρδιά είναι ρε, αλλά πάνω της δείχνουν κολάν» και περιμένουν.
Η Μαρία βγαίνει αργοπορημένη –κάποια Μαρία τέλος πάντων, με καροτί βαμμένο μαλλί, με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια και νευρικό βήμα. Όταν τους βλέπει μαζί –θολώνει….
«Εσείς μαζί; Τι έπαθε ο Κώστας; Τι έγινε;»
Ο Άρης τραβάει το κάθισμά του και την βάζει μέσα. Κάθεται δίπλα της όσο ο Πέτρος φεύγει αγχωμένα.
«Τι έγινε; Μιλήστε».
«Πέθανε ο Κώστας, Μαρία μου», την σφίγγει στην αγκαλιά του ο Άρης για να αποφύγει την αντίδρασή της. Κλείνει τα μάτια –τέτοιες ώρες εύχεται να ήταν αυτός ο πεθαμένος, αλλά αμέσως μετά, βλέπει τα δακρυσμένα μάτια της Μάχης και το μετανιώνει.
«Πες μου τι έγινε», ρωτάει μια ανέκφραστη μάσκα της.
«Δεν ξέρουμε ακριβώς. Πήγε στο σπίτι του Κατσούλα και … μάλλον αρπάχτηκαν, το γεγονός είναι πως βούτηξε το όπλο ενός μπάτσου κι αυτοκτόνησε. Έτσι έμαθα από ένα φίλο μου δημοσιογράφο …»
«Που τον έχουν;»
«Δεν ξέρω. Την κουκούλωσαν την υπόθεση λόγω Κατσούλα».
Η Μαρία κοιτάζει έξω από το τζάμι, ακουμπάει τη γροθιά της στην πλαστική χειρολαβή …
«Οι μαλακίες σας! Οι μαλακίες σας πάντα! Σαν τα μικρά παιδιά να κυνηγιόσαστε με τον Κατσούλα –γελοίοι! Και γιατί; Πες μου ρε Άρη –γιατί; Επειδή πηδήχτηκε με την Άλεξ; Για μια αλλοπαρμένη χάθηκε ο άντρας μου;»
Ο Πέτρος κοιτάζει τον καθρέφτη ενώ οδηγεί κι ο Άρης χαζεύει τα πλαϊνά αυτοκίνητα. Τι να απαντήσεις στις λογικές κατηγορίες; Πώς να υπερασπιστείς τα μόνα πράγματα που είχαν αξία στη ζωή σου –όταν εσύ, πρώτος τα έχεις ξεπουλήσει;
«Και τι θα κάνετε τώρα;» λέει ήσυχα η Μαρία.
Ανακουφισμένοι που η κρίση πέρασε δεν μιλάνε. Δεν απαντάνε.
«Θα τον κυνηγήσετε έτσι; Σαν καλά κορόιδα θα διαλύσετε τις ζωές σας, μπορεί και να τις χάσετε –αλλά δεν τρέχει τίποτα! Σωστά; Η μαγκιά σας πάνω απ΄όλα!»
«Έχεις κάτι άλλο να προτείνεις;» ρωτάει τελικά ο Άρης.
«Γιατί; Σκοπεύεις ν΄ακούσεις;» έρχεται η ειρωνεία της.
«Λέγε Μαρία. Δεν βγάζει πουθενά ο καυγάς», επεμβαίνει ο Πέτρος.
Και η Μαρία τους λέει. Πράγματα που μόνο οργισμένες γυναίκες μπορούν να συλλάβουν, εκδίκηση που μόνο μέσα από βαθιές πληγές αναβλύζει. Όταν τελειώσουν μαζί του θα είναι ασφαλείς, αλλά θα έχουν χάσει οτιδήποτε τους κάνει να ξεχωρίζουν από αυτόν. Και θα έχουν φορέσει τη δική του προβιά –μπορούν να το κάνουν;
Την επόμενη μέρα θα περάσουν από τη γραμματεία της Παντείου. Θα νευριάσουν γιατί δεν βγάζουν άκρη, μέχρι που ο Άρης θα πετύχει μια παλιά γνωστή. Αυτή θα τον αφήσει να σκαλίσει παλιά αρχεία εγγραφής φοιτητών –είναι θαύμα που τα φυλάνε ακόμα, σκέτη σκονισμένη γραφειοκρατία δηλαδή –αλλά θαύμα!
Θα πέσουν πάνω σε παλιούς συμφοιτητές, θα σχολιάσουν ότι οι περισσότεροι φαίνονταν σαν μαλάκες φύτουλες και η αλήθεια είναι πως οι περισσότεροι ήταν κιόλας! Θα αποφύγουν να δουν τα έντυπα που αφορούν τον Γιαννάκη ή την Άλεξ και, κατά το μεσημέρι, θα πετύχουν τον φάκελο του Κατσούλα. Φωτοτυπία δελτίου ταυτότητας, τόπος γέννησης, όνομα πατρός και όλα τα σχετικά.
«Ρε συ, από τα Σεπόλια ήταν ο άθλιος;»
«Έτσι λέει. Σημείωνε τώρα για να φεύγουμε –σε λίγο θα μας πετάξουν έξω με το ζόρι».
Θα φύγουν τρέχοντας, με τις σημειώσεις, τσαλακωμένες στις τσέπες για να ψάξουν τη Μαρία. Που έχει πάρει άδεια από τη δουλειά της κι έχει φροντίσει να αφήσει τον Δημήτρη σε συγγενείς. Μαζί θα ξεκινήσουν, για να βρουν τις ρίζες του Κατσούλα. Γιατί όπως είπε και η Μαρία –«το κακό κόβεται από τη ρίζα του, αλλιώς ξαναφουντώνει».
Έτσι βρέθηκαν, σε μια γειτονιά ξεχασμένη στη δεκαετία του ’70. Σπίτια με βρώμικες αυλές, παρκαρισμένα αυτοκίνητα στη μέση του δρόμου και τσιμέντο να καλύπτει τα παρτέρια. Τι γινόταν αν δεν έμενε κανένας πια εκεί; Τι γινόταν αν αυτό δεν ήταν πλέον το πατρικό του Κατσούλα; Ο Άρης ευχόταν να είναι έτσι τα πράγματα –τρόμαζε να περπατήσει στο δρόμο της Μαρίας. Αλλά η ετοιμόρροπη μονοκατοικία στο νούμερο 35 του δρόμου έκρυβε μια καμπουριασμένη γριά που σκούπιζε στην τσιμεντένια αυλή. Την κοίταζαν ανέκφραστοι και προσπαθούσαν να καλυφθούν πίσω από ψεύτικο κυνισμό –«του μοιάζει», «ναι είναι το ίδιο άσχημη», «και ασουλούπωτη» -ανέκφραστοι αλλά ο Άρης φόρεσε ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά μήπως και κατεβάσει τον κόμπο από το λαιμό του.
«Θα περιμένουμε να νυχτώσει», είπε η Μαρία.
«Θα μας δουν αν περιμένουμε εδώ», παρατήρησε ο Πέτρος.
«Και τι έγινε; Σιγά μην ψυλλιαστούν τίποτα!» τον έκοψε αυτή.
Άναψαν τσιγάρα ταυτόχρονα –η Μαρία δεν κάπνιζε, έβγαλε μια τσίχλα από την τσάντα της και άρχισε να μασουλάει. Κοιτάζοντας.
Η γριούλα χώθηκε στο σπίτι όταν καθάρισε την αυλή, ξαναβγήκε με ένα καρότσι λαϊκής και πέρασε πολύ κοντά τους, δεν τους πρόσεξε γιατί είχαν φροντίσει να περπατάνε –δήθεν αδιάφορα –στο απέναντι πεζοδρόμιο.
«Γιατί το κάνεις αυτό;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Γιατί πρέπει. Δεν ξέρω αν αγαπούσα πια τον Κώστα –μπορεί να ήταν η συνήθεια, η σιγουριά ότι θα τον έχω ξαπλωμένο στον καναπέ, να βλέπει τηλεόραση γελώντας. Το ξέρατε ότι τρελαινόταν στα γέλια με τις ειδήσεις; Έκανε ζάπινγκ από κανάλι σε κανάλι για να μη χάσει τα παράθυρα –μέχρι και αγαπημένους σχολιαστές είχε. Κάτσε να δεις, τώρα θα πει για βιώσιμες λύσεις, τώρα θα μιλήσει για κοινωνία των πολιτών –έτσι μου έλεγε. Κι εγώ γκρίνιαζα που δεν ασχολείται με τίποτα, που πρέπει να συμμαζέψω το σπίτι ενώ αυτός ζει στον κόσμο του. Δίκιο δεν είχα; Και τι έγινε; Τώρα η τηλεόραση είναι μονίμως κλειστή κι ο καναπές άδειος –αυτό έγινε. Πονάω κάθε φορά που το βλέπω και κάποιος πρέπει να πονέσει το ίδιο. Όχι γιατί θα ανακουφιστώ από τον ξένο πόνο, αλλά γιατί πρέπει. Σε κάλυψα;»
Ο Πέτρος το σκέφτηκε κι ο Άρης το σκέφτηκε –αλλά δεν έβγαινε άκρη. Επειδή άδειασε ένας καναπές ή γιατί χάθηκαν κάποιες ζωές, επειδή έκλεισε μια τηλεόραση ή για να ησυχάσουν οι αναμνήσεις τους –δεν υπάρχει δικαιολογία όταν καταστρέφεις, γιατί η καταστροφή αρχίζει από εσένα πρώτα. Άφησαν τα ηθικά διλλήματα και βάδισαν προς το τέλος με αβέβαια παπούτσια. –κουβαλώντας ένα ασήκωτο δοχείο με πετρέλαιο και μπόλικα στουπιά. «Θα φτάσει;» «Όσο φτάσει». Έκρυψαν τα σύνεργα στον μίζερο κήπο της –αμέσως μετά, δοκίμασαν την κλειδωμένη πόρτα. Ο Άρης ήταν έτοιμος να τη σπάσει, αλλά η Μαρία βρήκε ανοιχτό το παράθυρο στην κουζίνα –χώθηκαν μέσα, γεμίζοντας με λάσπες το νεροχύτη.
Το σπίτι μύριζε βρασμένο λάχανο και παλιά έπιπλα. Δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν παλιές φωτογραφίες πάνω στο σκρίνιο –η γριούλα, νεότερη αλλά το ίδιο άσχημη, αγκαλιά με έναν ασπρόμαυρο μουστακαλή, ο Κατσούλας με σπυριά στη μούρη και γραβάτα, η οικογένεια καθισμένη σε μια κουβέρτα κάτω από δέντρα, ο Κατσούλας με μούσι, έτσι όπως τον θυμόντουσαν από τη Σχολή. Κάθισαν στον ξεχαρβαλωμένο καναπέ –απέναντι από την τηλεόραση που κοιμόταν, καλυμμένη από λουλουδάτο σεντόνι κι ανέπνευσαν σκόνη, ανακατεμένη με υγρασία. Χρειάστηκε να περιμένουν μισή ώρα, αμίλητοι –τεντωμένοι.
Όταν ακούστηκε το κλειδί στην πόρτα, κράτησαν τις ανάσες τους. Η Μαρία τους κοίταζε, ψάχνοντας να εντοπίσει διάθεση οπισθοχώρησης κι αυτοί έσφιγγαν τις γροθιές τους. Για να κρατηθούν.
«Ποιοι είσαστε εσείς;» τσίριξε η γριούλα, αφήνοντας τις σακούλες να φύγουν από τα χέρια της. Έκανε να γυρίσει προς την πόρτα αλλά ο Πέτρος ήταν ήδη όρθιος πίσω της.
«Κάτσε κάτω γιαγιά και δεν θα σε πειράξουμε», είπε ήσυχα η Μαρία.
Η γριά έμεινε με ανοιχτό στόμα, μπερδεμένη. Ήθελε να φωνάξει «βοήθεια» αλλά φοβόταν να το κάνει. Ο Πέτρος την τράβηξε αποφασιστικά από το μπράτσο και την έβαλε να καθίσει σε μια πολυθρόνα. Πάνω από το κεφάλι της στάθηκαν και οι τρεις μαζί.
«Δεν έχουμε τίποτα μαζί σου γιαγιά. Με το γιό σου τα έχουμε», της είπε η Μαρία.
«Το Σπύρο μου; Τι σας έκανε το παιδί; Αυτός …»
«Αυτός είναι κάθαρμα γιαγιά. Είναι υπεύθυνος για το θάνατο του άντρα μου, έχει βιάσει, κλέψει και καταστρέψει κόσμο …»
«Το παιδί μου;»
«Το κάθαρμα! Χαφιές της Ασφάλειας, μπλεγμένος σε κάθε βρωμοδουλειά …»
«Ο Σπύρος μου; Χαφιές; Όχι κορίτσι μου –ο Σπύρος δεν κάνει τέτοια. Έχει δει να σέρνουν τον πατέρα του οι ΕΣΑτζήδες, έχει δει τους χωροφύλακες να σπάνε τα παιχνίδια του όταν μας έψαχναν το σπίτι … Όχι χαφιές ο Σπύρος μου!»
«Χαφιές. Και βιαστής. Κατάστρεψε μια κοπέλα -στο ψυχιατρείο είναι από αυτόν. Και φταίει που πέθανε ο άντρας μου».
Η γριά βάζει το κεφάλι της ανάμεσα στα χέρια, τρέμει και αρνείται τα πάντα –«όχι το παιδί μου, όχι ο Σπύρος μου». Και οι άλλοι συνεχίζουν ανελέητοι. Κάθε πράξη του Κατσούλα μεγεθύνεται, κάθε ενέργειά του βάφεται με ελεεινά κίνητρα –«δεν τον λένε Κατσούλα πια το γιο σου, Οικονόμου τον λένε και περνιέται για σπουδαίος. Αλλά είναι φονιάς και κλέφτης –από τους χειρότερους».
Την αφήνουν σε σύγχυση καθώς φέρνουν μέσα το δοχείο –η Μαρία κάθεται δίπλα της όσο οι άλλοι δύο ποτίζουν τις κουρτίνες με πετρέλαιο.
«Δεν έχει να κάνει με σένα γιαγιά –αλλά μ’ αυτόν. Θα πληρώσει για όλα –να του το πεις όταν τον δεις. Θα ψοφήσει τόσο ξεφτιλισμένα όσο έζησε, να του το πεις γιαγιά».
Ο Άρης συνεχίζει να καταβρέχει τα έπιπλα ενώ ο Πέτρος βγαίνει στον κήπο. Τηλεφωνεί από απόκρυψη σε ένα κουτσομπολίστικο κανάλι. «Σας μιλάω εκ μέρους της οργάνωσης ‘Ασυμβίβαστοι Μαχητές Πόλεων’. Αυτή τη στιγμή αποδίδουμε δικαιοσύνη καίγοντας το σπίτι του μεγαλοκαθάρματος Σπύρου Κατσούλα, οδός τάδε, αριθμός τάδε. Ο άνθρωπος αυτός κυκλοφορεί με το όνομα ‘Αντρέας Οικονόμου’ διευθυντής εταιρείας και θεωρείται ευυπόληπτος πολίτης ενώ στην πραγματικότητα είναι παιδεραστής. Δεν θα σταματήσουμε αν δεν δώσουμε ένα καλό μάθημα στη σάπια κοινωνία σας. Περισσότερα στοιχεία θα βρείτε σε προκήρυξή μας που έχει ήδη σταλεί σε εφημερίδες και τηλεόραση». Κλείνει το τηλέφωνο χαμογελώντας. Σεξουαλικό θέμα με κοινωνικές διαστάσεις –το κανάλι δεν θα το ψάξει πολύ. Θα τρέξει να καλύψει το γεγονός για να μη χάσει την αποκλειστικότητα –δεν θα περιμένουν καν να τους έρθει η δήθεν προκήρυξη.
Ο Άρης ανάβει τα στουπιά σε κάθε γωνιά του σαλονιού, ενώ η Μαρία τραβάει έξω τη γριά. Δεν αντιστέκεται καθόλου –μένει μόνο να κοιτάζει τη φωτιά που γλύφει τα τζάμια και να τραβάει βουβά τα μαλλιά της. Ο Άρης ξαναμπαίνει στο σπίτι, κλωτσάει τραπέζια, μετακινεί καρέκλες, θέλει να τα κάψει όλα.
«Πάμε να φύγουμε», φωνάζει τρέχοντας η Μαρία και αυτό κάνουν. Καθώς το μίνι χάνεται σε κάποιο χωματόδρομο, κανείς δεν γυρίζει να κοιτάξει τη γριά που έχει πέσει στα γόνατα -ερειπωμένος άνθρωπος, ανάμεσα σε ξεραμένα δέντρα, μπροστά από μια καμένη πόρτα.
«Ευχαριστημένη;» ρωτάει ο Άρης.
«Θα μπορούσα να είμαι;» λέει η Μαρία.
Ο Πέτρος ψάχνει για σταθμό στο ραδιόφωνο –δεν παίζουν ακόμα τίποτα σχετικό, αλλά είναι νωρίς.
«Που πάμε τώρα;» ρωτάει.
«Στη δουλειά του μαλάκα», λέει η Μαρία.
Ο Πέτρος οδηγεί βιαστικά, με το δεξί χέρι κολλημένο στο κουμπί του ραδιόφωνου. Παραστάσεις φεύγουν σε παιδικό view master, φορτηγά πετάγονται αδιαφορώντας για το χρώμα των φαναριών, άνθρωποι κυκλοφορούν στη μέση της λεωφόρου κι από απέναντι έρχεται το βαν του τηλεοπτικού συνεργείου. Χαμογελούν, σε λίγο θα παίζει παντού το θέμα –αρκεί η γριά να θυμάται όσα της είπαν. Και να είναι σε θέση να τα πει.
Η πόλη αλλάζει καθώς αφήνουν τα προάστια –οι άνθρωποι προσέχουν τις σκιές τους πριν περάσουν το δρόμο και το αυτοκίνητο κινείται ανάμεσα από λεωφορεία. Στο φανάρι τους χαιρετάει η απελπισία των μεταναστών και μετά το φανάρι τους απειλεί η επιθετικότητα του αφηνιασμένου αγοραστικού κοινού –άνθρωποι στριμώχνονται σε μαγαζιά για γρήγορο φαγητό, «πάρε την παραγγελιά σου όρθιος, φάε, άδειασέ μας τη γωνιά» κι ο Πέτρος κορνάρει σε μπουκωμένα πρόσωπα που λεκιάζουν με μουστάρδα τις γραβάτες τους. Όχι, εντάξει –οι μετανάστες δεν τρώνε.
«Δεν πάει από πουθενά αλλού πιο γρήγορα; Θα έχει φύγει μέχρι να φτάσουμε στην παραλία», δυσανασχετεί η Μαρία.
«Μην ανησυχείς –θα τον προλάβουμε», λέει ο Άρης μέσα από σφιχτά κλεισμένα μάτια –ζαλίζεται.
«Είσαι καλά;»
«Ναι μια χαρά. Ένας ξαφνικός πονοκέφαλος» και αγωνίζεται να βρει που πατάνε τα πόδια του. Κάπου να πατήσουν τα πόδια του.
«Ησυχία!» λέει ο Πέτρος δυναμώνοντας το ραδιόφωνο.
«Περίεργη υπόθεση εμπρησμού στα Σεπόλια με θύμα μια ηλικιωμένη γυναίκα. Οι δράστες έβαλαν φωτιά στο σπίτι της πριν ειδοποιήσουν γνωστό τηλεοπτικό κανάλι αναλαμβάνοντας την ευθύνη της ενέργειάς τους. Σύμφωνα με πληροφορίες –πρόκειται για μέλη μιας καινούργιας τρομοκρατικής οργάνωσης με την επωνυμία ‘Ασυμβίβαστοι Μαχητές Πόλεων’. Οχήματα της πυροσβεστικής και ασθενοφόρα έφτασαν εσπευσμένα στον τόπο του εμπρησμού αλλά, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες των γιατρών του ΕΚΑΒ, δεν ήταν δυνατή η διάσωση της άτυχης γυναίκας που ξεψύχησε μπροστά στο φλεγόμενο σπίτι της. Ο θάνατός της αποδίδεται σε εγκεφαλικό …», κανένας δεν ακούει παρακάτω, αλλά το ραδιόφωνο συνεχίζει να μεταδίδει. Τι;
Ο Πέτρος ανεβαίνει στο κοντινότερο πεζοδρόμιο και ανάβει τα αλάρμ. Μπορεί να τον έβρισε κάποιος περαστικός, αλλά δεν έχει σημασία. Κοιτάζονται αναποφάσιστοι.
«Γιατί σταματήσαμε; Ξεκίνα, πρέπει να τον προλάβουμε», φωνάζει η Μαρία.
«Μα … δεν άκουσες;»
«Γι΄αυτό. Θέλω να δω τα μούτρα του, θέλω να μας δει. Ξεκίνα Πέτρο!»
Το αυτοκίνητο κατηφορίζει μέσα από τη φωτισμένη λεωφόρο χωρίς θέληση –οι άνθρωποι παρασύρονται μαζί του –μηχανικά. Χωρίς να το επιδιώκουν, φτάνουν έξω από την εταιρεία του Κατσούλα, τηλεοπτικά συνεργεία έχουν κάνει ήδη κατάληψη στο πεζοδρόμιό του.
«Τρέξτε», παρακινεί η Μαρία πριν ακόμα παρκάρουν.
Το μίνι εγκαταλείπεται στο πρώτο εύκαιρο πεζοδρόμιο και πηγαίνουν όλοι προς τους στημένους προβολείς, ακολουθώντας το περίεργο πλήθος. Σπρωγμένοι από αγκώνες, καθυστερούν σε κάτι ψιλά ανθρωπιάς που έχουν ξεμείνει στις τσέπες τους. Και τελικά φτάνουν.
Τα συνεργεία έχουν αποκλείσει την είσοδο του κτιρίου και το πάρκινγκ –μάλλον ο Κατσούλας είναι ακόμα μέσα. Κάποια αγχωμένη ρεπόρτερ βάφεται στο καθρεφτάκι της τσάντας της. Ένας ηχολήπτης ρίχνει αγκωνιές για να πάρει καλύτερη θέση. Άνθρωποι που περιμένουν να αποθανατίσουν δυστυχία και αποκαλύψεις. Άνθρωποι που καμουφλάρονται πίσω από την ανάγκη για να μην τους πετύχουν κάτι ισχνοί ενδοιασμοί. Ποιοι;
«Κάνε στην άκρη, εγώ μαλάκας είμαι που περιμένω τόση ώρα;»
«Σώπα ρε –νοικιασμένο το έχεις το πεζοδρόμιο;»
«Παιδιά πάμε δοκιμαστικό. Κοντινό πλάνο –μην το ανοίγετε ρε ζώα!»
Αυτοί.
«Σπρώξε ρε Άρη να φτάσουμε πιο μπροστά!»
«Σαν κοράκι νιώθω –μήπως να φεύγαμε;»
«Τώρα που ξεκινήσαμε θα το πάμε μέχρι τέλος. Σπρώξε!»
Αυτοί.
Από το πάρκινγκ εμφανίζεται ένα τζιπ κορνάροντας. Κάνει απεγνωσμένη προσπάθεια να τρομάξει τα συνεργεία, γκαζώνει αλλά αναγκάζεται να φρενάρει απότομα …
«Αυτός είναι, αυτός είναι!»
Ο Κατσούλας μοιάζει με ψάρι καμακωμένο, σπρώχνει το τιμόνι με το στήθος προσπαθώντας να απογειώσει το αυτοκίνητο, μικρόφωνα κοπανάνε αδιάκριτα πάνω στα κλειστά του τζάμια …
«Πως αισθάνεστε για τον εμπρησμό;»
«Είναι αλήθεια όσα σας κατηγορούν οι τρομοκράτες;»
«Κάντε μας μια δήλωση»
«Πως σας λένε;»
Τα μάτια του έχουν γυρίσει, σε λίγο θα γίνουν άσπρα, βρίζει πίσω από τα κλειστά τζάμια αλλά δεν μπορείς να αποφύγεις «την ενημέρωση των πολιτών». Τη διαπόμπευση. Γι’ αυτό ανοίγει το τζάμι …
«Αφήστε με να περάσω, δεν ξέρω για πιο πράγμα μιλάτε. Αφήστε με!»
«Πως σας λένε;»
«Οικονόμου γαμώτο! Ανοίξτε να περάσω!»
Η Μαρία ήταν πάντα καλή στους υπολογισμούς. Κάποιοι άνθρωποι έχουν έλλειψη προσανατολισμού, κάποιοι μπερδεύονται ακόμα και στη μέση μιας πλατείας –στη Μαρία ποτέ δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Έχει ήδη φροντίσει να πιάσει τη σωστή θέση, εκεί που θ’ αναγκαζόταν να ανοίξει το παράθυρό του ο Κατσούλας.
«Πως σας λένε;»
«Πες τους πως σε λένε Σπύρο», η Μαρία έχει τρυπώσει δίπλα στους δαιμόνιους ρεπόρτερς και απέχει λίγα εκατοστά από την πανικόβλητη όψη του Κατσούλα. Κι αυτός την βλέπει –τελευταία στιγμή. Γυρίζει αφύσικα το κεφάλι του για να συναντήσει κάποιο παραμορφωμένο χαμόγελό της –δεν χρειάζεται πολύ προσπάθεια για να διακρίνει τον Άρη και τον Πέτρο πίσω από την πλάτη της.
«Πες τους πως σε λένε Σπύρο. Πες τους ποιος είσαι», η Μαρία εκμεταλλεύεται τον πανικό που δημιουργείται για να εξαφανιστεί μέσα στο πλήθος. Πίσω της ο Πέτρος με τον Άρη γυρίζουν να κοιτάξουν προς το τζιπ καθώς βουλιάζουν στη φασαρία. Και προλαβαίνουν να δουν τα σάλια που τρέχουν από τις άκρες των χειλιών του, προλαβαίνουν ν΄ακούσουν τον ήχο από τον πίσω προφυλακτήρα του –όταν χτυπάει στη μισόκλειστη πόρτα του πάρκινγκ, γιατί αυτός έχει χάσει πλέον τον έλεγχο. Κέρινος ψάχνει με ηλίθιο βλέμμα μέσα στο πλήθος. Του χρειάζεται ώρα για να συνέλθει, παίρνει χρόνο μέχρι να χάσει εντελώς την αυτοκυριαρχία του, μέχρι να πεταχτεί έξω από το τζιπ για να τους κυνηγήσει. Μάταια προσπάθεια –οι δημοσιογράφοι τον περικυκλώνουν –αρπακτικά πάνω από φρέσκο πτώμα -ακόμα χειρότερα, δημοσιογράφοι δίπλα στην φρέσκια είδηση.
Από τη θέση που έχουν αφήσει το μίνι, μπορούν να διακρίνουν το κεφάλι του, γελάνε χωρίς όρεξη με τον αγώνα που κάνει για να ξεφύγει …
«Δεν γλιτώνεις από την τηλεθέαση μαλάκα μου», σχολιάζει ο Πέτρος καθώς ξεκινάνε.
«Αν ήταν εδώ ο Κώστας θα στοιχημάτιζε για το πώς θα μας βαφτίσουν τα κανάλια», είπε η Μαρία.
«Ανάλγητους εγκληματίες», ψιθύρισε ο Πέτρος.
«Ανθρωπόμορφα τέρατα», υπερθεμάτισε ο Άρης.
Δεν το πέτυχαν.
Την άλλη μέρα, η υπόθεση απασχόλησε όλα τα Μέσα Μαζικής Αποκτήνωσης. Μίλησαν για μυστηριώδεις ακτιβιστές που ξεκινούσαν εκστρατεία αντιποίνων κατά σημαινόντων στελεχών επιχειρήσεων. Μίλησαν για αλλοδαπά μέλη κάποιας εξωτικής μαφίας, για ξεκαθάρισμα λογαριασμών και εμπόριο ναρκωτικών. Μέχρι και για οργισμένους γονείς που ήθελαν να εκδικηθούν τον διαφθορέα των παιδιών τους είπαν. Ως τη στιγμή που κάποιος ξέθαψε την προηγούμενη υπόθεση με το νεκρό ληστή. Δυο βδομάδες κράτησε το πάρτυ στα κανάλια –ποιος είναι ο μυστήριος κύριος Οικονόμου, γιατί θέλουν να τον σκοτώσουν, ποιοι τον επιβουλεύονται;
Βουνά ψεύτικων πληροφοριών, παρελάσεις άσχετων που γνώριζαν τον Αντρέα Οικονόμου από μικρό παιδί, έπαιζαν μαζί του σε αλάνες και σπούδαζαν δίπλα του στο εξωτερικό. Κανένας όμως δεν βγήκε να πει πως γνώριζε τον Σπύρο Κατσούλα. Ήταν σα να μην υπήρξε ποτέ αυτός ο άνθρωπος –κολλημένοι στην τηλεόραση μετρούσαν μέρες και οι τρεις τους. Το μόνο που τους παρηγορούσε ήταν πως το ίδιο θα πρέπει να έκανε και ο Κατσούλας.
Η Μαρία είχε αρχίσει να απομακρύνεται –ή ίσως οι υπόλοιποι απομακρύνονταν για μια ακόμα φορά από τη Μαρία. Δεν χρειάζεται, άλλωστε, να είσαι κοντά με τον συνεργάτη σου –που ακούστηκαν αισθήματα μεταξύ καθαρμάτων; Κλεισμένοι στο σπίτι της Μαρίας περίμεναν οι τρεις τους γιατί δεν ήταν ακόμα ώρα για την επόμενη κίνηση. Έτσι έμεναν κρυμμένοι και ανήσυχοι. Αγχωμένοι, άδειοι, αβέβαιοι.
Αηδιασμένοι.
(τελείωσε -θα έλεγα αν δεν συνεχιζόταν)

14. “Μέρες κρασιού και τριαντάφυλλων”

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. “Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό”
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
9. Προετοιμασία μίσους
10. Άσπρος φόβος
11. “Όμως στο λέω -αυτή η νύχτα είναι κακιά”
12. Ένα πολυάσχολο κάθαρμα
13. Ένα ζευγάρι μπότες και κάτι μύγες

«Έχεις φοβηθεί ποτέ τραγούδι;» Ο Κώστας καπνίζει το απελπιστικό τρίφυλλο απέναντι από κάποια αυλάκια δίσκου. Μέσα από τα αυλάκια περνάει η βελόνα του πικάπ, έξω από τα αυλάκια χύνεται κυματιστή μουσική – «48 φορές/ και παιχνίδια με το χθες/ το ρίγος του χρόνου». Περιμένει τους υπόλοιπους στο σπίτι της Μαρίας, έχοντας αγνοήσει τον βασικό κανόνα καπνίσματος φούντας. Γιατί η φούντα είναι χαβαλές όταν καπνίζεται με παρέα, ζεστασιά όταν καπνίζεται από ζευγάρι και παράνοια όταν την πίνεις μόνος σου. Το δωμάτιο γυρίζει όσο η μουσική γκελάρει στα ντουβάρια, η Μαρία έχει πάει στο χωριό της για Χριστουγεννιάτικες διακοπές και ο Κώστας προσπαθεί να ξορκίσει τρομερές εικόνες, με τραγούδια που τον φρικάρουν εξίσου. Αν έχει φοβηθεί ποτέ τραγούδι; Εσύ τι λες;
Η μέρα κουβαλάει μαύρο ουρανό και άρρωστο ήλιο, οι υπόλοιποι έχουν αργήσει όπως πάντα και η Άλεξ έχει πάνω από μήνα να δώσει σημεία ζωής. Από τη μέρα της απογοήτευσης, όταν συναντήθηκαν στο καφενείο της σχολής με άδεια χέρια και βαριά κεφάλια –όταν ήπιαν αμίλητους καφέδες αποχαιρετώντας την ανεμελιά τους. Ο Γιαννάκης δεν ήταν πουθενά, ανάμεσα στους ζωντανούς τουλάχιστον -κανένας δεν μπόρεσε να ανακαλύψει το ψυγείο που έκρυβε ότι είχε απομείνει από αυτόν. Κάποιοι φίλοι τους ειδοποίησαν πως είχε ανέβει η μάνα του από το χωρίο –έφαγε τα πόδια της η γυναίκα από την Ασφάλεια μέχρι το νεκροτομείο μήπως τον βρει –άδικα. Δεν άντεξαν ούτε καν να τη συναντήσουν. Ποιος ο λόγος; Όλοι ήξεραν πως ο Απροσάρμοστος είχε πετάξει δίπλα σε σφαίρες και δακρυγόνα, δεν χρειαζόταν παραπάνω πράγματα να ειπωθούν.
Μόνο που, φεύγοντας, πήρε μαζί του και τη ζωντάνια τους –άδεια μάτια και κρύα χέρια (από αυτά που πέφτουν αμήχανα στα πλευρά) –ότι απόμεινε πίσω του. Η Άλεξ είχε μιλήσει λίγο και τους είχε δείξει τα πάντα. «Οι Ιππότες της Ελεεινής Τραπέζης ήταν μια χαρά τυπάκια, αλλά στο τέλος γκρεμοτσακίστηκαν. Δεν γίνεται αλλιώς. Το δέχεστε και κοιτάζετε να κρατηθείτε από κανένα κλαδί ή σας μαζεύουν με το κουτάλι. Κι εγώ κουράστηκα να με μαζεύουν». Μετά χάθηκε, αφήνοντας ανέγγιχτο τον καφέ της. Την αναζήτησαν δήθεν τυχαία, αλλά δεν την βρήκαν. Και ο Κατσούλας –χαμένος κι αυτός από εκείνη την καταραμένη μέρα, αλλά δεν τον αναζήτησαν –και μόνο η σκέψη του έφερνε σφίξιμο στα χείλια.
Δεν κατάλαβε ο Κώστας για πόση ώρα χτυπούσε το κουδούνι –θα πρέπει να ήταν αρκετή, γιατί ο Άρης μπήκε συφιλιασμένος …
«Κουφός είσαι ρε ή τράβαγες μαλακία;»
«48 σιωπές/ σαν μοντέρνες μουσικές/ στην άκρη του δρόμου», απάντησε το πικάπ.
Έβγαλε από την τσέπη του στρατιωτικού μπουφάν ένα ΜΕΤΑΞΑ πεντάρι και το κούνησε μπροστά στη μύτη του Κώστα …
«Να μη λερώνουμε ποτήρια -έτσι;»
Καθισμένοι στην πολύχρωμη φλοκάτη μοιράζονταν καυτερές τζούρες, αμίλητοι τις έσπρωχναν με κονιάκ-γυαλόχαρτο στο λαιμό τους.
«Που είναι ο Πέτρος;»
«Κόλλησε με κάτι χαπάκηδες στην πλατεία. Δεν τον άντεξα το μαλάκα –δυο ώρες τα ίδια και τα ίδια –αντιβηχικά, ύπνους, τριπάκια …», αγανάκτησε συγκρατημένα ο Άρης.
«48 ριπές/ σ’ ένα τραύμα διαφανές/ μανιτάρια του τρόμου», υποστήριξε το πικάπ.
«Θα κάνει συναυλία τζαμπέ ο Δήμος Αθηναίων. Με Dream Syndicate, PIL και κάμποσους δικούς μας», είπε ο Κώστας στο άσχετο.
«Έλα ρε! Θα έρθει ο Rotten;» έκανε μια προσπάθεια να δείξει ενδιαφέρον ο Άρης.
«Lydon πια», διόρθωσε άκεφα ο Κώστας.
«Καλή φάση», συμπέρανε ο Άρης, εννοώντας το, όσο λιγότερο γινόταν.
Μετά, άφησαν την παγωμάρα να τους νικήσει. Γυάλινα μάτια και αυτιά στραμμένα κατά μέσα. Έξω από το παράθυρο, ο ήλιος έδειχνε να το παίρνει απόφαση πως το παιχνίδι ήταν ήδη χαμένο –χώθηκε, λοιπόν, πίσω από κάτι εύκαιρα σύννεφα και άφησε τη βροχή να μουλιάσει τα πεζοδρόμια.
«Δεν είμαι καλά», είπε ο Κώστας, λυμένος από το κονιάκ. «Η Μαρία μου σπάει τα νεύρα σε ημερήσια διάταξη και δεν έχω κέφι ούτε να την σουτάρω. Άσε δηλαδή που δεν βλέπω τον λόγο κιόλας. Αν αυτής της αρέσει –γιατί να της το χαλάσω; Έτσι κι αλλιώς, έχω ξεμείνει από αίσθημα και όρεξη. Αν γουστάρει να με μοστράρει δίπλα της, σαν κατατονικό μαλάκα –άστη να το κάνει. Σωστά;»
«Τα λες για να τα ακούσεις –έτσι;» συμπέρανε αόριστα ο Άρης.
«Μπορεί. Έχει καμιά σημασία ο λόγος; Και στην τελική –που να γυρίζεις;»
«48 σκεπές/ να χωθούμε από κάτω αν θες/ τέλος χρόνου», συμπέρανε οριστικά το πικάπ.
Κατάλαβαν πως δεν υπήρχε λόγος να περιμένουν άλλο –έτσι κι αλλιώς η βελόνα θα γύριζε αιώνια στο δίσκο, αφού δεν υπήρχε αυτόματη επιστροφή –αποφάσισαν να ανακατέψουν το υπόλοιπο κονιάκ τους με βρώμικο, βρόχινο νερό και γι΄ αυτό βγήκαν στο δρόμο. Περπάτησαν παράλληλα στη λεωφόρο με τα λάστιχα των αυτοκινήτων να τους μπουγελώνουν, πέρασαν απέναντι από το σπίτι της Άλεξ και ήπιαν κάτι ζόρικες γουλιές στην υγειά του σκοτεινού της παράθυρου. Κλώτσησαν πέτρες –απομεινάρια από πρόσφατα ανοιγμένους υπονόμους και κάπνισαν βιαστικά τσιγάρα πριν μουλιάσουν εντελώς και σβήσουν. Τα τσιγάρα τους.
«Που πάμε ρε μαλάκα;» ρωτούσε ο Κώστας.
«Από δω –καλά πάμε», απαντούσε ο Άρης χωρίς να τον κοιτάξει.
Πουθενά δεν πήγαιναν και καλά πήγαιναν προς το πουθενά. Μόνο, πλησιάζοντας στο σπίτι του Απροσάρμοστου, έστριψαν βιαστικά τη γωνία –γιατί είχαν προλάβει να δουν φως στο παράθυρό του. Φυσικά δεν είπαν κουβέντα γι΄ αυτό.
Κάπου στην Πλάκα πέτυχαν τρεις ξέμπαρκες με πολύχρωμες ομπρέλες που τους λυπήθηκαν και προσφέρθηκαν να τους προστατέψουν από τη βροχή. Φοιτήτριες της Φιλοσοφικής, πήγαιναν για καφέ στη «Φιλόμουσα» –αν ήθελαν τα παιδιά, μπορούσαν να πάνε μαζί τους και τα παιδιά δεν ήθελαν ιδιαίτερα, αλλά βρέθηκαν στη «Φιλόμουσα» να παραγγέλνουν καφέ φίλτρου και να τον εμπλουτίζουν αδιάκοπα με το πεντάρι που έδειχνε ξεδιάντροπα τον πάτο του.
«Εσείς πότε αρχίζετε εξεταστική στην Πάντειο;» ρώτησε η πιο ασουλούπωτη από τις τρεις, για να σπάσει τη μουγκαμάρα.
Ο Άρης το σκέφτηκε πριν απαντήσει. Είχε ήδη αρχίσει να βαριέται, πριν καν μιλήσουν οι κοπέλες –η μια μόνο άξιζε, με τα μακριά της μαλλιά και τα μεγάλα μάτια –οι άλλες δύο ήταν για τα μπάζα.
«Ποιος τις γαμεί τις εξεταστικές;» πετάχτηκε ο Κώστας.
«Ααα …», έκαναν οι δυο άσχημες και αποφάσισαν πως το θέμα ήταν καμένο εξ’ αρχής.
«Θα σας πάρει πρέφα το γκαρσόνι που γεμίζετε συνέχεια τους καφέδες με κονιάκ», αποφάσισε να μιλήσει η όμορφη.
«Ναι σωστά», άρπαξε την ευκαιρία ο Άρης. «Μήπως έχετε καμιά καβάντζα να πιούμε στο πιο άνετο;»
«Αααα, όχι. Δεν είμαστε για τέτοια –έχουμε διάβασμα. Μόνο λίγο βγήκαμε για καφέ», ήρθε η ξενέρωτη απάντηση.
«Συγνώμη λίγο», ψέλλισε ο Κώστας και σηκώθηκε τρεκλίζοντας. Η πρόθεσή του ήταν να πάει στην τουαλέτα αλλά δεν είχε τόσες πολλές αντοχές –οπότε ξέρασε δίπλα στο ταμείο του μαγαζιού. Πανικός κι ο Κώστας στα γόνατα. Στην προσπάθεια να κρατηθεί, του έπεσε το μπουκάλι στα πόδια ενός νευριασμένου γκαρσονιού.
«Αει στο διάολο, τσακιστείτε έξω κωλόπαιδα!» σάλταρε κανονικά το γκαρσόνι και δεν ήξερε αν έπρεπε να τους πλακώσει στο ξύλο ή να φέρει, πρώτα, τη σφουγγαρίστρα.
Η παρέα βρέθηκε πάλι στη βροχή με τις κοπέλες μουτρωμένες. Ο Άρης χάζεψε την όμορφη πριν αποφασίσει οτι της πήγαινε το νευρίασμα.
«Λοιπόν, εμείς να πηγαίνουμε», είπε μια από τις άλλες.
«Μαζί μένετε;» ενδιαφέρθηκε ο Άρης.
«Γιατί ρωτάς;» πετάχτηκε η δεύτερη άσχημη.
«Εγώ και η Αλέκα μένουμε μαζί», πληροφόρησε η όμορφη. Κι επειδή η ανωνυμία δεν πήγαινε άλλο …
«Εσένα πως σε λένε;» ενδιαφέρθηκε ο Άρης.
«Ελένη».
«Χάρηκα. Εγώ είμαι ο Άρης κι αυτός εκεί θα γίνει κάποια στιγμή Κώστας. Για την ώρα μπορείς να τον λες ερείπιο».
Η Ελένη γέλασε αυθόρμητα καθώς οι άλλες την τραβούσαν στην άκρη. Ένας μικροκαυγάς ξεκινούσε ανάμεσά τους –ο Άρης παρακολουθούσε αμέτοχος ενώ ο Κώστας σωριάστηκε μαζί με το καχεκτικό δεντράκι στο οποίο ακουμπούσε.
«Καλέ αυτός είναι χάλια! Να έρθω μαζί σου να σε βοηθήσω στο κουβάλημα;» ξεκόλλησε από τις υπόλοιπες η Ελένη –αγνοώντας τα αδυσώπητα βλέμματα.
Μέχρι που χαμογέλασε ο Άρης με την προσφορά της –βάλθηκαν μετά να αποχαιρετούν τις κάργιες κι έπιασαν τον Κώστα κάτω από τις μασχάλες. Όχι για πολύ. Στα 30 μέτρα ο Κώστας τους έσπρωξε …
«Σιγά ρε δεν είμαι σακάτης. Απλά οι φιλενάδες σου, βρε Ελένη, μου έφεραν κάποια στομαχική διαταραχή. Τώρα είμαι καλύτερα».
Μισογέλασε η κοπέλα με τη σαχλαμάρα του και συνέχισαν να βαδίζουν στη Σταδίου. Η βροχή έπεφτε ανελέητα και οι ομπρέλες είχαν αποχωρήσει μαζί με τις φίλες της Ελένης. Οπότε προχωρούσαν μουσκεμένοι και αδιάφοροι –το θέμα είναι να μην βραχείς, μετά δεν τρέχει τίποτα άλλο εκτός από τα μπατζάκια σου.
«Που πάμε να ρωτήσω;» μίλησε μέσα από τις κουρτίνες των μαλλιών της η Ελένη.
«Εσύ να ρωτήσεις –αλλά, να δω ποιος θα σου απαντήσει», αποφάνθηκε ο Κώστας, βουτώντας μέσα σε μια λακκούβα.
«Προχωράτε χωρίς πολλές κουβέντες γιατί μου φαίνεται ότι το πάει για βροχή», παρότρυνε ο Άρης.
«Κι αν δε βρέξει;» γέλασε χαζά ο Κώστας.
«Θα χιονίζει», συμπλήρωσε ο Άρης -δεν χρειαζόταν να κοιτάξει την Ελένη για να σιγουρευτεί πως τους είχε, στα σίγουρα, για λαλημένους.
Στην πλατεία έβρεχε λάσπη ανακατεμένη με ερημιά. Ακόμα και οι περίπολοι των ΜΑΤ είχαν κρυφτεί σε στεγνά μέρη. Η τριάδα χώθηκε στάζοντας στο «ΤΣΑΦ» και μόνο τότε κατάλαβαν πως έπρεπε να αποφεύγουν τις απότομες κινήσεις γιατί υπήρχε κίνδυνος να βρεθούν με τα παντελόνια στα γόνατα –έτσι μουσκίδια που ήταν. Παράγγειλαν καφέδες ψάχνοντας τις τσέπες τους για στεγνά τσιγάρα. Η Ελένη έτρεμε κιόλας –καθώς στέγνωναν τα ρούχα της, αχνίζοντας από την αναμμένη σόμπα. Ο Άρης προσφέρθηκε να της τρίψει τα μπράτσα κάτω από το ειρωνικό βλέμμα του Κώστα.
«Τις ξέρεις πολύ καιρό τις άλλες;»
«Από το πρώτο έτος»
«Ξενέρωτες ε;»
«Όσο να πεις»
«Κι εσύ;»
«Τι εγώ;»
«Σωστά. Τι εσύ;»
Έλειπε κι ο μαλάκας ο Πέτρος που είχε ειδικότητα «παγοθραυστικού συζητήσεων με γκόμενες» -έτοιμος ήταν να σηκώσει τα χέρια ψηλά ο Άρης. Και κρίμα δηλαδή, γιατί τη γούσταρε την Ελένη.
Ο Κώστας πάλι, είχε τις δικές του ανησυχίες. Στο διπλανό τραπέζι κάθονταν δυο περίεργοι που μουρμούριζαν χαζεύοντας τον κόσμο. Σκατόφατσες, με λαδωμένα μαλλιά -δεν μπορούσε να ξεχωρίσει αν ήταν ασφαλίτες ή ντηλέρια. Του πήρε 10 λεπτά για να αποφασίσει πως δεν είχε σημασία.
Στο τραπέζι δίπλα στη τζαμαρία χαβαλέδιαζε μια παρέα από Εξαρχειώτες. Καλά παιδιά, ξηγημένα και πάντα έτοιμα για φασαρίες. Ο Κώστας σηκώθηκε για να τους πλησιάσει. Οι Εξαρχειώτες είχαν πιάσει κουβέντα υψηλού επιπέδου με κάτι θεόρατους Περιστεριώτες ροκαμπιλάδες που είχαν απομείνει στην περιοχή από τη συναυλία του Jerry Lee στο Καλλιμάρμαρο. Τους θυμόταν ο Κώστας -με τα πόδια και με σημαίες του Νότου κατέβηκαν από τα νταμάρια για να πιάσουν θέση, κάτω ακριβώς από τη σκηνή. Από τότε γλυκάθηκαν και έμειναν στην πλατεία –γερά παιδιά που έριχναν φάπες με το τσιγάρο αραγμένο πίσω από το δεξί αυτί.
«Άμα δεν ακούσεις δυο Μπαμπελούλες στο καπάκι πώς να στανιάρεις αδερφέ;» απορούσε ένας από αυτούς.
«Αυτά έχουνε πεθάνει ρε νεκρόφιλε», γέλαγε ο Εξαρχειώτης απέναντί του.
«Ναι, …στά –ενώ ο Morrisson που μας έχετε πρήξει τ’ αρχίδια, σφύζει από ζωή», σνόμπαρε ο Περιστεριώτης.
«Να διακόψω λίγο το Μουσικό Καλειδοσκόπιο;» αναρωτήθηκε φωναχτά ο Κώστας ενώ θρονιαζόταν ανάμεσα στους νεσκαφέδες.
«Καλώς τον», μουρμούρισε η παρέα.
«Τι έγινε ρε επιστήμονα; Πως και μας καταδέχτηκες;» τον χτύπησε στην πλάτη κάποιος.
«Φοιτητής;» αναρωτήθηκε ένας Περιστεριώτης.
«Θάνατος στους φοιτητές –αυριανούς διευθυντές», αποφάνθηκε αντί συστάσεως η Εξαρχειώτικη πλευρά του τραπεζιού.
«Θα το παίξουμε πολύ ώρα ακόμα το πουλί μας; Όχι γιατί άμα είναι –να έρθω αργότερα», αγανάκτησε ο Κώστας.
«Λέγε μωρή κουλτούρα», τον ενθάρρυναν.
«Λέω. Εκείνους τους δυο στο τραπέζι πίσω μας, τους έχετε ξαναδεί;» περίμενε ο Κώστας μέχρι να συντονιστούν και να το συζητήσουν.
«Μπα –πρώτη φορά», αποφάνθηκε η παρέα.
«Τι τρέχει μ΄ αυτούς;» ενδιαφέρθηκαν κάποιοι.
«Τίποτα ακόμα. Για να μην τρέξει το λέω –γιατί μου φαίνονται σα χαφιέδες», είπε ο Κώστας κοιτάζοντας το ιδρωμένο τζάμι.
«Πάντως ντηλέρια δεν είναι», είπε ένας Περιστεριώτης. «Όσοι σπρώχνουν στην πλατεία, κάνουν αποχή αυτές τις μέρες γιατί περιμένουν ένα καινούργιο φορτίο».
«Άρα;» σφύριξε ο Κώστας.
«Τους πλακώνουμε για παν ενδεχόμενο», συμπέρανε ο πλησιέστερος Εξαρχειώτης.
«Καλώς. Πάω να το μαλακίσω κι ερχόσαστε μετά», είπε ο Κώστας ενώ σηκωνόταν ανάμεσα σε διαδοχικές καταφάσεις.
Πέρασε δίπλα από το τραπέζι του Άρη, οι ματιές τους συναντήθηκαν, «μα δε βαριέσαι ρε μαλάκα;», «αυτό λέω κι εγώ για σένα» -το παπούτσι του Κώστα σκάλωσε προμελετημένα στο σιδερένιο πόδι του τραπεζιού, καφέδες τραντάχτηκαν πριν ανακατευτούν με χυμένα νερά.
«Ε, πρόσεχε φιλαράκο!» είπε ο ένας τύπος ενώ πεταγόταν όρθιος για να προφυλάξει το παντελόνι του.
«Τι έγινε ρε μάγκα; Θα μας κάνεις και υποδείξεις για το πώς θα περπατάμε;» πλησίασε ο Κώστας τόσο κοντά στον άλλο που οι μύτες τους κόντεψαν να ακουμπήσουν.
«Ε μα ρε μεγάλε … χάλια μας έκανες!» μπήκε στην κουβέντα ο δεύτερος.
«Εγώ σας έκανα ή εσείς έχετε τα χάλια σας;» έριξε μια σπρωξιά στον κοντινό του ο Κώστας.
Το τραπέζι με τους ενιαίους Εξαρχειώτες- Περιστεριώτες είχε σηκωθεί και περικύκλωνε την εστία καυγά. Ο Άρης τράβηξε κοντά του την Ελένη που φόραγε υγρά, ανήσυχα μάτια. «Δεν τρέχει τίποτα –συνηθισμένα πράγματα», της είπε.
Η φασαρία εξελισσόταν μια χαρά, δίπλα τους –ο Κώστας είχε αρπάξει τον ένα τύπο από τους γιακάδες και τον τραβολόγαγε, «πάμε έξω ρε μουνόπανο», οι Εξαρχειώτες έκαναν πλάτες κι ένας δίμετρος ροκαμπιλάς συνόδευε τον δεύτερο της παρέας προς την πόρτα με το απαραίτητο κλωτσίδι. «Σιγά ρε παιδιά, δεν έγινε τίποτα ρε!» άσκοπες διαμαρτυρίες.
Στο πεζοδρόμιο, έξω από το «ΤΣΑΦ» έπεσαν μπόλικες ψιλές μαζί με κάτι ξεγυρισμένα μπουνίδια –τα παιδιά φώναζαν και οι τύποι πάλευαν να προφυλαχτούν. Μέσα από το χαμό πέρασε ο Πέτρος για να χωθεί στο μαγαζί, στάζοντας. Δεν άργησε να δει τον Άρη –σωριάστηκε στο τραπέζι του με μάτια χαμένα…
«Τι τρέχει εκεί έξω ρε;»
«Τα γνωστά. Ο Κώστας στάμπαρε δυο ασφαλίτες και τους την έπεσαν κανονικά».
«Ο Κώστας τους στάμπαρε;»
«Ναι»
«Ο Κώστας το ‘χει κάψει εντελώς. Ποιοι ασφαλίτες ρε μαλάκα; Αυτοί που βαράνε είναι από τα ΤΕΙ της Λάρισας. Δεν θυμάσαι που τους είχαμε πετύχει σ΄ ένα βρωμορεμπετάδικο πίσω από τη ‘Μπιμπερό’ όταν είχαμε ανέβει πάνω; Εντάξει, σκυλάδες είναι αλλά όχι κι έτσι!» Ο Άρης χάζευε τα παιδιά να κλωτσάνε τους πεσμένους στο πεζοδρόμιο –μαζί με τον Πέτρο τινάχτηκαν –ελατήρια, πετάχτηκαν έξω κι έβαλαν τις φωνές, «κόφτε το ρε μαλάκες, έγινε λάθος!». Με το ζόρι τους μάζεψαν, «ΤΕΙτζήδες από τη Λάρισα είναι ρε μαλάκες!» και οι ροκαμπιλάδες συνέχιζαν να κλωτσάνε, «τους έχουμε δει σε ρεμπετάδικο!» -«ε, μα τότε καλά κάνουμε και τους βαράμε», με τα χίλια ζόρια τράβηξαν τον κόσμο πίσω στην καφετέρια. Οι δυο τύποι μάζεψαν τα δόντια τους από το πεζοδρόμιο και χάθηκαν στα στενά.
«Τι σου ήρθε ρε ηλίθιε;» ρωτούσε ο Πέτρος τον Κώστα που κατέβαζε μια AMSTEL μπας και ξεδιψάσει.
«Μου φάνηκαν περίεργοι –δατς ολ», μουρμούριζε αυτός.
«Πάμε να γαμήσουμε τα περιπολικά στην Καλλιδρομίου» φώναξε κάποιος από την παρέα των Εξαρχειωτών.
«Α … μια χαρά τους βρίσκω!» παρατήρησε ο Πέτρος.
«Πάμε κι εμείς μαζί τους;» πρότεινε ο Κώστας.
«Κάτσε κάτω ρε! Δεν σου φτάνει η μαλακία που έκανες;» έβαλε πάγο ο Άρης.
«Για το Γιαννάκη ρε φίλε. Στη μνήμη του», παρακάλεσε ο Κώστας.
«Κάτσε κάτω είπα! Θα έρθει η ώρα και γι΄αυτό. Όχι τώρα!» επέμενε ο Άρης.
Έκατσε νευριασμένος ο Κώστας, ψιθύρισε και κάτι στο αυτί του Πέτρου για τον άλλο που θέλει να χαλβαδιάσει με τη γκόμενα και τους τραβάει μαζί του –τζάμπα.
Η Ελένη ήταν έτοιμη να φρικάρει. Δεν έφτανε ο κατά λάθος ξυλοδαρμός που είχε παρακολουθήσει –ένιωθε πως σε λίγο θα γινόταν παγκόσμιος πόλεμος στα στενά πάνω από την πλατεία. Κι εκείνη δεν ήθελε να βρίσκεται εκεί –αυτό ήταν το μόνο σίγουρο.
Η βροχή είχε κόψει εκεί έξω και η συννεφιά είχε βραδιάσει. Κόσμος έδινε βιαστικά ραντεβού, δυο δρόμους πιο πάνω –συνεννοήσεις για μπουκάλια μπύρας που θα γέμιζαν βενζίνη, αναβρασμός που ζέσταινε τη σόμπα στη μέση της καφετέριας.
«Να την κάνουμε σιγά –σιγά», είπε ο Πέτρος. «Αυτοί είναι τόσο ληγμένοι που θα καούν μεταξύ τους στη μέση της ανηφόρας».
Άφησαν κάποια κέρματα στο τραπέζι και βγήκαν στην υγρασία, τουρτουρίζοντας. Ο Άρης, επίσημα πλέον αγκαλιά με την Ελένη, ο Κώστας να κλωτσάει περαστικά τενεκεδάκια μπύρας κι ο Πέτρος άκαμπτος σαν στεγνή σανίδα.
«Πεινάω», μουρμούρισε ο Κώστας.
«Τσίμπα ένα αρχίδι και παράτα μας», απάντησε ο Πέτρος.
«Δε μιλάς καλά», είπε αδιάφορα ο Κώστας. «Άσε που καρφώνεσαι από χιλιόμετρα ότι έχεις γίνει. Τι πήρες ρε μαλάκα;»
«Κάνε δουλειά σου», έκοψε την κουβέντα αυτός.
Κι έτσι προχωρούσαν χωρίς να πηγαίνουν, απομακρύνονταν από την πλατεία –αλλά, τριγύρω την έφερναν, από τις παρόδους –με αυτιά τεντωμένα. Το ζευγαράκι ψιθύριζε αγκαλιασμένο και οι υπόλοιποι κορόιδευαν ακολουθώντας τους. Η ζωή είχε πάρει πάλι πρόσκαιρο νόημα, μέχρι να βρεθεί το επόμενο μπαρ, μέχρι να κρεμαστούν οι σκέψεις από άβολα σκαμπό –παρέα με βρεγμένα στρατιωτικά μπουφάν. Ο Κώστας βολεύτηκε με δυο σουβλάκια στο χέρι και η πρώτη σειρήνα περιπολικού ακούστηκε πριν από τους κρότους των εκρήξεων. Δίκιο είχε ο Πέτρος –τα παιδιά δεν θα έφταναν καν μέχρι το αστυνομικό τμήμα της Καλλιδρομίου. Για μια ακόμα φορά.
Ήπιαν πολύ εκείνο το βράδυ –περισσότερο από όσο άντεχαν οι τσέπες και τα στομάχια τους –μακριά από τις φασαρίες, σε έναν έρημο «Ιπποπόταμο», παρέα με σημαντικούς Εγγλέζους που γέρασαν στιχουργικά, πριν προλάβουν να ωριμάσουν και παρακμιακούς Αυστραλούς που ωρίμαζαν πρόωρα.
Κάποια στιγμή αποσύρθηκαν στο σκοτεινό βάθος του μαγαζιού, ο Άρης με την Ελένη –«εντάξει, εδώ μιλάμε για έναν έρωτα μεγάλο», σχολίασε ο Πέτρος κι ο Κώστας παράγγειλε «Heartbreaker από Pat Benatar» στον dj –ο οποίος τον αγνόησε κανονικά. Γιατί όχι άλλωστε; Αφού την ακριβώς επόμενη στιγμή ο Κώστας κοιμόταν με το κεφάλι ακουμπισμένο στο γιγαντιαίο τασάκι της μπάρας. Και, σα να μην έφτανε αυτό, σάρωσε με το μανίκι του ένα ποτήρι κρασιού που έπινε ο dj –κόκκινο υγρό κύλησε στον πάγκο, κάτι παρατημένα τριαντάφυλλα που είχε αγοράσει ο Άρης για την Ελένη βρέθηκαν να μουλιάζουν τα πέταλά τους.
Ο Πέτρος ταράχτηκε από την ξινή μυρωδιά, έπιασε το κεφάλι του για να βάλει σε τάξη τη ζαλάδα από τα χάπια κι άφησε το κάψιμο στο στομάχι για αργότερα. Χάλια και όλο χειροτέρευε –περπάτησε προσεκτικά τα δάχτυλά του στον πάγκο για να μην ακουμπήσει τα υγρά λουλούδια.
«Πως γίναμε έτσι;» μουρμούρισε το διπλανό του κεφάλι –με τα μάτια κλειστά από τις στάχτες.
«Μια χαρά είμαστε ακόμα. Αύριο θα είναι χειρότερα», σκέφτηκε ο Πέτρος ή ίσως και να το είπε φωναχτά. Ο Άρης με την Ελένη δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν από το σκοτεινό βάθος –γιατί δεν πήγαιναν σε κάποιο σπίτι να ζήσουν τον έρωτά τους; Καταντούσε άβολο πλέον. «Μαλάκα μου, δεν αντέχω άλλο. Χτυπάμε ακόμα μια γύρα μπας και ξενερώσουμε;» πρότεινε ο Κώστας.
«Άντε να πλυθείς πρώτα που έχεις γίνει σαν τη Σταχτοπούτα και μετά βλέπουμε», προσπάθησε να του καθαρίσει το μέτωπο ο Πέτρος.
«Αφού είναι οοοο …. και ηηηηη …. εκεί κάτω», είπε αόριστα ο Κώστας.
«Άντε ρε μπας και ξεκουνηθούν γιατί θα ξημερώσουμε κολλημένοι στα σιρόπια», μουρμούρισε ο Πέτρος.
Το ζευγαράκι αποφάσισε επιτέλους να σηκωθεί, ο Κώστας άφησε μόνο κάποιες στάχτες στα φρύδια, ενθύμιο μιας υπέροχης βραδιάς και όλοι μαζί κατέβασαν δυο γύρους σφηνάκια κερασμένα –για το δρόμο.
«Πάμε στο σπίτι της Μαρίας;» πρότεινε ο Άρης.
«Α όχι –εγώ πρέπει να φύγω. Έχω διάβασμα», δίστασε η Ελένη.
«Έλα μωρέ –έτσι κι αλλιώς τη χάσαμε τη μέρα. Πάμε να ρίξουμε κανέναν ύπνο και το πρωί φεύγεις. Που να τρέχεις μόνη σου τέτοια ώρα;» βρήκε την ευπρεπή δικαιολογία ο Πέτρος.
Κατέβηκαν τη Βουκουρεστίου με σκοπό να φτιάξουν μια ευθεία γραμμή από το κέντρο μέχρι το Κουκάκι. Η «συντομοτέρα οδός» που λένε. Τα παπούτσια τους, σκέτα ενυδρεία, με τα δάχτυλα να πλατσουρίζουν σαν ατάιστα ψάρια. Γόνατα κομμένα και κεφάλια μουδιασμένα. Ο Πέτρος έτρωγε διαδοχικά φλας περνώντας από τις βιτρίνες –παλτά ζωντάνευαν για να τον χειροκροτήσουν, γυαλιά ράγιζαν όταν ένιωθαν την αναπνοή του, χρωματιστές λάμπες στριφογύριζαν. Αλλά προτιμούσε να μην πει τίποτα στους υπόλοιπους –έκλεινε τα μάτια και περπατούσε, παρακολουθώντας τα κύματα που λυσσομανούσαν στο στομάχι του. Μέχρι να φτάσουν στης Μαρίας κόντεψαν να χάσουν τα σαγόνια τους από ανατριχιαστική εξάντληση. Ο Κώστας κρατούσε ήδη τα κλειδιά της πολυκατοικίας, τα κόκαλά τους ζεσταίνονταν προκαταβολικά και βιαστικοί περπατούσαν –γι΄ αυτό διέκριναν τελευταία στιγμή την κουλουριασμένη φιγούρα στα σκαλοπάτια.
«Ποιος;»
«Που;»
«Εκεί!»
Πλησιάζοντας, τους πήρε χαμπάρι η Άλεξ και ξεδιπλώθηκε με δυσκολία για να σηκωθεί. Ο Κώστας έφτασε πρώτος και την αγκάλιασε …
«Τι κάνεις εδώ ρε κούκλα;» κι εκείνη -αμίλητη.
Ξεκλείδωσαν την εξώπορτα, μπήκαν μέσα -η Άλεξ έτρεμε από κρύο, εξάντληση κι άλλα πολλά. Κοίταξε προς την Ελένη …
«Ποια είναι αυτή;» ρώτησε αβέβαια.
«Φίλη», είπε ο Άρης.
«Θα μείνει εδώ;» την κάρφωσε με απεγνωσμένα μάτια η Άλεξ.
Κατάλαβε ο Άρης, τράβηξε παράμερα την Ελένη να της ζητήσει συγνώμη –κάτι σοβαρό είχε γίνει, θα έπρεπε να φύγει, αλλά αύριο το μεσημέρι … Σκοτώθηκε να την συνοδέψει μέχρι τη Συγγρού και να την βάλει σε κάποιο ταξί. Όταν γύρισε, βρήκε όλους τους υπόλοιπους αμίλητους –με αχνιστούς καφέδες να τον περιμένουν. Κάθησε απέναντι από την Άλεξ.
«Τι τρέχει;» ρώτησε αγχωμένος.
«Πρόβλημα», είπε η Άλεξ κοιτάζοντας τα παπούτσια της. «Έπαθα κάτι και δεν έχω σε ποιόν να πάω. Γι΄ αυτό ήρθα εδώ και περίμενα να εμφανιστείτε. Χρειάζομαι βοήθεια».
«Μίλα ρε παιδάκι μου!» αγανάκτησε ο Κώστας.
«Λοιπόν … φαίνεται πως είμαι έγκυος … Πρέπει να κάνω έκτρωση και …», η Άλεξ σταμάτησε, ψάχνοντας τα λόγια της.
Τέσσερα τσιγάρα άναψαν ταυτόχρονα –το ένα μεταφέρθηκε, χέρι με χέρι στο στόμα της Άλεξ.
«Πως έγινε;» ρώτησε ο Άρης.
«Ποιος είναι;» απείλησε ο Κώστας.
«Δεν έχουν σημασία αυτά. Έχουν; Μια μαλακία μου ήταν και έγινε η στραβή. Θα βοηθήσετε;» θέλησε να μάθει εκείνη.
«Ποιος πούστης είναι;» επέμεινε ο Κώστας.
«Άστο ρε μαλάκα. Έγινε τώρα –δεν άκουσες τι σου είπε; Να δούμε πως θα το διορθώσουμε», είπε ο Πέτρος.
Η Άλεξ δεν ξεκόλλησε το βλέμμα από τα παπούτσια της όσο οι υπόλοιποι κανόνιζαν για το που θα βρουν τα χρήματα, «έχω μια καβάντζα για το ενοίκιο», «θα ζητήσω από το γέρο μου», «ρε Άλεξ, ο μαλάκας σου δεν πρέπει να βάλει κανένα φράγκο;»
«Αυτός δεν θέλω να μάθει τίποτα. Για την ακρίβεια δεν θέλω ούτε να τον βλέπω», είπε εκείνη.
«Από γιατρούς ξέρεις τίποτα;»
«Ο γυναικολόγος μου μια χαρά είναι. Πήγα και τον είδα σήμερα».
Μετά σιωπή. Της μίλησαν για διάφορα -αδιάφορα οι υπόλοιποι, προσπάθησαν να ξεκολλήσουν το μυαλό της από το γεγονός –άδικος κόπος. Το κατάλαβαν και την έβαλαν να κοιμηθεί –εύκολο ήταν γιατί η Άλεξ κατέρρεε. Έτσι έμειναν μόνοι, στο διπλανό δωμάτιο καπνίζοντας την ησυχία.
«Ποιος να ‘ναι ο καργιόλης;» έλεγε συνέχεια ο Κώστας.
«Ξεκόλλα», τον έκοψε ο Πέτρος.
«Θα το μάθουμε στην ώρα του», είπε ο Άρης.
«Άνθρωποι που δεν μπορούν να κουμαντάρουν το τσουτσούνι τους είναι για πολλές σφαλιάρες», συμπέρανε ο Κώστας.
Καθιστούς τους βρήκε ο ύπνος κι έπεσε πάνω τους σαν την απελπισία –ύπουλος αλλά αναπόφευκτος. Μετά ήρθαν να τους συναντήσουν διακοπτόμενα όνειρα, φύκια από φουρτουνιασμένες θάλασσες που έκλειναν τα ρουθούνια τους, αέρηδες δυνατοί που εμπόδιζαν το περπάτημά τους. Πετάχτηκε με κομμένη ανάσα ο Άρης κι έτοιμος ήταν να ξανακοιμηθεί όταν είδε τον Κώστα γονατισμένο στην πόρτα του δωματίου. Έτριψε τα μάτια, κάτι έκανε ο άλλος κοιτάζοντας την Άλεξ που κοιμόταν –σύρθηκε για να τον πλησιάσει.
Απορροφημένος από τις κοφτές αναπνοές της –ο Κώστας δεν τον πήρε χαμπάρι. Μόνο συνέχιζε να την κοιτάζει και χάραζε το δεξί του μπράτσο με ένα σκουριασμένο ξυράφι. Γραμμές που κοκκίνιζαν, τις άφηνε να απλώσουν αίμα κι έκανε καινούργιες, κάθε που πάγωνε η ροή.
«Τι κάνεις εκεί ρε βλάκα;» τον έπιασε απαλά από τον ώμο ο Άρης.
«Δεν αντέχω δικέ μου. Θέλω να φύγει το κακό αίμα γιατί κοντεύει να ανατιναχτεί το κεφάλι μου».
Ο Άρης πήρε σιγανά το ξυράφι κι έκλεισε τη χούφτα του. Όταν άνοιξε –η παλάμη του ήταν κατακόκκινη και το ξυράφι σπασμένο.
«Να μη φύγουν ποτέ από πάνω μας –να μην τους χάσουμε πάλι», είπε και πέταξε τα κομμάτια από το ξυράφι στα σκουπίδια.
Έμειναν εκεί για ώρα πολλή –ακουμπισμένοι ο ένας στον άλλο, περιμένοντας να παγώσει το αίμα. Κοίταζαν, αλλά να σκεφτούν δεν μπορούσαν. Άλλο.
Το επόμενο πρωί, ξέπλυναν τα ξεραμένα αίματα και έγιναν πάλι παρέα. Είχε έναν ήλιο king size, χειμωνιάτικο –ακούμπησαν τις πουντιασμένες τους πλάτες στις καφετέριες του Θησείου. Ήρθε η ζέστη και τους ηρέμησε –μέχρι και η Άλεξ έπαιζε μια χαρά το ρόλο της -αν δεν την ήξερες θα πίστευες ότι διασκεδάζει.
«Όταν τελειώσουν όλα αυτά θα πάμε μια βδομάδα διακοπές στη Σαντορίνη. Κυριλέ –με δωμάτιο –θέα ηφαίστειο», είπε σε μια στιγμή ο Κώστας και όλοι συμφώνησαν.
«Όταν τελειώσουν όλα αυτά θα κάνουμε πάνω από δεκαετία να ξαναειδωθούμε», απάντησε η Άλεξ και όλοι συμφώνησαν.
Μέχρι που το πήρε ο Πέτρος και το ξέσκισε –κάνοντας υποθέσεις για την κατάστασή τους μετά από μια δεκαετία. Θα ήταν η Άλεξ, λέει, διάσημη σχεδιάστρια ρούχων με εναλλακτικό στυλάκι –κάτι σαν «φτιάχτο μόνος σου». Θα αγόραζες το ρούχο και θα έκανες παρεμβάσεις πάνω του με ότι υλικά διέθετες –άσε που θα μπορούσες να το αλλάξεις όταν το βαριόσουν, με άλλο ρούχο της γνωστής φίρμας «Άλεξ». Και θα γινόταν ο Άρης δημοσιογράφος, λέει –από αυτούς που τρέχουν σε επικίνδυνες ανταποκρίσεις και θα έκανε οδοιπορικά στους Τουπαμάρος, τους Φαραμπούτο Μαρτί –μέχρι στους Σαντινίστας θα έφτανε η χάρη του. Κι αν του έδιναν κανένα βραβείο, θα τους έστελνε ένα κείμενο καταγγελίας, που θα το διάβαζε κάποιος ινδιάνος –όπως είχε κάνει ο Μάρλον Μπράντο στην απονομή των Όσκαρ. Ο Πέτρος θα γινόταν συγγραφέας με ψευδώνυμο –θα έκανε επιτυχία και παράλληλα θα δούλευε στη Λαχαναγορά –μεροκάματα. Μόνο η παρέα θα ήξερε ποιος ήταν στην πραγματικότητα –κάτι σαν τον Σάλιντζερ ανακατεμένο με Μπουκόφσκι να πούμε. Και ο Κώστας θα γινόταν απλά πλούσιος για να πληρώνει τις μαλακίες των υπολοίπων. Θα έστηνε εταιρεία κοινωνικών μελετών –έρευνες εκλογικών προτιμήσεων –τέτοια πράγματα. Αλλά, από πίσω, θα έκανε μελέτες για περιθωριακές κοινωνικές ομάδες και καταγραφές καταπιεστικών κοινωνικών προτύπων.
Αυτά έλεγαν γιατί την επόμενη μέρα θα έπρεπε να συνοδεύσουν την Άλεξ στο γιατρό –να περάσει χειρουργείο. Και απέφευγαν να πουν ότι όλοι αυτό σκέφτονταν –έλπιζαν, ο καθένας, πως το μυαλό του άλλου θα ταξίδευε με διαφορετικές σκέψεις. Κι έτσι κορόιδευαν τους εαυτούς τους, κουβαλώντας, μοναχικά, το ίδιο φορτίο δυστυχίας.
Το βράδυ δεν κοιμήθηκαν –έπαιξαν χαρτιά, «Αγωνία» και «Δηλωτή», άκουγαν μουσικές χίπικες -13th Floor Elevator, It’s a Beautifull Day και Jefferson, πίνοντας ζεστή σοκολάτα. Μέχρι που τα μάτια βάρυναν κόντρα στη θέλησή τους –το ξημέρωμα τους πέτυχε ξεσκέπαστους, αγκαλιασμένους –η Άλεξ κρεμόταν από το λαιμό του Άρη, ο Κώστας να την κρατάει ζεστή ανάμεσα στα μπράτσα του και ο Πέτρος κουλουριασμένος στα πόδια της. Κοιμήθηκαν –όχι όλοι –η Άλεξ με τα μάτια ανοιχτά, λίμνες που ξεχείλιζαν, αγωνιζόταν να μείνει ακίνητη, να μην τους ξυπνήσει. Σκεφτόταν ότι δεν αγάπησε τίποτα, περισσότερο από αυτούς τους τέσσερεις μαντραχαλάδες –γιατί κι ο Γιαννάκης κάπου εκεί, πάνω από τα κεφάλια τους βολόδερνε. Και λυπόταν που έπρεπε να τους αφήσει πίσω της, τόσο σύντομα –αλλά η ιστορία είναι γραμμένη από πριν κι εσύ μόνο τα λόγια σου να πεις –μόνο αυτό μπορείς.
Σηκώθηκαν αμίλητοι, με αμήχανα αστεία και αγκαλιάστηκαν σφιχτά πριν περάσουν την έξοδο. Έκανε κρύο, αλλά τα μπουφάν δεν τους προστάτευαν, μέχρι τ΄αυτιά ήταν κουμπωμένοι και το κρύο θέριζε από μέσα τους. Μέσα στο ταξί έγιναν ένα με τα σκληρά καθίσματα καθώς ανέβαιναν την Αλεξάνδρας –ο Άρης μπροστά κι ο Κώστας με τον Πέτρο να της κρατάνε τα χέρια. Ζεστά.
Οι διάδρομοι του νοσοκομείου πλακώνουν το στήθος και η αναμονή είναι σταγόνα στο μέτωπο από μια βρύση προσαρμοσμένη στην αγωνία σου. Όσο και να περιμένεις είναι πολύ, ότι και να γίνει είσαι αντιμέτωπος με άγνωστες, κλειστές πόρτες. Δεν σε περιμένουν, απλά ανοίγουν για να σε καταπιούν. Όπως εκείνη τη μέρα κατάπιαν την Άλεξ –φώναξε το όνομά της η νοσοκόμα, σηκώθηκε αυτή, έκανε δυο αποτυχημένες πιρουέτες για να κρύψει την αμηχανία της και έστειλε πεταχτά φιλιά πριν βουτήξει μέσα από τις απειλητικές πόρτες.
Ο Κώστας άφησε ελεύθερο το ελατήριο -αυτό τον τίναξε είκοσι πόντους από την πλαστική καρέκλα -αμέσως μόλις χάθηκε η Άλεξ.
«Ποιος πούστης την έκανε τη δουλειά; Μου λες;» γυρόφερνε στο διάδρομο.
«Τι σημασία έχει ρε δικέ μου;» αναρωτήθηκε ο Πέτρος.
«Έχει -πως δεν έχει! Ένας μαλάκας που δεν μπορεί να κουμαντάρει την καύλα του, αλλά, κατά τα υπόλοιπα, βρίσκεται δίπλα στην κοπέλα –είναι μαλάκας με ελαφρυντικά. Όταν όμως δεν είσαι εκεί, την ώρα που η άλλη γαμιέται για πάρτη σου…», έκανε ο Άρης.
«Εντάξει μωρέ. Μπορεί να ήταν ξεπέτα της μιας νύχτας», υποστήριξε ο Πέτρος.
«Καλά ρε ξεφτιλισμένε –για τέτοια την έχεις την Άλεξ;» φούντωσε ο Κώστας. «Τι νομίζεις δηλαδή; Ότι είναι καμιά βλαμένη που ανοίγει τα πόδια της στον πρώτο άσχετο μαλακοκαύλη; Όχι κι έτσι ρε συ! Εντάξει, δεν διαφωνώ –μπορεί να ήταν ξεπέτα. Αλλά με κάποιο άτομο νορμάλ, ξηγημένο –όχι με …»
«Δεν ωφελεί να την ψάχνουμε. Θα μας πει η ίδια όταν θελήσει. Κι αν δεν θέλει –δικαίωμά της», είπε ο Άρης.
«Έτσι απλά;» τον κοίταξε ο Κώστας.
«Έτσι απλά», απάντησε αυτός.
Μακάρι να υπήρχε κάτι απλό στην όλη ιστορία και μακάρι η αναμονή να τελείωνε χωρίς αναμνήσεις –τινάζεις τη σκόνη από το παλτό σου, φοράς το καπέλο σου και φεύγεις καθαρός -«αύριο δεν θα θυμόμαστε τίποτα». Αλλά δεν ήταν έτσι γιατί παιδεύτηκε η Άλεξ με την αναισθησία –τα παιδιά δεν το ήξεραν τότε, αλλά είχε ήδη αρχίσει να σουτάρει κάτι ξεγυρισμένα φιξάκια, η Άλεξ, το τελευταίο διάστημα. Τα παιδιά δεν μπορούσαν να το φανταστούν αλλά η βόλτα της Άλεξ στην παραμύθα είχε ξεκινήσει αμέσως μετά τον θάνατο του Απροσάρμοστου –ανάγκη απόδρασης μέσα από νεκρωμένα εγκεφαλικά κύτταρα ή απλά ανάγκη –όπως θέλεις πες το. Και η αντίσταση του οργανισμού στις αναισθητικές ενέσεις ήταν το πρώτο της παράσημο από τη Λευκή Κυρία –σε ένα χορό που κράτησε χρόνια και κατέληξε πίσω από τους τοίχους του ψυχιατρείου. Αργότερα όμως.
Όταν τους ειδοποίησε η νοσοκόμα, βρήκαν την Άλεξ σε άθλια κατάσταση –να κολυμπάει κλαίγοντας στο ναρκωμένο της ασυνείδητο. Πονούσε η κοπέλα και χανόταν σε δίνες …
«Κρατήστε την ξύπνια για να συνέλθει», είπε ο γιατρός και χάθηκε πριν προλάβουν να τον ρωτήσουν.
Της μιλούσαν συνέχεια και καθάριζαν το πρόσωπό της –η κοπέλα ρωτούσε μόνο …
«Τελείωσε;»
Και οι υπόλοιποι την καθησύχαζαν, λέγοντας σαχλαμάρες –«τίποτα δεν ήταν», «μην ανησυχείς», «όλα θα πάνε καλά». Μαλακίες -και πάνω τους πάλευε να κρατηθεί η Άλεξ. Μέχρι που έπεσε σε μια κατατονική διάθεση –ξύπνια, αλλά ακόμα βυθισμένη στη νάρκωση του μυαλού. Ο Κώστας χανόταν πίσω από το φορείο της και χτυπούσε με γροθιές τον τοίχο, συνέχεια –νόμιζε πως δεν τον είχαν πάρει χαμπάρι, αλλά ο Πέτρος έκανε νόημα …
«Άρη, πάρτον λίγο έξω –να πιεί κανένα καφέ. Τώρα τη βλέπω πιο ήρεμη», κι αυτό έκανε ο Άρης.
Όταν έμεινε μόνος, συνέχισε να δροσίζει το μέτωπο της Άλεξ με βρεγμένο πανί, της κρατούσε το χέρι και ψιθύριζε, καθησυχαστικά, πως όλα θα περάσουν.
«Πέτρο;»
«Ναι κορίτσι μου».
«Πονάω».
«Θα περάσει. Μην το σκέφτεσαι».
«Πότε;»
«Γρήγορα». Έξυσε το κεφάλι του ο Πέτρος. «Ποιος ήταν Άλεξ;»
Η κοπέλα μισόκλεισε τα μάτια, αναστέναξε και πνίγηκε με το σάλιο της. Μετά προσπάθησε να τον κοιτάξει, αλλά το βλέμμα της δεν εστίαζε…
«Ο Σπύρος ο Κατσούλας. Με βρήκε … σε ένα σπίτι τέλος πάντων … και δεν ήμουν καλά, είπα να κοιμηθώ εκεί. Δεν ήμουν σε κατάσταση … καταλαβαίνεις… Είχαμε πιει κι έπαιζε πράμα … πρέπει να σούταρα κάτι κομμένο … ένα γκρέιν λέει … σαχλαμάρες … κομμένο με στρυχνίνη, στο λέω εγώ … και τέλος πάντων … ήταν κι άλλοι, κοιμήθηκα εκεί…λιποθύμησα .. ξέρω ‘γω;» έψαχνε να βρει σάλιο η κοπέλα, ρούφαγε τα μάγουλα της στο ξεραμένο στόμα. «Μέσα στο όνειρό μου τον θυμάμαι .. πάνω μου … πόναγα γιατί δεν ήθελα … και με πλάκωνε … το βάρος του … Το πρωί κοιμόταν δίπλα μου … αχ, κάνε να μην τελείωσε μέσα γιατί ήταν επικίνδυνη η μέρα … κάνε!…», σώπασε. Έκλεισε τα μάτια, όχι για να κοιμηθεί αλλά για να κρατήσει τα δάκρυα.
Την αγκάλιασε ο Πέτρος, αμίλητος, κρύος από μέσα –αλλά ζεστός απέξω. Και έμειναν έτσι για ώρα, η Άλεξ χανόταν και ξαναρχόταν –μέχρι που οι υπόλοιποι επέστρεψαν. Πέρασαν δυο ακόμα ώρες μέχρι να τη συνεφέρουν –το ταξί που τους πήγε πίσω στο σπίτι της έμοιαζε λουλουδένιο –βρήκαν κάτι ψιλά να το πληρώσουν, αλλά είχαν ξεμείνει από δάκρυα.
Βάρδιες κράτησαν στο πλευρό της, έφτιαξαν απαίσιες σούπες κι αυτή έτρωγε για να μην τους στεναχωρήσει, έπαιξαν πάλι χαρτιά χωρίς μυαλό –τους πήρε ο ύπνος το επόμενο ξημέρωμα στα πόδια του κρεβατιού της. Δίπλα στα δικά της πόδια, αντίκρυ στο κεφάλι της. Αλλά η Άλεξ έδειχνε να συνέρχεται. Μόνη της σηκώθηκε το επόμενο μεσημέρι, πήγε στο φούρνο και τους αγόρασε κρουασάν …
«Ξυπνήστε τεμπέληδες, το μεσημεριανό πρωινό είναι έτοιμο», τους σκουντούσε γελώντας.
Έφαγαν όλοι μαζί με αχόρταγη διάθεση –έτσι που, αν τους έβλεπες, θα τους λογάριαζες για ευτυχισμένη παρέα. Ήταν όμως που αποχαιρετούσαν τις κοινές τους μέρες –γι’ αυτό έμοιαζαν τόσο όμορφοι. Είπαν αστεία και κορόιδεψαν τον Πέτρο που φορούσε διαφορετικό χρώμα κάλτσες -«δεν έβλεπα μπροστά μου ρε μαλάκες –τρέχει τίποτα;» κι έφυγαν με το απογευματινό φως. Στην πόρτα τους κράτησε, έναν-έναν, σφιχτά η Άλεξ στην αγκαλιά της και πέθανε τρεις φορές ο χρόνος, γιατί κανένας τους δεν γούσταρε αποχαιρετισμούς. Γι΄αυτό κιόλας έσφιξαν τα χέρια, μπερδεμένα δάχτυλα –μήπως κρατήσουν τον Απροσάρμοστο –σίγουροι πως θα κυλούσε ανάμεσά τους σαν άμμος. Και έτσι ακριβώς έγινε.
Βγήκαν στη λεωφόρο χωρίς προορισμό –όπως συνήθως. Ο Κώστας επιχείρησε να κοιτάξει για τελευταία φορά το φωτισμένο της παράθυρο, αλλά ο Πέτρος τον τράβηξε βίαια…
«Πάμε ρε μαλάκα –έχω να σας πω!».
Και πήγαν μέχρι την υπόγεια διάβαση, 500 μέτρα πιο κάτω, ακολουθώντας τον Πέτρο. Σχεδόν τρέχοντας. Τους έστησε στον τοίχο και μοίρασε τσιγάρα –μετρώντας τους με τα μάτια.
«Θέλω ψυχραιμία –εντάξει;» τους προειδοποίησε.
«Δεν την έχεις», είπε ο Κώστας
«Πάει καλά –ξεκινάω και βλέπουμε», του απάντησε αυτός. Έκανε δαχτυλίδια τον καπνό του στα μούτρα τους πριν συνεχίσει. «Έχω να σας πω και είναι άσχημα αυτά που έμαθα. Κατά πρώτον η Άλεξ τρυπιέται…»
«Γαμώ το στανιό μου!» βόγγηξε ο Κώστας και ξανακοπάνησε τη γροθιά στον τσιμεντένιο τοίχο.
«Καιρό;» ρώτησε ο Άρης.
«Δεν ξέρω. Γι΄αυτό δεν την έπιανε η αναισθησία».
«Άλλο», έκανε ο Κώστας.
«Κατά δεύτερον, αυτός που την άφησε έγκυο είναι ο Κατσούλας».
Πήγε να βλαστημήσει ο Κώστας αλλά δεν του βγήκε –προτίμησε να φτύσει το χώμα ανάμεσα στα πόδια του κι ο Άρης τον μιμήθηκε. Έμειναν σκεφτικοί αμέσως μετά –προσπαθούσαν να το χωνέψουν.
«Κάτσε ρε μαλάκα, είσαι σίγουρος; Η Άλεξ γούσταρε να πηδηχτεί με τον Κατσούλα; Θα μας τρελάνεις δηλαδή; Αυτός είναι σαν ανάποδο γαμώτο!» είπε ο Άρης.
«Εκεί είναι το θέμα. Γιατί, κατά τρίτον και χειρότερον –ο μαλάκας την πέτυχε λιώμα σε κάποιο σπίτι και την πήδηξε. Η Άλεξ μου είπε πως είχε γίνει για τα καλά –ήταν σχεδόν λιπόθυμη όταν τον κατάλαβε πάνω της. Μου είπε …»
«Σκάσε ρε -γαμώ τη ζωή μου!» ούρλιαξε ο Κώστας. Έκανε να φύγει αλλά τον βούτηξαν από πίσω οι υπόλοιποι.
«Που πας ρε μαλάκα; Δεν γίνονται έτσι αυτά τα πράγματα! Μαζί θα πάμε –κατάλαβες;» ούρλιαξε μέσα στα μούτρα του ο Άρης.
Στη συνέχεια -όλοι περίμεναν. Τις επόμενες μέρες περίμεναν χωρίς να το κουβεντιάζουν. Έβραζε ο θυμός μέσα τους και τον άφηναν να ωριμάσει σαν τα σκωτσέζικα ουίσκια. Συνέχιζαν να περνάνε από την πλατεία, εξακολουθούσαν να τρώνε, να πίνουν, να καπνίζουν –αλλά δεν κοιμόντουσαν πολύ. Τα απαραίτητα μόνο –όταν έπεφταν τα βλέφαρα απροειδοποίητα –σε άγνωστα σπίτια και εισόδους πολυκατοικιών. Έτσι περίμεναν.
Μέχρι τη μέρα που ξανάνοιξε η σχολή για το επόμενο εξάμηνο –γέμισε το προαύλιο νευρικούς φοιτητές που έψαχναν τις παρέες τους. «Πως τα πέρασες;» «Μια από τα ίδια –δεν αντέχονται οι γέροι ούτε για δέκα μέρες. Εσύ;» «Σκατά. Η γκόμενα που είχα στο Λύκειο γέννησε το πρώτο της παιδί». Τέτοια πράγματα.
Εκείνη τη μέρα τύφλωνε ο χειμωνιάτικος ήλιος γιατί τότε, υπήρχαν ακόμα αλκυονίδες. Οι τρεις τους κάθονταν καβάλα στα κάγκελα της σκάλας, στο νέο κτίριο και σάρωναν όλο το προαύλιο. Ο ήλιος δεν τους στράβωνε γιατί τα μάτια τους ήταν γεμάτα σκοτάδι. Πηχτό και ήσυχο –σαν αυτό που κυκλοφορεί στα τρομακτικά δάση. Κοίταζαν, μέχρι που τον είδαν να μπαίνει –από την κεντρική πύλη, παρέα με κάτι κομματόσκυλα. Τον άφησαν να πλησιάσει πριν του φωνάξουν …
«Ρε Σπύρο, για ανέβα να σε ρωτήσουμε κάτι».
Χαμογέλασε πούστικα όταν τους είδε και χαιρέτησε την παρέα του. Μετά άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά για να χαιρετηθεί με τα τρία παγωμένα βλέμματα.
«Τι έγινε ρε σεις; Χαθήκαμε. Μάθατε κανένα νέο για τον Γιαννάκη;» τους χτύπησε στην πλάτη.
«Όχι –άστον αυτόν. Για άλλο σε θέλουμε τώρα», είπε ο Άρης.
«Τι τρέχει;»
«Εσύ θα μας πεις. Ακούστηκε ότι παίχτηκε κάποιο πηδηματάκι με την Άλεξ», έκανε ο Πέτρος.
Χαμογέλασε ο άλλος –τεντώθηκε.
«Α, σας το είπε ε; Εντάξει μωρέ, δεν ήταν τίποτα φοβερό. Απλά βρεθήκαμε σε κατάλληλη φάση».
«Έτσι ε; Και πως είναι η γκόμενα; Κάνει κόλπα;» σφύριξε ο Κώστας.
«Ρε, τι κουτσομπόληδες είσαστε! Καλή ήτανε μωρέ –όχι τίποτα ιδιαίτερο. Καλή», κόμπασε ο Κατσούλας.
«Καλή; Δεν ήταν ψόφια δηλαδή;» ρώτησε, όλο ενδιαφέρον ο Άρης.
«Ψόφια; Ε όχι και ψόφια! Τα έκανε τα γούστα της», γέλασε ο Κατσούλας.
«Ναι; Για πες! Έκανε και το κόλπο της πεθαμένης; Ξέρεις –εκείνο που η κοπέλα είναι λιώμα κι ένας καργιόλης το εκμεταλλεύεται για να την πηδήξει. Το έκανε αυτό ρε γαμημένε;» φώναξε ο Κώστας αρπάζοντάς τον από το καστόρινο σακάκι.
Ο Κατσούλας ένιωσε ελεγχόμενη ηλεκτρική εκκένωση –αλλά νόμισε πως ακόμα σωζόταν η παρτίδα.
«Κάτσε ρε –τι μου λες τώρα; Μια χαρά είχε τις αισθήσεις της η γκόμενα. Αφού αυτή μου την έπεσε», μουρμούρισε.
«Σκάσε ρε μουνόπανο!» ούρλιαξε ο Κώστας και του τράβηξε μια ξεγυρισμένη σφαλιάρα, από αυτές που απογειώνουν γυαλιά μυωπίας.
Προσπάθησε να κάνει πίσω για να ξεφύγει ο Κατσούλας, αλλά ήταν αργά. Ο Πέτρος τον κρατούσε από τα μπράτσα και ο Άρης άρπαξε μια μπερδεμένη τούφα μαλλιών.
«Ήταν πολύ βρώμικο αυτό που έκανες Κατσούλα», του σφύριξε στο αυτί.
«Όχι ρε παιδιά …» κλαψούρισε αυτός, αλλά εκείνοι δεν άκουγαν.
Του τράβηξαν κάτι γερές στο στομάχι κι έπαψε να αντιστέκεται –τον χαστούκιζαν διαδοχικά και τον έφτυναν …
«Δείξε μας πόσο μάγκας είσαι! Έλα ρε να σε δούμε -τι περιμένεις;»
«Γουστάρεις παιχνιδάκια όταν ο άλλος είναι ανήμπορος; Κάντα και σε μας ρε σκατιάρη!»
Κι ο Κατσούλας έβγαζε μύξες, δάκρυα μαζί με παρακάλια.
«Γδύστο το μουνόπανο! Γδύστον να δούμε πόσο γαμίκουλας είναι!»
Ο Κατσούλας δεν αντιστάθηκε όσο του τραβούσαν το σακάκι στα σκαλιά. Δεν κόντραρε όσο του έσκιζαν το πουκάμισο, όσο του κατέβαζαν το παντελόνι –πήγε λίγο να παλέψει όταν ένιωσε ότι τον ξεβράκωναν αλλά έφαγε μια ξεγυρισμένη κλωτσιά στα δόντια και κουλουριάστηκε στα κρύα μάρμαρα. Δίπλα του –ένας σωρός από ρούχα κι ο Κώστας τα μούλιαζε με οινόπνευμα πριν ανάψει φωτιά στις άκρες τους.
Οι φοιτητές είχαν μαζευτεί κάτω από τα σκαλιά και μουρμούριζαν –ψάχνοντας να μάθουν τι έγινε. Κάτι φρικιά ζητωκραύγαζαν –«ΟΛΑ, ΟΛΑ!» κι ο κόσμος παρακολουθούσε αμέτοχος τον βρώμικο καπνό να γεμίζει τον αέρα.
Ο Κατσούλας στο πάνω σκαλί, γυμνός και διπλωμένος –σιχαμένο έμβρυο όπως όλοι οι κακογεννημένοι. Τον είδε ο Άρης και θυμήθηκε την Άλεξ, ένα τέτοιο πλάσμα θα έβγαινε από την κοιλιά της, σε εννιά μήνες, αν δεν είχαν προλάβει –αηδίασε στη σκέψη.
«Σήκω φύγε ρε σκατιάρη. Δεν αξίζεις μία για μας πλέον», του είπε σέρνοντας μακριά τη ματιά του.
Οι άλλοι δύο ακολούθησαν –κατέβαιναν τα σκαλιά μουρμουρίζοντας στον κόσμο «δεν τρέχει τίποτα, προσωπικό θέμα, έληξε» και, όλοι μαζί, πήγαν προς την έξοδο. Δεν στράφηκαν να μάθουν το λόγο για τη γενικευμένη βοή που ξέσπασε στο προαύλιο –μόνο είδαν έναν γυμνό, αλλόφρονα Κατσούλα να τρέχει ουρλιάζοντας. Γύρω του, αμέτοχοι φοιτητές, τραβιούνταν στα πλάγια –να μην τον αγγίξουν. Κι ο Κατσούλας άδειαζε, με άναρθρες κραυγές, τα πνευμόνια του, τίναζε τα χέρια για να αποφύγει εμπόδια μπροστά από τυφλωμένα μάτια. Έτρεχε κι αυτοί παρακολουθούσαν βρώμικες πατούσες να στρίβουν από την Πάντου με κατεύθυνση τη Συγγρού. Δεν ενδιαφέρθηκαν να τον ακολουθήσουν γι΄ αυτό δεν είδαν –μόνο άκουσαν φρένα να στριγγλίζουν, καθώς ο Κατσούλας πετάχτηκε απροειδοποίητα στη λεωφόρο. Ένα φορτηγό δεν πρόλαβε να σταματήσει, στη δεξιά λωρίδα –ο πανικόβλητος οδηγός έκοψε απότομα το τιμόνι δεξιά, με αποτέλεσμα να μαζέψει τον Κατσούλα κάτω από τον τεράστιο τροχό και να τον κολλήσει, χαλκομανία στο πεζοδρόμιο.
Οι τρεις τους δεν συγκινήθηκαν από τις κραυγές του κόσμου, δεν ακολούθησαν τους φοιτητές που έτρεχαν να δουν τι συνέβη – αλλά έφυγαν με αργά, ήσυχα βήματα, προς το Κουκάκι. Αργότερα έμαθαν πως ο Κατσούλας την έβγαλε, σχεδόν, καθαρή –μόνο που έχασε το αριστερό του πόδι, από το γόνατο και κάτω. Δεν χάρηκαν στο άκουσμα –δεν έδειξαν καν να μετανιώνουν. Γιατί άλλωστε; Δεν αλλάζει τίποτα όταν είσαι στο μάτι του κυκλώνα.
Μετά ήρθαν μπάτσοι στη σχολή κι έκαναν έρευνες –αλλά κανένας φοιτητής δεν μίλησε, κανείς δεν ήταν μπροστά όταν έγινε η φασαρία. Μόνο που η Άλεξ τους πέτυχε πίσω από κάτι φωτιές –μια άγρια νύχτα στην πλατεία και τους κοίταξε σκεφτικά. «Είσαστε εντελώς μαλάκες», τους είπε πριν γυρίσει την πλάτη της και εξαφανιστεί. Έκαναν, πράγματι, χρόνια να την ξαναδούν –ή, μάλλον, ποτέ δεν την ξανάδαν. Κάτι άλλο συνάντησαν –κάποτε. Κάτι που έμοιαζε με την Άλεξ, αλλά δεν ανέπνεε τη ζωή της, μόνο κολυμπούσε στη λάσπη των αστεριών.
Εκείνη την εποχή ήταν γεμάτος ο αέρας από κρότους –εκρήξεις και άτακτες φυγές. Άνθρωποι έτρεχαν να βρουν και μετά έτρεχαν να ξεφύγουν, οργισμένοι από τον φόβο τους και έπαιζε μια μουσική που έλεγε –«σωροί σωσιβίων/ σωστά στιβαγμένοι/ σε σημαίες σωματοφυλάκων./ Έχεις φοβηθεί ποτέ τραγούδι;/ Ποτέ μην τα φοβάσαι./ Φόβοι του Μαΐου –πολύχρωμες κορδέλες/ φαντάσματα με τραγούδια στο κεφάλι/ άσματα που χάνουν τη μάχη και σκύβουν/ και σκύβουν το κεφάλι».
Έτσι έλεγε.

(συνεχίζεται μετά την ευχάριστη αναδρομή στο παρελθόν)

13. Ένα ζευγάρι μπότες και κάτι μύγες

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. “Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό”
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
9. Προετοιμασία μίσους
10. Άσπρος φόβος
11. “Όμως στο λέω -αυτή η νύχτα είναι κακιά”
12. Ένα πολυάσχολο κάθαρμα

Μια σκατόμυγα γυροφέρνει το αναμμένο πορτατίφ, ψάχνοντας τρόπο να κάψει τα φτερά της. Ένα τσιγάρο κάηκε, εγκαταλειμμένο στο πλαστικό τασάκι –μια γυναίκα βογκάει ψεύτικο πάθος στο διπλανό δωμάτιο. Ο ουρανός, μάλλον σουρουπώνει, αλλά δεν είναι κι εύκολο να το διακρίνεις από τα βρώμικα τζάμια. Δεν έχει σημασία άλλωστε –γιατί ο Κώστας δεν ενδιαφέρεται. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με τις μπότες να κρέμονται από την ξύλινη κουπαστή, κοιτάζει το χαρτί που ταλαντεύεται στο στομάχι του, με ρυθμό αναπνοής. Εισπνοή –κάτω, εκπνοή –πάνω και πάλι από την αρχή. Σκέφτεται κιόλας πως έχει παχύνει, σαβούριασε από τα χρόνια της λασποζωής. «Δε βαριέσαι –θα το ρίξω μπόι», γελάει μόνος του.
Το αεικίνητο χαρτί είναι γεμάτο στοιχεία που μάζεψε το πρωί, σε ένα ίντερνετ καφέ. Διασταυρώσεις διευθύνσεων και επικαιροποίηση αυτών που τόσα χρόνια κουβέντιαζαν με το
ποτό του ξενερώματος.
Ο Κατσούλας (φτου), εμφανίζεται μετά από χρόνια μάταιων αναζητήσεων -πίσω από την προεκλογική εκστρατεία του βουλευτή τάδε και του βουλευτή δείνα –οι οποίοι ανήκουν σε αντίπαλα, αλλά εξίσου κυβερνητικά, κόμματα. Που το κατάλαβαν; Από τις τακτικές προμοταρίσματος των συγκεκριμένων βουλευτών. Προωθημένες θέσεις που δεν οδηγούν πουθενά και «τυχαίο» ξεβράκωμα των αντιπάλων –μέσα κι έξω από τα κόμματα. Επιβεβαίωση; Για τον ένα από τους δύο –«ναι, υπάρχει ένας κύριος έτσι κι έτσι, ναι, κουτσαίνει ελαφρά κι επισκέπτεται το γραφείο του βουλευτή, συνήθως μεσημέρια, όταν οι περισσότεροι πάνε για φαγητό», είχε πει ο καφετζής του κτιρίου σε ένα φίλο του Άρη που έκανε πολιτικό ρεπορτάζ. Είχαν τα μάτια τους καρφωμένα στην διαδρομή του συγκεκριμένου βουλευτή –μετά τις εκλογές γίνεται υφυπουργός σε «παραγωγικό υπουργείο». Γελούσε ο Πέτρος –«παραγωγικό υπουργείο όπως λέμε οικολόγος μπεκατσοκυνηγός», κορόιδευε, αλλά ο «παραγωγικός υφυπουργός» την έκανε κάποια στιγμή την καρφωτική κίνησή του και πέρασε καλοκαιριάτικα από τη Βουλή, τροπολογία –κοστουμάκι, για να στηθεί εταιρεία διαχείρισης φυσικών πόρων. «Κρατάμε τα ονόματα των μελών του Δ.Σ. –βρίσκουμε στοιχεία για τα διευθυντικά στελέχη και περιμένουμε».
Κλείνει η εταιρεία μετά από ένα χρόνο κι ανοίγουν δύο στη θέση της –«αδιαφορούμε πλήρως». Ξοδεύουν εβδομάδες, ψάχνοντας σε ισολογισμούς, ανακαλύπτουν κάποια από τα στελέχη του Δ.Σ. της πρώτης εταιρείας και σημειώνουν τις νέες θέσεις τους. Προκύπτουν τέσσερεις εταιρείες και τετραπλάσια διευθυντικά στελέχη. «Κρατάμε τα καινούργια ονόματα και περιμένουμε».
Οι εταιρείες διαλύονται και μεταλλάσσονται σαν αμοιβάδες –«ταξινομούμε και υπολογίζουμε». Έφτασε κάποια στιγμή που η συσσωρευμένη πληροφορία κόντεψε να τους πλακώσει. Κλείστηκαν ολόκληρο Σαββατοκύριακο στο σπίτι του Πέτρου κι άρχισαν τις ανακεφαλαιώσεις. Οι τέσσερεις γυρολόγοι των Δ.Σ., έχουν απλωθεί στις εταιρικές ιεραρχίες –«ναι, αλλά ποιος αποφασίζει;» Μόνο ένας από αυτούς, οι υπόλοιποι απλά συμμετέχουν. Παρακολουθούν την πορεία του με προσοχή, μέχρι που παραιτείται από την εταιρεία και αναλαμβάνει Διευθύνων Σύμβουλος σε εταιρεία Μεταφορών –μυρμήγκι σε σχέση με την προηγούμενη θέση του. «Πάμε πίσω στην προηγούμενη εταιρεία και προσπαθούμε να μάθουμε ποιοι παραιτήθηκαν λίγο πριν ή λίγο μετά από αυτόν». Με τον πατροπαράδοτο τρόπο του τηλεφώνου –«συγνώμη, μπορώ να μιλήσω στον κύριο τάδε;» Δυο διευθυντές έχουν παραιτηθεί –ο ένας για να δουλέψει σε πολυεθνική –«άστον αυτόν» κι ο άλλος για να εξαφανιστεί -«αυτός είναι, αλλά, άντε να τον βρεις τώρα».
Οι προσλήψεις στην εταιρεία Μεταφορών γίνονται σε τρεις δόσεις, αφήνουν την πρώτη να περάσει –κρατώντας απλά τα ονόματα από τις αναγγελίες συμβάσεων στα Ασφαλιστικά Ταμεία. Εδώ βοηθάει και πάλι ο φίλος του Άρη, ο δημοσιογράφος, που έχει άλλο φίλο στο οικονομικό ρεπορτάζ. Στη δεύτερη φουρνιά προσλαμβάνονται τρία άτομα. Η μια είναι γυναίκα, ο άλλος τριαντάρης και ο τρίτος… Αντρέας Οικονόμου –σπουδαγμένος στην Αγγλία, με προϋπηρεσία σε κάποια από τις προηγούμενες εταιρείες που παρακολουθούσαν. Λέει όμως ψέματα –το όνομά του δεν εμφανίζεται πουθενά στα αρχεία που κρατούσαν από τις προηγούμενες εταιρείες –έφτυσαν και οι τρεις ταυτόχρονα όταν έκαναν τη διασταύρωση. Ο φίλος δημοσιογράφος αρπάζει μια εύκαιρη πρόσκληση για τα εγκαίνια, κυκλοφορεί ανάμεσα σε γκαρσόνια και βαρετές ομιλίες, φωτογραφίζει δυο άτομα γιατί ταιριάζουν με την περιγραφή που του έχει κάνει ο Άρης. Στην εμφάνιση της πρώτης φωτογραφίας, οι τρεις τους ξαναφτύνουν νευριασμένα. Ο Κώστας ετοιμάζεται να τη σκίσει, ο Άρης προτείνει να την κάψουν. Τον βρήκαν –αυτό ήταν!
Ακολούθησε μια περίοδος αναμονής –παρακολουθούν διακριτικά, μέσα από δημοσιεύματα οικονομικών εφημερίδων, σχεδιάζουν και αδρανούν. Κάποιες σπασμωδικές προσπάθειες ξεμουδιάσματος τους φέρνουν έξω από την εταιρεία να τον περιμένουν. Δεν θέλουν να καρφωθούν, ούτε να του την πέσουν –γιατί; Ξέρουν το γιατί, αλλά κοροϊδεύονται πως δεν είναι ακόμα έτοιμοι κι έτσι δεν καταφέρνουν να μάθουν ούτε που μένει. Απλά περνάνε, κοιτάζουν και βεβαιώνονται –ο Κατσούλας είναι ακόμα εκεί. Μια φορά προσπάθησαν να παρακολουθήσουν το τζιπ του και ανακάλυψαν πως έχει συνοδεία, δυο γομάρια που τον ακολουθούν με άλλο αυτοκίνητο. «Εντάξει, δεν τρέχει τίποτα –θα ακολουθήσουμε τα γομάρια», είχε πει ο Άρης. Πήγε να ξεκινήσει το νοικιασμένο τους αμάξι ο Πέτρος αλλά πάγωσε απότομα. Πίσω από τα γομάρια κόλλησε άλλο αυτοκίνητο, που βρώμαγε ασφαλίτες. Περίμεναν. «Φύγε πίσω τους και στην πρώτη ευκαιρία στρίψε αλλού» κι αυτό έκανε ο Πέτρος. Ευτυχώς δηλαδή, γιατί αμέσως μόλις ξεκίνησαν, μια βαριά εντούρο τους στάμπαρε. Βιδώθηκε στον προφυλακτήρα τους ανεξίτηλα, αναγκάστηκαν να φτάσουν μέχρι τη Δροσιά και να πλακωθούν στα πεϊνιρλί για να γλιτώσουν –«τι γίνεται εκεί πέρα ρε μάγκα μου; αυτό που έχει δεν είναι προστασία -μποτιλιάρισμα είναι!», έλεγε, μπουκωμένος, ο Κώστας. Ο τύπος βαρέθηκε κι έφυγε –όταν τους είδε να παραγγέλνουν τέταρτη γύρα μπύρες. Δεν ξαναπέρασαν από την εταιρεία Μεταφορών –όλο το σχεδίαζαν και ποτέ δεν το αποφάσιζαν.
Μέχρι πριν δυο μέρες, όταν ο Κώστας αποφάσισε να βρει το σπίτι του Κατσούλα. Δεν ήθελε πάντως να ρισκάρει παρακολουθήσεις στην εταιρεία Μεταφορών –δεν είχε όρεξη να τον τσιμπήσουν πριν καν ξεκινήσει, όπως την προηγούμενη φορά.
Για αρχή, είχε χρησιμοποιήσει τον αριθμό τηλεφώνου που είχε πάρει από τον «κυρ Ηλία» -τζίφος, κάποιος τον πλάκωσε στις απειλές και μετά η σύνδεση ψόφησε. Έψαξε τα στοιχεία του ατόμου που είχε τον αριθμό κι έπεσε πάνω σε εταιρική σύνδεση. Εντάξει, ασχολήθηκε με τον εντοπισμό της καινούργιας εταιρείας –υπήρχε μια διεύθυνση και κάποια τηλέφωνα που δεν λειτουργούσαν. Ήταν έτοιμος να τα παρατήσει και να σκάσει μύτη, κυριλές, στα γραφεία του Κατσούλα –«δε γαμιέται; πέφτω πάνω του κι ότι κάτσει». Την τελευταία στιγμή θυμήθηκε πως ένας γνωστός του, δούλευε στην κινητή τηλεφωνία –του πήρε μπόλικη ώρα να τον ψήσει, αλλά στο τέλος έμαθε τη διεύθυνση που στέλνονταν οι λογαριασμοί.
Πήγε και στήθηκε απέξω, διακριτικός, υπομονετικός και σίγουρος πως δεν θα βγάλει τίποτα σημαντικό. Αυτό σκεφτόταν όταν είδε το τζιπ του Κατσούλα παρέα με το αυτοκίνητο συνοδείας. Κόντεψε να σκαρφαλώσει στα δέντρα του διπλανού κήπου και να κάνει το μπαμπουίνο –ο ηλίθιος καρφώθηκε από τσιγκουνιά! Δεν μπορούσε να βρει άλλο λόγο για να δώσει την πραγματική του διεύθυνση –ήθελε να βλέπει τι ξοδεύουν οι μαλάκες του!
Σήμερα το πρωί ζωγράφισε στο google earth, χρέωσε με συνδρομή την πιστωτική του για να πάρει κάτι θολές αεροφωτογραφίες του σπιτιού. Βρήκε κι ένα προγραμματάκι που σου δίνει ονόματα, τηλέφωνα, ότι σκατά θέλεις –σε λίγες ώρες ήξερε τα πάντα για το σπίτι του Κατσούλα. Και φυσικά, κατάλαβε πως στο διπλανό διαμέρισμα έμεναν οι μπράβοι του –ή αυτοί, ή κάποιο ζευγάρι ομοφυλοφίλων, των οποίων το ενοίκιο (στοιχημάτιζε ότι) πληρωνόταν από τη γνωστή εταιρεία-φάντασμα. Τα στοιχεία άρχισαν να στροβιλίζονται πάνω από το στομάχι του καθώς τον έπαιρνε ο ύπνος.
Ονειρεύτηκε πως έκανε έρωτα με τη Μελίνα, πράγμα που δεν ήταν καθόλου εξωπραγματικό δηλαδή. Γιατί τις τελευταίες εφτά μέρες η Μελίνα ερχόταν στο δωμάτιό του -σε άσχετες ώρες. Γδυνόταν χωρίς πολλές κουβέντες και έπεφτε πάνω του. Αυτός απλά ακολουθούσε –δεν προλάβαινε να σκεφτεί πολλά πράγματα, δεν ήθελε κιόλας. Μετά, κάπνιζαν παρέα –προσέχοντας να μην ακουμπήσει ο ένας τον άλλο. Κοντράροντας την ανάγκη τους για περισσότερη επαφή, με αμήχανες κουβέντες.
«Πως ξέρεις ότι θα είμαι εδώ, κάθε φορά που έρχεσαι;» την είχε ρωτήσει.
«Κι εσύ πως ξέρεις πως έρχομαι μόνο όσες φορές σε βρίσκω εδώ;» του είχε πει.
«Τι θέλεις;» είχε απορήσει ο Κώστας.
«Δεν θέλω –παίρνω», είχε γελάσει εκείνη.
Και άκρη δεν έβγαινε. Μετά το σεξ, η Μελίνα ντυνόταν αργά, περιμένοντας πρόσκληση να αναβάλλει την αναχώρησή της. Ο Κώστας κοίταζε έξω από το βρώμικο παράθυρο, σχεδόν δεν απαντούσε στον χαιρετισμό της και μετά, έμενε καρφωμένος στη θέση που αυτή τον είχε αφήσει για να μη χαλάσει το σχήμα της στα σεντόνια.
«Πας σε ραντεβού με πελάτες μετά από μένα;»
«Είσαι μεγάλος μαλάκας».
Ένιωθε περίεργα μαζί της -άδειαζε, έβλεπε την κατάσταση από απόσταση. Κάποιες φορές μάλιστα, μέχρι που κώλωσε. Όταν τον άφηνε μόνο, ήταν έτοιμος να γυρίσει σπίτι του, να τα ξεχάσει όλα. Και να κρατήσει μια κάποια επαφή με τη Μελίνα –ένα πήδημα σε τακτά χρονικά διαστήματα –ή κάπως έτσι. Μετά κοιμόταν κι έρχονταν όλοι, εκεί –η παρέα, οι πεθαμένοι, οι ζωντανοί και οι θαμμένοι. Ένα τζιπ με φιμέ τζάμια περνούσε από μπροστά τους -έκρυβε τα πρόσωπα σηκώνοντας σκόνη. Ξυπνούσε νευριασμένος κι έτοιμος. Μέχρι να ξανάρθει εκείνη.
Η σκατόμυγα χώθηκε στο ρουθούνι του και τον ξύπνησε. Πετάχτηκε -ζαλισμένος ακόμα, βάλθηκε να την εξολοθρεύσει. Ένας άντρας με το τζην ξεκούμπωτο στο κυνήγι της ενοχλητικής μύγας, να μπερδεύει τις μπότες του σε πλαστικές καρέκλες. Αν το καλοσκεφτείς, αυτό έχει κάποιο συμβολισμό –μόνο που ο Κώστας αδιαφορεί πλήρως για τα κρυμμένα νοήματα. Η μύγα τον κάνει να αισθάνεται ακόμα περισσότερο βρώμικος κι όταν χτυπάει η πόρτα του βιάζεται να κρύψει το γραμμένο χαρτί.
«Ποιος είναι;»
«Εγώ»
Ποιος άλλος;
Ανοίγει την πόρτα -η Μελίνα είναι πλέον οικεία. Θυμάται πόσο φρίκαρε την πρώτη μέρα που ξανάρθε –είδε τα σημάδια στα μπράτσα της …
«Ποιος πούστης σου το έκανε αυτό;»
«Ξέρεις ποιος»
«Γιατί;»
«Για να μην ξεχνάς –είπε»
«Δεν χρειαζόταν. Δεν έχω ξεχάσει».
Αν, πριν, ήθελε μια φορά να ξεμπερδέψει με τον Κατσούλα –μετά από αυτό δεν κρατιόταν. Έβλεπε, πίσω από τα μάτια του, τη σκηνή –να κρατάνε τη Μελίνα όσο την καίνε κι ο καργιόλης να γελάει. Έβλεπε την πιθανότητα να συμβεί το ίδιο στην οικογένειά του. Γρήγορα έπρεπε να κινηθεί, να το τελειώσει πριν πληρώσουν αθώοι τα δικά τους χρέη.
«Τι κάνεις;» η Μελίνα αφήνει ένα δερμάτινο μπουφάν στην πλαστική καρέκλα και απλώνει τα πόδια της στα σεντόνια του.
Ο Κώστας κάθεται στην άλλη άκρη του κρεβατιού –νιώθει βρώμικος για να κάνει έρωτα μαζί της και η Μαρία στριφογυρίζει στο μυαλό του. Είναι μάλλον επειδή ανησυχεί γι’ αυτήν. Γι’ αυτήν και το παιδί –δεν θέλει να τα διαχωρίσει.
«Τι σκέφτεσαι; Μήπως πρέπει να φύγω;» τον διακόπτει η Μελίνα.
«Όχι, δεν υπάρχει πρόβλημα. Μόλις ξύπνησα και είμαι λίγο κάπως».
Ανάβει δυο τσιγάρα και της δίνει το ένα. Είναι μια φιγούρα που γούσταρε από πιτσιρικάς –φάση Χόλυγουντ. Δεν μιλάνε γιατί υπολογίζουν, μετράνε ο ένας τον άλλο –από διαφορετικές γωνίες.
«Πότε θα γυρίσεις σπίτι σου;» η Μελίνα των χιλίων ερωτήσεων.
«Όταν ηρεμήσω. Όταν μπορώ να βλέπω τα πράγματα κανονικά –έτσι νομίζω».
«Α, μάλιστα», η Μελίνα διακρίνει την επιφυλακτικότητα αλλά δεν είναι σίγουρη για τον λόγο. Δεν την εμπιστεύεται ή απλά δεν θέλει να τη μπλέξει;
«Κοντεύουν να φύγουν εντελώς τα σημάδια από το χέρι σου», την κρατάει ο Κώστας αλλά μετανιώνει γρήγορα.
«Ναι. Σχεδόν.»
«Δεν είσαι θυμωμένη μαζί του;»
«Θυμωμένη; Που ζεις; Φοβισμένη είμαι –τρομοκρατημένη!»
«Πρέπει να κάνω ένα μπάνιο. Συγνώμη για λίγο –εντάξει;»
Ο Κώστας την αφήνει πίσω του και όσο χαλαρώνει κάτω από το ντους, σκέφτεται το χαρτί με τα στοιχεία που έκρυψε. Υπάρχει περίπτωση να ψάξει η Μελίνα τα πράγματά του; Και τότε ακριβώς παίρνει απόφαση πως δεν έχει πλέον καμιά σημασία.
Σκουπίζεται κοιτάζοντας το πρόσωπό του στον καθρέφτη. Θέλει ξύρισμα –γιατί οι τρίχες στο πρόσωπό του μεγαλώνουν γερασμένα.
«Μελίνα, θα μου κάνεις παρέα;»
Έρχεται και τον βρίσκει σκεπασμένο από αφρό ξυρίσματος. Γελάει …
«Ο Αγιοβασίλης!»
«Πρέπει να είμαστε όμορφοι σήμερα κι εσύ φαίνεσαι μια χαρά.»
«Γιατί;»
«Επειδή σήμερα θα συναντήσουμε έναν παλιό φίλο»
«Τον …;»
Φτύνει στο νιπτήρα ο Κώστας. Και η Μελίνα κάνει δυο βήματα προς την έξοδο.
«Α όχι, όχι. Εγώ δεν θέλω να έρθω! Όχι, όχι!»
Ο Κώστας την κοιτάζει μέσα από τον καθρέφτη.
«Μην ετοιμάζεσαι να φύγεις. Και μη με αναγκάσεις να γίνω περισσότερο πειστικός –καλά;»
Η Μελίνα χώνεται στο διπλανό δωμάτιο –ακούει το πνιχτό κλάμα της –μάλλον έχει πέσει στο κρεβάτι. Συνεχίζει προσεκτικά το ξύρισμά του, πρέπει να είναι όμορφος σήμερα. Βγαίνει, ντύνεται αργά –θα ήθελε να έχει ένα ζευγάρι αθλητικά για να κινείται πιο γρήγορα –η Μελίνα κρατάει ακόμα, χωμένο το πρόσωπό της στα μαξιλάρια.
Κάθεται δίπλα στην πεσμένη γυναίκα, ακουμπάει το χέρι του στην πλάτη της …
«Ηρέμησε, πρέπει να μιλήσουμε».
Σηκώνεται αργά και τον κοιτάζει από τις τρύπες μιας δύσκαμπτης μάσκας…
«Ίδιοι είσαστε τελικά –έτσι; Γουρούνια που ενδιαφέρεστε μόνο για το πώς θα φαγωθείτε. Κι όλος ο υπόλοιπος κόσμος για ξόδεμα.»
Δεν μιλάει, την αφήνει να ηρεμήσει λίγο.
«Μπορεί να είμαστε γουρούνια, μπορεί και να είμαστε ανθρωπάκια που φοβούνται τη σκιά τους –δεν έχει σημασία. Το θέμα είναι πως εσύ ήρθες να με βρεις συστημένη κι αυτό μπερδεύει τα πράγματα. Τώρα, εγώ σκέφτομαι με το χαζό μου μυαλό πως δεν είσαι βαλτή. Σε παίρνω λοιπόν, του κάνουμε μια επίσκεψη –του τρίβω τα μούτρα και σε γλιτώνω από περισσότερες φασαρίες. Αν πάλι είσαι βαλτή δεν τρέχει τίποτα. Θα καταλάβει πως σε τράβηξα με το ζόρι και δεν θα τσαντιστεί μαζί σου. Καλά τα λέω;»
Η Μελίνα τον κοιτάζει με μισάνοιχτο στόμα. Αδυνατεί να παρακολουθήσει τον συλλογισμό του, είναι σίγουρη ότι μπάζει από παντού κι αυτό τον κάνει πιο επίφοβο.
«Άσε με να φύγω –ΤΩΡΑ!» ξεσπάει.
Ο Κώστας χτενίζεται στον καθρέφτη του δωματίου κοιτάζοντάς την. Είναι άσχημο αυτό που κάνει και το ξέρει. Έτσι κι αλλιώς θα την εκθέσει σε αχρείαστο κίνδυνο –αλλά δεν αντέχει στην ιδέα πως μπορεί κάποιος να ειδοποιήσει τον Κατσούλα. «Ξοδεύουμε άσκοπα τον υπόλοιπο κόσμο; Μάλλον πρόκειται για κακιές συγκυρίες κι εσύ, κυρία μου, μπλέχτηκες στα κορδόνια τους». Περνάει ζελέ στα μαλλιά του –κρύβει λεπτομερειακά τις άσπρες τρίχες –όταν πας για φασαρία πρέπει να είσαι περιποιημένος -λες και βγαίνεις ραντεβού με γκόμενα. Αδειάζει το πορτοφόλι του πάνω στο ξεχαρβαλωμένο σεκρετέρ –ξεχωρίζει πιστωτικές κάρτες, ταυτότητα και δίπλωμα οδήγησης, τα μαζεύει στο μεγάλο τασάκι και βάζει φωτιά στις άκρες τους με τον αναπτήρα. Βρωμερός καπνός πλαστικού, ανοίγει το παράθυρο –οι κάρτες λιώνουν στάζοντας –μια φάτσα εφήβου τον κοιτάζει κάτω από τον καπνό, γλυμμένη από φλόγα –πήγαινε Γυμνάσιο όταν έβγαλε αυτή την ταυτότητα, όλος σπυριά από το πρόωρο ξύρισμα.
Η Μελίνα πετάγεται ξαφνικά -θέλει να φτάσει στην πόρτα της εξόδου …
«Είναι κλειδωμένη φυσικά. Κάτσε κάτω», κι αυτός δεν την κοιτάζει καν –αφοσιωμένος στην εξαφάνιση των προσωπικών του στοιχείων.
Όταν σιγουρεύεται πως δεν έχει μείνει τίποτα αναγνωρίσιμο, αδειάζει το τασάκι στην τουαλέτα. Παιδεύεται να ξεκολλήσει τα υπολείμματα μιας συμβιβαστικής ζωής και χαίρεται όταν τα βλέπει να εξαφανίζονται στην αποχέτευση. «Έτσι θα γινόταν κάποτε».
Φοράει το μπουφάν του και την πιάνει από το μπράτσο, αναγκάζοντάς την να ετοιμαστεί.
«Άκουσέ με. Θα βγούμε έξω. Δεν έχω σίδερο πάνω μου, οπότε μπορείς να φωνάξεις μέσα στον κόσμο και να μου την κοπανήσεις. Άνετα. Ή μπορείς να με ακολουθήσεις. Κάνε ότι γουστάρεις».
Εξακολουθεί να την κρατάει από το μπράτσο και βγαίνουν σαν αγαπημένο ζευγαράκι από την πόρτα του ξενοδοχείου. Κατεβαίνουν με το ασανσέρ, περνάνε τον διάδρομο, περπατούν στο πεζοδρόμιο. Μαζί.
«Δεν θα φύγεις;»
«Όχι ακόμα».
Ανοίγει την δεξιά πόρτα του πολυμορφικού γι΄αυτήν και κάνει κύκλο για να μπει από την άλλη μεριά. Βάζει τα κλειδιά –την περιμένει όσο ταλαντεύεται στο χερούλι.
«Τι θα κάνεις;»
«Θα πάω να τον βρω».
«Έτσι σκέτος;»
«Γιατί όχι;»
Ο Κώστας διαλέγει μουσική προσεκτικά και κοιτάζει τη Μελίνα –«Αν κάποιος βιολιστής έπαιζε ένα τραγούδι για σένα, αγάπη μου/ κι αν σου έδινα έναν τροχό/ θα στροβιλιζόσουν για την καρδιά και τη μοναξιά μου;/ θα στροβιλιζόσουν για την αγάπη μου;»
Το αυτοκίνητο κινείται σαν επίσκεψη σε οδοντογιατρό. Και η Μελίνα έχει παγωμένα χέρια …
«Δεν χρειαζόταν αυτό», λέει και το τραγούδι λέει …
«Αν παρατούσα όλη μου την περηφάνια για σένα/ και σε αγαπούσα μόνο για τώρα/ θα έκρυβες τους φόβους μου χωρίς ποτέ να πεις/ ‘Αύριο πρέπει να φύγω’;»
Η Μελίνα σφίγγει τα χείλια γιατί θέλει να πάρει τον Κώστα αγκαλιά –μόνο που είναι πλέον αργά για παραμύθια με χαρούμενο τέλος.
«Αν μου πεις ένα ψέμα θα κλάψω για σένα/ πες μου για αμαρτίες και θα γελάσω/ αν μου πεις για όλον τον πόνο που πέρασες/ δεν θα χαμογελάσω ποτέ ξανά».
Ο Κώστας την κοιτάζει με την άκρη του ματιού του –μπερδεμένη -γιατί σε αυτό υπολόγιζε. Θέλει τη Μελίνα δίπλα του, δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος γι’ αυτό –αλλά, σίγουρα δεν τη θέλει απέναντί του. Αυτή τον κοιτάζει τώρα …
«Άκου …»
«Δεν χρειάζεται», κρατάει το χέρι της γιατί δεν θέλει να μάθει. Δεν μιλάνε άλλο, μέχρι που η Μελίνα του κάνει νόημα …
«Στρίψε δεξιά και μετά πάλι δεξιά». Είναι αφοσιωμένη στις οδηγίες που αυτός ακολουθεί –«αριστερά και τώρα όπως σε πάει ο δρόμος».
«Πέφτει βροχή παντού αγάπη μου/ και πέφτει φόβος παντού», το τραγούδι τελειώνει. Αλλά δεν χρειάζονται άλλο –παρκάρουν έξω από μια μονοκατοικία και τον σέρνει μαζί της. Τρέχοντας, γιατί οι αποφάσεις κυλάνε από το μυαλό σαν την άμμο.
Ένας χοντρός με στρατιωτικές φόρμες τους ανοίγει και η Μελίνα κανονίζει μπροστά στον αμήχανο Κώστα. Σε δυο λεπτά βρίσκονται στο υπόγειο –όπλα απλωμένα σε τραπέζια και σφαίρες σε μεταλλικούς φοριαμούς.
«Χάθηκες Μελινάκι»
«Δουλειές, δουλειές»
«Και τι το θέλετε το εργαλείο;»
«Για μπεκάτσες», πετάγεται ο Κώστας.
«Α κατάλαβα –οικολόγοι κι εσείς», συμπεραίνει ο χοντρός και ξαφνιάζεται στη θέα του Κώστα που κρατάει την κοιλιά του από τα γέλια. Κολακεύεται στο τέλος –μάλλον ήταν έξυπνο το αστείο του.
Ο Κώστας τραβάει τη Μελίνα παράμερα –«δεν ξέρω να ρίχνω ρε συ», «δεν πειράζει, για προστασία θα το έχεις», αυτός διστάζει ακόμα -«καλά, άστο σε μένα», τον καθησυχάζει.
Η Μελίνα συζητάει με τον χοντρό, διαφωνούν αλλά στο τέλος καταλήγουν σε μια Μπερέτα –βαριά και άβολη.
«Γαμώ τα όπλα», λέει ο χοντρός φέρνοντας ένα κουτί σφαίρες.
Ο Κώστας αφήνει τον άλλο να βάλει σφαίρες γιατί δεν έχει ιδέα πως λειτουργεί αυτό το πράγμα –εντάξει; Μετά, το κρύβει στη μέσα τσέπη του μπουφάν του και πληρώνει τον χοντρό. Ευτυχώς που η Μελίνα του θυμίζει να πάρουν τις υπόλοιπες σφαίρες.
Μέσα στο αυτοκίνητο του κάνει μαθήματα –τον βάζει να αδειάζει και να γεμίζει το όπλο, να ασφαλίζει και να απασφαλίζει.
«Αν χρειαστεί … σημάδευε χαμηλά. Αλλά όχι για πολύ ώρα –έτσι κι αλλιώς στο γάμο του Καραγκιόζη θα ρίξεις. Και κράτα το μπράτσο σου κολλημένο στο σώμα -μη χτυπήσεις κανέναν άσχετο».
Την ακούει χωρίς να λέει τίποτα. Την εμπιστεύεται, αλλά αυτό δεν είναι λόγος να της αποκαλύψει πως έχει ξοδέψει μια πενταετία με τους υπόλοιπους σε παράνομα σκοπευτήρια –τότε που τέλειωναν οι «Μέρες του κρασιού και των τριαντάφυλλων». Όση ώρα δέχεται τα μαθήματά της, ζυγίσει κρυφά το όπλο που είναι πιο στραβό κι από αεροβόλο σε λούνα παρκ. Ας είναι.
«Εντάξει μπορούμε να ξεκινήσουμε», λέει σε κάποια στιγμή η Μελίνα κι αυτό γίνεται.
Οδηγούν αμίλητοι –η γυναίκα κολλάει επάνω του, δυσκολεύοντας την αλλαγή ταχυτήτων κι αυτός φιλάει τα μαλλιά της για να μη δείξει εκνευρισμένος.
«Να υποθέσω ότι ξέρεις που πηγαίνουμε;»
«Άνετα»
«Που πηγαίνουμε;»
«Θα δεις»
«Δεν μου έχεις εμπιστοσύνη;»
«Δεν είναι εκεί το θέμα».
Σιωπή που διακόπτεται από τα κενά ανάμεσα στα τραγούδια. Κάποια επιλογή από psychobilly –Αμερικάνοι γκαραζιέρηδες σουλατσάρουν στην ελληνική «Κοιλάδα του θανάτου», Αυστραλοί μετασέρφερς πλανάρουν δίπλα στην «Αποστροφή».
«Δεν έχεις τίποτα άλλο εκτός από βαβούρα;» αγανακτεί η Μελίνα.
«Βαβούρα το δωδεκάμετρο; Άστο να μας κουνήσει λίγο το μυαλό».
Φτάνουν έξω από το σπίτι του Κατσούλα και η Μελίνα ανατριχιάζει. Ξεκολλάει από πάνω του απότομα –με το χέρι σκαλωμένο στην πόρτα …
«Τι είναι εδώ;» λες και δεν καταλαβαίνει!
Ο Κώστας κάνει γύρο στο τετράγωνο κι ακόμα έναν, μετά χώνεται στα γύρω στενά. Παρκάρει τελικά, διακόσια μέτρα μακριά από το σπίτι, όσο μπορεί πιο απαρατήρητος. Μετράει κιόλας, «από την αντίθετη κατεύθυνση θα έρθουν κι αν κάποιος φύγει, δεν πρόκειται να περάσει από εδώ –καλά είναι».
Η Μελίνα θέλει να την κοπανήσει –τώρα –απεγνωσμένα. Το θέλει τόσο πολύ, που κλείνει τα μάτια για να μην προδοθεί. Είναι λάθος αυτό που γίνεται και δεν πρέπει εκείνη να βρεθεί μπλεγμένη –αλλά είναι ένα λάθος που τρέχει στην κατηφόρα. Ακούει το ξεχασμένο «δεν υπάρχει πουθενά να τρέξεις μωρό μου, πουθενά να κρυφτείς» -είναι έτοιμη να ρωτήσει που κολλάει η Μάρθα και οι Βαντέλας, μέσα στη γκαραζοβαβούρα –τελευταία στιγμή συγκρατιέται γιατί το τραγούδι παίζει μόνο στο κεφάλι της.
Φτάνουν με προφυλάξεις στην πολυκατοικία του Κατσούλα και στήνονται δίπλα στο κουδούνι του. Δείχνουν αδιάφοροι …
«Μίλα μου», της λέει ο Κώστας
«Τι να πω;»
«Καυγάδισε», κοφτή εντολή.
Απέναντι από την κλειστή, κεντρική είσοδο διακρίνουν το φωτεινό καντράν του ασανσέρ –ενεργοποιείται από τον δεύτερο όροφο …
«Τώρα. Μίλα. Έντονα», σφυρίζει ο Κώστας και η Μελίνα αρχίζει τρέμοντας.
Μια μεσόκοπη γυναίκα βγαίνει από το ασανσέρ –ο Κώστας πατάει, συνεχόμενα, το κουδούνι του Κατσούλα/ Οικονόμου …
«… μα γιατί επιμένεις αφού λείπει;» λέει η Μελίνα.
Η γυναίκα στριμώχνεται ανάμεσά τους για να βγει …
«Αφού μου είπε ότι θα είναι εδώ!» υποστηρίζει ο Κώστας.
«Θέλετε κάποιον;» ενδιαφέρεται η γυναίκα.
«Μπα, μάλλον λείπει», απαντάει, κολλημένος στο κουδούνι, ο Κώστας.
Η γυναίκα φεύγει χωρίς να προσέχει οτι η μύτη της μπότας του, εμποδίζει την πόρτα να κλείσει. Αφήνουν να στρίψει στη γωνία πριν χωθούν στην πολυκατοικία. Ελαστικοί σαν σκιές. Υπάρχει ημιόροφος στη συγκεκριμένη πολυκατοικία κι ο Κώστας το ξέρει από το πρωί. Ημιόροφος, ταράτσα αλλά όχι υπόγειο πάρκινγκ. Δυο εναλλακτικές στο σχέδιο –να περιμένει στον ημιόροφο, ή στην ταράτσα. Προτιμάει το πρώτο γιατί είναι ευρύχωρα και μπορεί να ακούει ποιος μπαίνει. Τον απασχολούν οι μπράβοι του Κατσούλα, αλλά ελπίζει στον αιφνιδιασμό. Η στροφή της σκάλας εμποδίζει την οπτική επαφή με όσους έρχονται –μια χαρά μέρος!
«Τι θα γίνει αν κάποιος χρησιμοποιήσει τη σκάλα;» ρωτάει η Μελίνα.
«Θα αρχίσουμε να ανεβαίνουμε. Αλλά, μην ανησυχείς, εδώ είναι Βου Που. Δεν περπατάει ο κόσμος».
Αμίλητοι. Τσιτωμένοι.
«Κατέβα και πάρε το ασανσέρ», λέει σε κάποια στιγμή ο Κώστας και η Μελίνα κάνει αυτό ακριβώς. Σε κάθε σκαλί παλεύει με τη διάθεσή της να την κοπανήσει τρέχοντας. Αλλά το κίτρινο φως την τραβάει –μύγα με καμένα φτερά -προσεχώς. Μπαίνει στο ασανσέρ και πατάει κάποιον όροφο στην τύχη –στον πρώτο, η καμπίνα σταματάει, ο Κώστας ανοίγει και …
«Εντάξει, προλαβαίνω. Πάμε στη θέση μας τώρα».
Περιμένουν καθισμένοι με τις πλάτες στον τοίχο, η Μελίνα στην αγκαλιά του κι ο Κώστας συγκρατεί τη διάθεσή του να την φιλήσει. «Δεν είμαστε για τέτοια, τώρα». Όχι για πολύ. Το χέρι του περνάει στη μέση της κι αρχίζουν να φιλιούνται σαν πρώτο ραντεβού. Νιώθει φόβο στην άκρη της γλώσσας της, όσο η οργή αδειάζει από το ανοιχτό του στόμα. «Όχι άλλο», πιέζεται αλλά δεν μπορεί να σταματήσει.
Ο Κατσούλας μιλάει στο κινητό του, οδηγώντας …
«Βλέπεις τίποτα;»
Ακούει την απάντηση.
«Που κρύβεται ο πούστης; Ειδοποίησέ με εντάξει;»
Το χέρι του χαϊδεύει κουλουριασμένους μύες στην πλάτη της –«όχι άλλο». Αναπνέει τον ιδρώτα της και παραξενεύεται γιατί είναι ακόμα ήρεμος, σίγουρος, αποφασισμένος. Η Μελίνα τεντώνεται μέσα στην αγκαλιά του –χορδή κακοκουρδισμένη κι αν την αγγίξεις θα σπάσει. Την φυλάει προσπαθώντας να γίνει δύο –μαζί της και μόνος του, κρεμασμένος στα κάγκελα, έτοιμος.
Η πόρτα ανοίγει κι αυτός την σπρώχνει μακριά. Απαλά. Σηκώνονται –το χέρι του περασμένο στη μέση της, τα δάχτυλά του δεν την χαϊδεύουν –βγάζει ήρεμα το δαχτυλίδι του Άρη και το κρύβει έξω από το παράθυρο του φωταγωγού. Η Μελίνα έχει στήσει αυτί ν’ ακούσει και γι’ αυτό δεν τον παίρνει χαμπάρι, όσο ξεφορτώνεται το τελευταίο ίχνος από την παλιά του ζωή. Ή από τη ζωή του γενικώς.
«Δεν βλέπω τίποτα έξω», λέει κάποια βαριά φωνή.
«Πηγαίνετε να δείτε πάνω», τον ακούει μετά από τόσα χρόνια. Δεν θα φτύσει κάτω, θα φτύσει στα μούτρα του –σε λίγο. Τραβάει μαζί του τη Μελίνα.
«Που πάτε ρε μαλάκες; Με το ασανσέρ ανεβείτε! Θα σας περιμένω καμιά ώρα εδώ κάτω, ηλίθιοι;»
Θόρυβος κλήσης, συρματόσχοινα που γυρίζουν σε τροχαλίες –πόσο μπορεί να αντέξει κάποιος χωρίς να πάρει αναπνοή; Η Μελίνα με τον Κώστα αντέχουν μέχρι να κλείσει η πόρτα του ασανσέρ. Της κάνει νόημα και ανεβαίνουν στον πρώτο. Ήσυχα –έχουν όλο το χρόνο στα χέρια τους. Το ασανσέρ κατεβαίνει τώρα.
Με το ζόρι κρατιέται ο Κώστας, γιατί θέλει να το σταματήσει και να μπει στην καμπίνα, «όχι ακόμα –θα το δει ο άλλος στο καντράν και θα ψυλλιαστεί». Το ασανσέρ ανεβαίνει πάλι. Τροχαλία, συρματόσχοινο, τρίξιμο –ο Κώστας πατάει το κουμπί. Η καμπίνα σταματάει μπροστά του.
«Σου λείψαμε καθίκι;» ανοίγει απότομα ο Κώστας με τη Μπερέτα στο χέρι.
Κίτρινος, δυο μπαλίτσες σάλιου στις άκρες των χειλιών του -ο Κατσούλας χάσκει. Μάταια ψάχνει για φωνή στις θαμμένες σπηλιές του λαιμού –προέχει να πάρει αέρα γιατί η καμπίνα του ασανσέρ συμπιέζεται. Κάποιος θέλει να τον συνθλίψει.
«Α …»
«Μόνο αυτό ρε πούστη; Άει γαμήσου!» γελάει ο Κώστας και πιέζει τη σκανδάλη. Η Μπερέτα σκάει, εκκωφαντικά, στα χέρια του –κάψιμο στις παλάμες και μια λάμψη τον τυφλώνει. «Σκατά –μπλοκαρισμένο είναι», προλαβαίνει να σκεφτεί πριν νιώσει το σπρώξιμο και σωριαστεί στο πάτωμα. Ο Κατσούλας θέλει να περάσει από πάνω του –μαλακία, έπρεπε να κλείσει την πόρτα του ασανσέρ και να φύγει –γιατί έτσι ο Κώστας έχει τη δυνατότητα να τον αρπάξει από το πόδι. Τυφλωμένος από το μπαρούτι που ανατινάχτηκε στα μούτρα του, αδιάφορος για τα χτυπήματα που δέχεται –τον σέρνει μαζί του στο πάτωμα. Νύχια –ο Κατσούλας ποτέ δεν έμαθε να παίζει ξύλο, δεν χρησιμοποιεί γροθιές, αλλά τον γδέρνει στο πρόσωπο σα γκόμενα με μανικιούρ.
«ΒΟΗΘΕΙΑ!» καταφέρνει να φωνάξει καθώς ο Κώστας κυλιέται μαζί του στο πάτωμα.
«Δε γλιτώνεις ρε μπινέ» και η φωνή του Κώστα φιδιάζει όταν βρίσκει, επιτέλους, τον λαιμό του. Σφίγγει ενώ ακούγεται τρέξιμο στις σκάλες, σφίγγει όσο ο άλλος τον χτυπάει με χέρια και πόδια, σφίγγει –τα δάχτυλα ψάχνουν να κλείσουν κόντρα στον λαιμό που συνθλίβουν. Κι ο Κώστας σφίγγει. Άνθρωποι πετάγονται από πόρτες διαμερισμάτων –«τι έγινε; τι συμβαίνει;» κι ο Κώστας σφίγγει για εκείνη, για τον Γιαννάκη, για την παρέα σφίγγει.
Οι ένοικοι του πρώτου ορόφου είναι ήδη στον διάδρομο όταν φτάνουν οι μπράβοι. Ο Κώστας τους νιώθει πάνω στην πλάτη του –τραβήγματα και καλοζυγισμένα χτυπήματα στα νεφρά για να του κόψουν τη φόρα. Είναι ακόμα κλειδωμένος πάνω στον Κατσούλα κι ας μην τον βλέπει –αλλά δεν προλαβαίνει. Δυο-τρία λεπτά ακόμα, τόσο χρειαζόταν. Δεν του τα έδωσαν, δεν τα κατάφερε. Οι μπράβοι τον τραβάνε πίσω ακινητοποιώντας τον. Ακούει τη Μελίνα να τσιρίζει, μάλλον για ξεκάρφωμα. Δεν πρόκειται να κάνουν τίποτα μπροστά σε κόσμο –αυτοί έχουν μια ζωή να κρατήσουν κρυμμένη. Εκείνος πάλι, έχει μόνο λύσσα.
«Τι συνέβη;»
«Ποιος είναι αυτός;»
«Δεν ξέρω –κάποιος κλέφτης … μανιακός … μου επιτέθηκε στο ασανσέρ …δεν ξέρω τι να πω …», ο Κατσούλας φοράει τρομοκρατημένο ύφος.
«Να καλέσουμε την Αστυνομία».
«Ναι, την Αστυνομία».
Η Μελίνα κολλημένη στον τοίχο –προσεύχεται στον άγιο χαμαιλέοντα. Αλλά καρφώνεται από το τρέμουλο.
«Ποια είναι η κοπέλα;»
«Μια συνάδελφός μου … μαζί ανεβαίναμε με το ασανσέρ …», την καλύπτει ο Κατσούλας.
«Την Αστυνομία».
«Ναι την Αστυνομία».
«Ευτυχώς που βρέθηκαν εδώ τα παιδιά –οι διπλανοί σας»
«Ευτυχώς … αλλιώς …»
«Πάρτε κάποιος την Αστυνομία».
«Την έχουμε ήδη καλέσει».
Ο Κώστας στηρίζεται στον αριστερό αγκώνα του και νιώθει ένα παπούτσι να πιέζει τα πλευρά του. Οι μπράβοι τον έχουν από κοντά, δεν θα τον πειράξουν για την ώρα, αλλά δεν θα τον αφήσουν να κάνει τίποτα περίεργο. Όχι ότι μπορεί και πολλά πράγματα –τσούξιμο στα μάτια που όλο δυναμώνει και θολούρα. Σκοτάδι –ακόμα καλύτερα. Που να βρίσκεται τώρα ο Δημήτρης; Τι ώρα είναι; Η Μαρία θα του εξηγήσει –ότι κι αν γίνει. Λες να αφήσουν τους μπάτσους να τον πάρουν; «Οι μπάτσοι είναι σωματοφύλακες α λα καρτ για κάποιους κοπρίτες και κακός μπελάς για τον υπόλοιπο κόσμο», έλεγε παλιά ο Πέτρος. Μακάρι να ήταν εδώ, κοντά του –τώρα που στράβωσε η υπόθεση. Οι μπάτσοι θα φτάσουν σύντομα και ο Κατσούλας μυρίζει τον αέρα, ψάχνοντας για ρήγματα στην κάλυψή του. Διορθώνεται η κατάσταση –σίγουρα.
Η Μελίνα σκέφτεται πρασιές γεμάτες τριαντάφυλλα στην μπροστινή πλευρά ενός κήπου. Πίσω θα έχει πορτοκαλιές και μια αμυγδαλιά. Θα ξυπνάει το πρωί και θα διαλέγει μυρωδιά με τον καφέ της. Θα ξεπεράσει την οσμή σπαταλημένου κρασιού πάνω σε ροδοπέταλα, το σφίξιμο στο στομάχι από τις απουσίες, τα άβολα αντρικά γόνατα που πίεσαν την κοιλιά της –θα ξεβρωμίσει τη ζωή της. Θα γεννιέται κάθε πρωί, εφτά και τέταρτο με ελληνικό καφέ –όχι αυτή –μια άλλη.
Η κεντρική είσοδος ανοίγει ηλεκτρικά και αδειάζει μπάτσους στον διάδρομο της πολυκατοικίας. Πόσους; Δύο –με στολές και ύφος αγορασμένο από Μαϊάμι μεριά. Υπάρχουν κι άλλοι έξω; Τι σημασία έχει; Ο Κώστας τους νιώθει να τον τραβολογάνε …
«Αυτός είναι;»
«Ναι, ναι»
«Έλα μαζί μας ρε».
«Ναι, ναι –ευτυχώς!»
Ρίχνει το κεφάλι του μπροστά καθώς απομακρύνεται από τους μπράβους του Κατσούλα. Κρεμάει τα χέρια -αναρωτιέται. Είναι διαυγής σαν ξημέρωμα στο Σούνιο –γιατί; Νιώθει ήσυχος όσο ποτέ κι αυτό είναι περίεργο τη συγκεκριμένη στιγμή –με τους μπάτσους αγκαζέ και τον Κατσούλα να κουνάει μαντήλι πίσω του. Γιατί; Και τελικά, άξιζε τον κόπο;
Οι μπάτσοι τον κατεβάζουν από τις σκάλες χωρίς να του έχουν περάσει χειροπέδες –μαλακία τους; Ίσως. Μετράει τα σκαλιά ακούγοντας τους ηθοποιούς της ταινίας να κατεβαίνουν πίσω του. Θα τον ξεπροβοδίσουν –ποιοι απ΄ όλους; Ο Κατσούλας και οι δικοί του –σίγουρα. Η Μελίνα; Τον πούλησε με τη Μπερέτα, στημένη πρέπει να ήταν η φάση κι αυτός το έχαψε. «Σιγά μην ρίξεις γκόμενα με Tim Buckley!», γελάει και σηκώνει το αριστερό του χέρι, ακολουθώντας μια ραφή παντελονιού. Ο μπάτσος δεν είναι προετοιμασμένος –ραφή, πιο πάνω η θήκη του όπλου, ξεκούμπωμα –αυτό ήταν! Βουτάει στο πάτωμα χωρίς να θυμάται πόσα σκαλιά απομένουν. Βγάζει την ασφάλεια και σημαδεύει τις φωνές –«μην τους αφήσεις να καταλάβουν ότι δε βλέπεις τίποτα».
Οι μπάτσοι κοκαλώνουν –κραυγές, μπερδεμένες από πίσω τους…
«ΚΑΤΣΟΥΛΑΑ!», ελπίζει να τον εντοπίσει από την απάντησή του ο Κώστας …
«Μη ρε Κώστα!», τζίφος γιατί η φωνή του ακούγεται πνιχτή, απροσδιόριστη.
Και όλοι περιμένουν.
«Βγες μπροστά ρε γαμημένε! Μην πάρεις κι άλλους στο λαιμό σου!»
Κάποιος ουρλιάζει, ποδοβολητά στις σκάλες –σκατοκατάσταση. Μετά, κάποια μύγα αρπάζει την ησυχία και δεν την αφήνει να πέσει, απόλυτη. Ο Κώστας κουνάει τα δάχτυλα των ποδιών του χαμογελώντας γιατί νιώθει ότι φοράει ακόμα τις μπότες. Ευτυχώς.
Κανείς δεν μιλάει και τίποτα δεν κουνιέται –η μύγα ισορροπεί στον αέρα, όσο αυτός δαγκώνει το κρύο μέταλλο.
«Μηηηηηηη!!!», αυτή θα πρέπει να ήταν η Μελίνα. Το παίζει ή το πιστεύει; Και τι σημασία έχει στην τελική;
Θα ήθελε να σκεφτεί τον γιό του, ή έστω, τα χρόνια με τη Μαρία, την παρέα σε κάποια σκαλοπάτια πολυκατοικίας να περιμένει το ξημέρωμα. Αλλά το μόνο που καταφέρνει είναι να δει την Άλεξ με τα μαλλιά αχτένιστα -τον χαιρετάει πίσω από τα κάγκελα του ψυχιατρείου. Κι αυτό πολύ είναι –όταν το σκόπευτρο πληγώνει τον ουρανίσκο σου. Κουνάει πάλι τα πόδια με στραβό χαμόγελο–«αν είναι να πεθάνεις, πέθανε φορώντας τις μπότες σου» και πατάει τη σκανδάλη.
Μετά -ησυχία και λεπτός καπνός.

Υ.Γ.: Για τον φιλαράκο μου τον Χάρη που έφυγε κάποτε σαν πραγματικός ινδιάνος -κι εγώ άργησα τόσο να το μάθω, σαν πραγματικός μαλάκας.

(συνεχίζεται μετά τις γιορτές)

12. Ένα πολυάσχολο κάθαρμα

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. “Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό”
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
9. Προετοιμασία μίσους
10. Άσπρος φόβος
11. “Όμως στο λέω -αυτή η νύχτα είναι κακιά”

Ακουμπάς στο τζάμι και χαζεύεις την κίνηση. Είναι χλιδή να κοιτάζεις τον κόσμο από τον έβδομο όροφο –μέχρι και το μποτιλιάρισμα στη λεωφόρο φαίνεται γραφικό. Απέναντι η θάλασσα, είχες, πάντα, ανάγκη να τη βλέπεις για να μη σε πιάνει η κλειστοφοβία σου. Τα κτίρια στο κέντρο της πόλης μοιάζουν με συγκρότημα φυλακών –κοιτάζεις απέναντι και το απέναντι σε κοιτάζει. Ανθρωπάκια που δουλεύουν προσπαθώντας να λουφάρουν ή διευθυντάδες που χουφτώνουν τις γραμματείς τους. Δεν τα μπορείς αυτά. Όχι το χούφτωμα, όχι τη δουλειά των άλλων –αν υπήρχε κάποιος σκοπός για τον οποίο ήρθες στη γη είναι αυτός –να χουφτώνεις και να δουλεύουν οι άλλοι για πάρτη σου. Όχι –το να σε βλέπουν δεν μπορείς. Θέλεις εσύ να κουμαντάρεις τις εμφανίσεις σου, σπάνιες, σημαντικές, σε περιβάλλον προκαθορισμένο. Από σένα.
Έχεις παρατήσει ένα σβησμένο πούρο στο αλαβάστρινο τασάκι του γραφείου. Τα σιχαίνεσαι τα πούρα, ποτέ δεν κατάφερες να τα καπνίσεις, άλλωστε, όπως και να ‘χει, ο γιατρός σου απαγόρευσε το κάπνισμα πριν έξη μήνες. «Στένωση αορτής» ή κάτι παρόμοιο. Μαλακίες των γιατρών –θα πας σε άλλον να σου προτείνει κάτι καλύτερο. Όμως το σβησμένο πούρο δίνει την κατάλληλη εικόνα στο γραφείο σου. Χλιδάτος και διακριτικός συνάμα.
Ποιος είσαι; Ένας διευθυντής μικρομεσαίας εταιρείας μεταφορών -τίποτα περισσότερο. Η εταιρεία δεν είναι στο όνομά σου, κυρίως γιατί δεν έχεις πλέον όνομα. Ο διευθύνων σύμβουλος είναι ένας κεφτές με καμένο μυαλό από την κόκα. Βιτρινάτος, ηλίθιος, πειθήνιος –μια χαρά παιδί. Και η εταιρεία δουλεύει ρολόι –βιτρίνα, εντάξει, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θα τη φαλιρίσουμε κιόλας! Δυο ώρες τη μέρα σου τρώει να κανονίσεις τα πάντα και μετά απομονώνεσαι για τραβήξεις τα σκοινιά. Τεντώνεις εδώ και βαράει προσοχές ένας υπουργός. Λασκάρεις εκεί και αναπνέουν ανακουφισμένοι καμιά κατοστάρα άνθρωποι. Δεν το ξέρουν ότι εσύ τους κανονίζεις, δεν το ξέρουν πως ελέγχεις τις ζωές τους –δεν μπορούν να φανταστούν ότι υπάρχεις.
Γιατί στην πραγματικότητα, δεν υπάρχεις. Δεν έχεις όνομα και δεν έχεις υπόσταση. Δεν είσαι καταχωρημένος σε κανέναν φάκελο και ταυτόχρονα είσαι παντού. Όποιος σε ψάξει -θα βρει. Αλλά είναι τόσα πολλά αυτά που θα βρει και στο τέλος θα χάσει τον δρόμο. Γιατί εσύ φτιάχνεις τα πλακόστρωτα και τους λαβύρινθους, τα περβάζια και τα φώτα –εσύ έφτιαξες τον κόσμο σου και δεν υπάρχεις εκεί μέσα. Είσαι πάνω. Πέρα. Έξω. Παντού. Πουθενά. Ξεκολλάς από το παράθυρο και ψάχνεις τις τσέπες σου για τσιγάρο. Δεν έχεις φυσικά. Και γι΄ αυτό σηκώνεις το τηλέφωνο…
«Ελίνα, ετοιμάστηκαν τα εμβάσματα;»
«Όχι ακόμα κύριε Οικονόμου –δεν μου έχουν φέρει τίποτα από το λογιστήριο».
«Και τι περιμένουν δεσποινίς; Να κλείσουν οι τράπεζες;»
«… μα … είπαν …»
«Άκου Ελίνα –δεν με ενδιαφέρει τι είπαν. Πρέπει δηλαδή να κατέβω εγώ για να δουλέψουν; Όχι γιατί, αν είναι έτσι, δεν σε χρειάζομαι Ελίνα μου. Αν είναι να κάνω εγώ τη δουλειά σου δεν υπάρχει λόγος να πληρώνεσαι εσύ γι’ αυτό. Κατάλαβες;»
«Μάλιστα κύριε Οικονόμου».
«Ωραία –χαίρομαι».
Η πουτανίτσα θα κλείσει το τηλέφωνο τρέμοντας. Θα τσακιστεί αμέσως μετά να γκαζώσει το λογιστήριο –αλλά μάταια. Δεν είναι δυνατό να ετοιμαστούν τα εμβάσματα τόσο γρήγορα, αλλά η πουτανίτσα δεν το ξέρει. Θα την αφήσεις στην αγωνία μέχρι το απόγευμα και τότε θα δείξεις μεγαλοψυχία. Για να καταλάβει ότι σου χρωστάει. Και να στο ξεπληρώσει με κανένα πηδηματάκι σε σύντομο χρονικό διάστημα. Έτσι γυρίζει ο τροχός. Δεν έχεις τσιγάρα και πηδάς τη γραμματέα σου, δεν έχεις οικογένεια και φροντίζεις να χάσουν κι άλλοι τις δικές τους, νιώθεις βαρυστομαχιά και κάποιος χάνει τη βόλεψή του. Για να νιώσεις εσύ καλύτερα. Και η μαλακία είναι ότι νιώθεις!
Ξέρεις πολύ καλά το γιατί. Οι άνθρωποι χωρίζονται σε κυνηγούς και θηράματα. Κάποιοι στήνουν ξώβεργες, πυροβολάνε στο φτερό, καμακώνουν ότι σπαρταράει. Και κάποιοι άλλοι κάθονται για να πιαστούν. Να γίνουν τροφή για τα θηρία κι αυτή είναι η χρησιμότητά τους πάνω στη γη. Όμως, υπάρχεις κι εσύ. Ούτε κυνηγός που λειτουργεί από ανάγκη, ούτε θήραμα φυσικά. Εσύ περιμένεις πίσω από τις φυλλωσιές και καμακώνεις τον κυνηγό –παρέα με το θήραμα. Και το καλύτερο είναι πως δεν το κάνεις από ανάγκη. Το κάνεις γιατί γουστάρεις. Κι έτσι δεν πιάνεσαι στον τροχό, αλλά εσύ του δίνεις ώθηση να γυρνάει. Γιατί γουστάρεις.
Θα ήθελες τώρα ένα καλό μπουκάλι κρασί σε ρομαντική ατμόσφαιρα, παρέα με τίποτα γκομενάκια. Θα ήθελες ξεκούραση και κόσμο να περιμένει τις επιθυμίες σου. Έχει μεσημεριάσει, βαρέθηκες να δουλεύεις, αλλά δεν μπορείς να τα παρατήσεις. Είναι κάτι ραντεβού επείγοντα και κάποια τηλέφωνα που πρέπει να γίνουν, γιατί μερικοί κώλοι χρειάζονται σφίξιμο. Αναστενάζεις –κανείς δεν καταλαβαίνει τη φρίκη της βαρεμάρας -κι εσύ βαριέσαι. Αυτόματα κανονίζεις τις δουλειές σου –είσαι καλός σ’ αυτό, ψέματα, είσαι ο καλύτερος. Γιατί βγήκες από τα σκατά και ξαναμπήκες πολλές φορές, αλλά δεν λέρωσες τα καστόρινα παπούτσια σου.
Σηκώνεις το τηλέφωνο, ενεργοποιείς τη συσκευή με τα παράσιτα –δεν γουστάρεις να σε βγάλουν σε cd …
«Έλα Βασίλη, ο Αντρέας είμαι».
Ακούς τον κόμπο που ανεβαίνει στον λαιμό του άλλου κι ακούς την ανησυχία του.
«Ναι κύριε Αντρέα, περίμενα να με πάρετε».
«Πως πήγε;»
«Όλα καλά κύριε Αντρέα. Είμαστε κοντά του και περιμένουμε όπως μας είπατε. Πήγαν ξέρετε …»
«Ξέρω. Άκουσέ με τώρα. Σε περίπτωση που θελήσει να φύγει, δεν χρειάζεται να τον συνοδεύσετε. Απλά -ειδοποιείτε. Εσείς θα μείνετε εκεί να φροντίζετε τους υπόλοιπους. Κατανοητό;»
«Μάλιστα κύριε Αντρέα.»
«Τίποτα άλλο;»
«Ε … ναι… Οι … συνάδελφοι … στην Αθήνα … ξέρετε …»
«Τι πράγμα;»
«Δέχτηκαν κάποια επίθεση και …»
Σφίγγεις το ακουστικό νευρικά. Δεν πρέπει ν’ ακούγονται κάτι τέτοια –ακόμα και ανάμεσα στα παράσιτα.
«Δεν καταλαβαίνω τι μου λες. Αν έχεις προβλήματα δεν με ενδιαφέρει. Αν κάποιος συνάδελφός σου είναι άρρωστος, πες του να πάει στο γιατρό και δώστου 10 μέρες άδεια. 20 μέρες. Δώστου ένα χιλιάρικο και στείλτον σπίτι του στην τελική ανάλυση. Συνεννοηθήκαμε;»
Συνεννοηθήκατε. Η άλλη άκρη του σύρματος κατάλαβε πως θέλεις να βγάλει από την κυκλοφορία τους δυο μαλάκες που κάθισαν να φάνε ξύλο. Και θα το κάνει –το καλό που του θέλεις!
Ένα πουλί σκάει με τη μύτη στο τζάμι του παραθύρου σου. Τσαφ απότομο και τίποτα μετά. Γελάς με το ξάφνιασμά σου και με τα εξυπνοπούλια που κολλάνε στον αντικατοπτρισμό τους σπάζοντας τα μούτρα τους. Έτσι θα πέσουν στα χέρια σου, τυφλωμένοι και ξαφνιασμένοι. Ο ένας είναι μια χαρά εγκλωβισμένος, με τις ανάσες των δικών σου στον σβέρκο του. Ο άλλος, σέρνεται στα μπουρδελοξενοδοχεία με κουρελιασμένα νεύρα. Κι ο τρίτος προσπαθεί να περπατήσει στη λάσπη που εσύ τον έθαψες. Υπολογίζεις πως θα τους πάρει λίγο καιρό μέχρι να σε βρουν. Και θα χρειαστούν αρχίδια για να έρθουν –τα ‘χουν; Δεν τρέχει τίποτα –θα έρθουν έτσι κι αλλιώς, γιατί εσύ θα τους αναγκάσεις. Θολωμένους από την απόγνωση, εκνευρισμένους από τις ανοιχτές προκλήσεις, παγιδευμένους στις αναμνήσεις τους. Έτσι τους θέλεις. Έναν-έναν, χωρίς σταθερό περπάτημα. Και τότε θα τελειώσεις μαζί τους.
Ήταν μαλάκες από την αρχή. Ελιτίστες μαλάκες με απρόσιτο υφάκι –σαν κουνούπι σε κοίταζαν. «Ζήσε δίπλα μας, μόνο μην κάνεις φασαρία γιατί θα σε πατήσουμε», αυτό έλεγαν πίσω από τις κουβέντες τους. Και δεν έπρεπε να είναι έτσι –ειδικά εκείνες τις ώρες.
Από μικρό παιδί, μαθητής, μπήκες στην ΚΝΕ. Όλοι ήταν στην ΚΝΕ, τότε, όλοι οι «σωστοί» τουλάχιστον, και οι γκόμενες κρέμονταν από το στόμα τους –ήταν ζόρικα να είσαι στην ΚΝΕ εκείνες τις εποχές. Σε μια αφισοκόλληση σε τσίμπησαν οι μπάτσοι και σε πλάκωσαν στις σφαλιάρες. Έκλαιγες, έτρεμες, η μύξα σου ανεξέλεγκτη κι ο ασφαλίτης να κοροϊδεύει. «Μάζεψε τα σάλια σου ρε -που μου ήθελες να κολλάς αφίσες! Κωλόπαιδο! Είσαι κατά του κράτους; Είσαι κουμμουνιστής; Θέλεις να πηδήξεις την κόρη μου και να μου κόψεις το λαιμό με κονσερβοκούτι; Μίλα ρε Βούλγαρε!». Κάθε ερωτηματικό ερχόταν κολλητά με τη σφαλιάρα Τα θαυμαστικά συνοδεύονταν από μπουνιές –στο στέρνο για να μη μένουν σημάδια.
Σε παράτησαν στο παγωμένο γραφείο όταν βαρέθηκαν να σε ξεφτιλίζουν. Για ώρα πολλή. Έτρεμες, δεν μπορούσες να πάρεις αναπνοή και ήθελες να φύγεις. Να γλιτώσεις. Δεν υπήρχε λόγος να είσαι εκεί –δεν υπήρχε νόημα. Κόλλαγες αφίσες για να πουλήσεις μούρη στις γκόμενες –οι μπάτσοι δεν ήταν μέσα στο πρόγραμμα.
Ήρθε ένας καλός άνθρωπος, ψαρομάλλης, ευγενικός. Σου έδωσε νερό και το μαντήλι του, να σκουπίσεις τις μύξες. Σε είπε «παιδί μου» και ήσουνα έτοιμος να του φιλήσεις τα χέρια. Δεν ήθελες να σε βαρέσουν άλλο –δεν άντεχες τις απειλές. Δεν υπήρχε λόγος.
Ο ψαρομάλλης σου εξήγησε πως το ΚΚΕ είναι πλέον νόμιμο κόμμα, οπότε, η αστυνομία οφείλει να το προστατεύει εξίσου με τα άλλα κόμματα. Για το καλό της ευνομούμενης πολιτείας μας. Αλλά, λόγω των τόσων χρόνων παρανομίας, έχουν εισχωρήσει κακοποιά στοιχεία –ειδικά στην νεολαία του Κόμματος. «Αναρχικοί, τρομοκράτες, άτομα με αντεθνικές επιδιώξεις … κατάλαβες παιδί μου;» Καταλάβαινες σιγά –σιγά. Όχι αυτά που ήθελε, αλλά αυτά που έπρεπε.
Η κατήχηση συνεχίστηκε για πολύ ώρα, βρεθήκατε να πίνετε καφέ και να καπνίζετε με τον ψαρομάλλη. Σου έλεγε ονόματα –παιδιά γνωστά σου, που είχαν μπλέξει με την τρομοκρατία. Δεν τον πίστευες, αλλά δεν είχε καμιά σημασία. Ήθελες να συνεχίσει την κουβέντα, φοβόσουν μην ξαναεμφανιστούν οι άλλοι.
Σε ρώτησε αν είχες παρατηρήσει τίποτα αντεθνικές ενέργειες από μέλη της ΚΝΕ –δαγκώθηκες. Πήρε τον δισταγμό σου για άρνηση, σηκώθηκε –«κρίμα παιδί μου και σε είχα συμπαθήσει, αλλά μπορεί να έκανα λάθος, μπορεί κακώς να σου ανοίχτηκα» -κόντεψες να πέσεις στα γόνατα. Του έδωσες τα ονόματα όσων δεν γούσταρες, του Αποστόλη που έπαιζε καλό μπάσκετ κι έριχνε τις γκόμενες άνετα, του Μιχάλη που σε είχε φλομώσει στη θεωρία, του Νάσου –έτσι, για να το κάνεις πιο εντυπωσιακό. Ξανακάθισε ο ψαρομάλλης, χαμογέλασε και σε χτύπησε στον ώμο. «Μπράβο παιδί μου, τους ξέραμε ήδη αυτούς και χαίρομαι που μου μίλησες. Έτσι αποδεικνύεις πως είσαι χρήσιμος πολίτης και πως, όντως αγωνίζεσαι για ένα καλύτερο αύριο. Δεν έχει σημασία που διαφωνούμε, παιδί μου, εσείς με τον τρόπο σας –εμείς με τον δικό μας. Το θέμα είναι να έχουμε δημοκρατία και ελευθερία –δεν συμφωνείς; Γι΄ αυτό, θέλω να σου προτείνω να γίνεις χρήσιμος και για το Κόμμα σου και για τη χώρα. Αλλά πάνω απ΄ όλα για τον εαυτό σου. Θέλεις παιδί μου;» Μαλάκας ήσουνα; Και βέβαια ήθελες! Να τους πληροφορείς τι γινόταν στις συναντήσεις της ΚΟΒας, να τους δίνεις στοιχεία –ποιος είναι ποιος –να τους ενημερώνεις για ότι αποφασιζόταν. Αυτά. Θα έπαιρνες κι ένα μικρό χαρτζιλίκι, μαλακίες, αλλά τουλάχιστον δεν θα σε ξαναμάγκωναν. Δεν θα σε ξαναχτυπούσαν, δε σε ξεφτίλιζαν. Και στην τελική ανάλυση –τρίχες κατσαρές ήταν οι πληροφορίες που ζητούσαν. Όλο κουβέντες ήταν οι σύντροφοι και μεγάλες δηλώσεις –όταν έφτανε η ώρα της πράξης έκαναν τα παγώνια. Κι οι μπάτσοι νόμιζαν πως έχουν να κάνουν με τίποτα επικίνδυνους –ας πίστευαν ότι ήθελαν! Εσύ έβγαζες ζουμί κι από τις δυο πλευρές -τότε ήταν που αποφάσισες να έχεις τις πλάτες σου καλυμμένες. «Βρέξει, χιονίσει ο Σπύρος θα γαμήσει», έλεγες. Κι έκανες.
Στο Κόμμα ανέβαινες γρήγορα. Είχες μια γκομενίτσα, όχι πολύ όμορφη αλλά με άκρες στα μεγαλοστελέχη –προβληματικιά και χρήσιμη μόνο για δημόσιες εμφανίσεις. Έγινες καθοδηγητής –μπόλικος κόσμος κρεμόταν από τ’ αρχίδια σου. Και το νταραβέρι με τη μπατσαρία –αμείωτο. Αυτό σ΄ έφαγε.
Σε κάλεσαν μια μέρα στο Τμήμα, όχι ο ψαρομάλλης –αυτόν είχες καιρό να τον δεις. Ήταν ένας άλλος, περίεργος, καλοντυμένος και παγερός. Σε κοίταζε σαν κομμάτι κρέας στο τσιγκέλι που παζάρευε να το αγοράσει. Φοβήθηκες -όπως παλιά. Και νευρίασες. Δεν είχες κανένα λόγο να τρέμεις –όλα δούλευαν ρολόι! «Να φύγεις από την ΚΝΕ. Να διαγραφείς και να μπεις στις συσπειρώσεις» πρότεινε ο παγερός τύπος. Δεν πρότεινε δηλαδή –απαίτησε. Γιατί; Μια χαρά ήταν στην ΚΝΕ κι ανέβαινες στην ιεραρχία. Αλλά οι μπάτσοι δεν ήταν πλέον, τόσο πολύ μαλάκες. Τι να τους κάνουν τους χαφιέδες στα νόμιμα κόμματα; Τους εξωκοινοβουλετικούς –αυτούς είχαν βάλει στο μάτι.
Είπες «χαφιές»; Λάθος, εσύ δεν ήσουν χαφιές. Δεν είχες καμιά σχέση με τα κακομοίρικα ανθρωπάκια που έβλεπες στις ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες. Εσύ ήσουν μόνος σου –λύκος από τότε –και πάλευες να τη βγάλεις καθαρή. Μπάτσοι, αριστεριστές και κομματικοί –σκαλοπάτια να πατήσεις για να προχωρήσεις. Χαφιές είναι ο κακομοίρης που γλύφει το κόκαλο, εσύ σκόπευες να φας το χέρι από το μπράτσο. Σου κακοφάνηκε ν΄αφήσεις τη βολή σου στο Κόμμα, αλλά ο κρύος είχε δίκιο. Τι άλλο μπορούσες να κάνεις; Θα βάλτωνες εκεί μέσα, δεν άξιζε τον κόπο. Δεν υπήρχε προοπτική, άντε να γινόσουν πολιτευτής, να φιλάς ξεδοντιάρηδες γέρους και ιδρωμένους εργάτες για ένα έδρανο. Δέχτηκες την πρόταση παζαρεύοντας την αμοιβή σου.
Οι Συσπειρώσεις ήταν γεμάτες αγριανθρώπους. Αχτένιστους, αγενείς και υπερφίαλους. Με χαρά θα τους έδινες στους μπάτσους, φορτώνοντάς τους ακόμα και τη Μικρασιατική καταστροφή. Κι έτσι έκανες δηλαδή -μεθοδικά, ήσυχα. Έλα όμως που τα κωλόπαιδα δεν εμπιστεύονταν ούτε τη σκιά τους! Με τα νερά τους πήγες, υπερθεμάτισες σε κάθε επιθετική τους ενέργεια –μέχρι που, στο τέλος τίναξες στον αέρα κάποιο κωλάμαξο. Εντάξει, όχι μόνος σου. Δεν ήσουνα κανένας ηλίθιος να σακατευτείς για μαλακίες –ένας πυροτεχνουργός μπασκίνας έκανε τη δουλειά, εσύ απλά βρισκόσουν δίπλα. Κάποια παπαριά είχαν κάνει, ως συνήθως, οι Αμερικάνοι –κάποια εισβολή σε ξένη χώρα, μια γενοκτονία –τίναξες στον αέρα το διπλωματικό Audi, εξακόσια μέτρα από την πρεσβεία. Μετά πήγες στη συνάντηση με τους συντρόφους, φορώντας ακόμα τη μυρωδιά της πυρίτιδας στα γένια. Τζίφος!
Οι σύντροφοι σου έβαλαν χοντρό χέρι –«με κανέναν δεν συνεννοήθηκες, αυτές είναι καιροσκοπικές πράξεις και άντε πλύσου γιατί βρωμάς θειάφι». Κινήθηκε διαδικασία διαγραφής σου –με συνοπτικές διαδικασίες σε πέταξαν σαν τη μύγα από το γαλακτομπούρεκο. Πέρασες από την Ασφάλεια να ενημερώσεις, αλλά κάποιου το μάτι σε πήρε να μπαίνεις. «Δεν σου έχουν ακόμα εμπιστοσύνη», είπε ένας λιγδιάρης μπάτσος –«αυτός είναι καρφωμένος μέχρι τα μπούνια», βγήκε η βρώμα στους κύκλους των αριστεριστών. Σε βλέπανε στο δρόμο κι αλλάζαν πεζοδρόμιο, τους χαιρετούσες και κάνανε τους βιαστικούς. Τζάμπα η δουλειά που έκανες για να μπεις, τζάμπα και το Audi –δεν σου το χαρίζανε καλύτερα; Που κυκλοφορούσες με λεωφορείο και σ’ έτρωγε το στρίμωγμα!
Αδρανοποιήθηκες. Καλύτερα να σε στέλνανε ζητιάνο στο λιμάνι παρά αυτό –οι ασφαλίτες συμπλήρωναν επείγουσες αναφορές όταν περνούσες να τους μιλήσεις, «εξετάζουμε την περίπτωσή σου, θα σε ειδοποιήσουμε σύντομα για ότι καινούργιο προκύψει». Δεν τους πίστευες –άδειο περιτύλιγμα που το κλωτσάνε οι περαστικοί, μέχρι κάποιος να φιλοτιμηθεί και να σε ρίξει στον σκουπιδοτενεκέ.
Από μικρό παιδί, μαθητής ήσουνα στην ΚΝΕ. Άλλοι παίζανε τη μουσική κι εσύ προσπαθούσες να χορέψεις στο ρυθμό τους. Άλλοι παίζανε τη μουσική κι εσύ ανακάλυψες τον δικό σου χορό. Και λέγανε «δικός μας είναι» οι μπάτσοι και οι σύντροφοι, αλλά κανενός δεν ήσουνα. Μέχρι που ξαφνικά σταμάτησε η μουσική, βρέθηκες με το πόδι στον αέρα –αμήχανος.
Φίλους, σοβαρούς, ποτέ δεν έκανες και οι γυναίκες ήθελαν μονάχα να σκεπαστούν, κάτω από τη δύναμή σου. Έτσι έμεινες ρέστος και μόνος. Είχες τελειώσει τα ΤΕΙ με την κομματική σου ταυτότητα –στρώθηκες να διαβάζεις, δεν υπήρχε και τίποτα καλύτερο να κάνεις. Αναγκάστηκες να δουλεύεις παράλληλα –μεροκάματα στη Λαχαναγορά, ξοδεμένα σε ερειπωμένες πουτάνες -δεν ήταν αυτά για σένα. Πέρασες στην Πάντειο με κατατακτήριες κι έστησες τη δουλειά από μόνος σου. Περισσότερο σαν χόμπυ –και από ανάγκη να είσαι μέσα στα πράγματα. Βρήκες μια καινούργια Κίνηση -χώθηκες μέχρι τα μπούνια. Ή τουλάχιστον το πάλεψες. Γιατί ήταν εκείνοι οι ελιτίστες μαλάκες με το απρόσιτο υφάκι. Και δεν έπρεπε να είναι έτσι –ειδικά εκείνες τις ώρες, που χρειαζόσουν κάπου να πατήσεις.
Πνίγεσαι που τους θυμήθηκες, ξεσφίγγεις τον κόμπο από τη γραβάτα –οι γαμημένοι! Πρέπει να φύγεις από εδώ μέσα γιατί οι τοίχοι βγάλανε στόματα και σου γελάνε –«δείξε μας πόσο μάγκας είσαι! έλα ρε να σε δούμε –τι περιμένεις;» Τρεις εναντίον ενός, τα μουνόπανα, αλλά τώρα είναι ο καθένας μόνος του. Αυτό ήθελες.
Η γραμματέας πετάγεται στο απότομο άνοιγμα της πόρτας σου …
«Ελίνα φεύγω, κανόνισε τα ραντεβού μου».
Τι να κανονίσει η κοπέλα; Αφού δεν ξέρει τίποτα για τις δουλειές σου, ακόμα και αυτοί που θα συναντήσεις είναι γραμμένοι με κωδικούς. Εκπρ. Δ.Ε., Δ.Σ. Τ/Ε, τέτοια πράγματα –μεσάνυχτα στην ατζέντα του γραφείου της.
«Δηλαδή … να τα ακυρώσω; Επειδή δεν έχω τηλέφωνα …»
Γέρνεις προς το μέρος της, σχεδόν ακουμπάει το στόμα σου στο μάγουλό της …
«Θα τα καταφέρεις εσύ –μην ανησυχείς. Και κανόνισε, σύντομα, να πιούμε εκείνο το ποτάκι που λέγαμε, για να μιλήσουμε λίγο πιο άνετα οι δυο μας. Σχετικά με την εταιρεία –ναι;»
Δεν λέγατε για κανένα ποτάκι –τώρα της το ξεφούρνισες. Και την αφήνεις να ψήνεται στον ανθρωποστεγή φούρνο σου. Φτάνει αυτό για να σου φτιάξει τη διάθεση –θα τραγούδαγες κιόλας, κατεβαίνοντας με το ασανσέρ –αλλά είσαι φάλτσος και το ξέρεις. Άσε που απεχθάνεσαι οποιαδήποτε άλλη μουσική εκτός από τη δική σου –πλέον. Κι αυτή δεν θα σταματήσει ποτέ –το έχεις φροντίσει άλλωστε -γιατί σε πλακώνει η σιωπή. Κατεβαίνοντας ειδοποιείς τα παιδιά να ετοιμαστούν.
Παίρνεις το τζιπ από το υπόγειο πάρκινγκ και κοιτάς αλλού για να μη χαιρετήσεις αυτή την κατσαρίδα που έχουν βάλει να φυλάει τα αυτοκίνητα. Σου αρέσει να σκουπίζεις τα παπούτσια σου στις δουλικές τους φάτσες, αλλά σιχαίνεσαι να τις βλέπεις.
Στο δρόμο, τα παιδιά είναι ήδη έτοιμα. Έχουν αφήσει μισούς τους φραπέδες στην καφετέρια, το βόδι στο δεξί κάθισμα μασουλάει μια τυρόπιττα. Η προστασία σου. Να σε έχουν από κοντά και να φαίνονται όσο πρέπει. Τους ξεχνάς αμέσως.
Ένα χέρι στο τιμόνι, το άλλο θα είχε τσιγάρο, αλλά ας όψεται ο καργιόλης ο γιατρός –χαζεύεις τους ψωραλέους φοίνικες στην παραλιακή. Κατευθύνεσαι προς το κέντρο, γιατί θέλεις να ακούσεις τα νέα από το στόμα της. Αν δεν δεις, δεν μπορείς να σιγουρευτείς και είσαι καλός στο να ψαρεύεις τους ανθρώπους. Πιάνεις τις συσπάσεις στα χείλια τους, το νευρικό παίξιμο των δαχτύλων, τα μάτια που ψάχνουν να ξεφύγουν από το βλέμμα σου. Μυρίζεσαι περισσότερο -παρά ακούς. Γιατί ο φόβος μυρίζει ερεθιστικό ιδρώτα και η ανασφάλεια αναπνεύει στις παύσεις σου.
Χτυπάει το κινητό –σιχαίνεσαι να σου τηλεφωνούν όταν δεν το περιμένεις. Κοιτάζεις στο καντράν –απόκρυψη αριθμού, απορρίπτεις την κλήση νευρικά. Τι σκατά, δεν πρόκειται να μιλήσεις σε κανέναν γαμημένο που τολμάει να σε παίρνει από απόκρυψη! Για την ακρίβεια, σπάνια μιλάς ακόμα και σε άτομα που δεν είναι καταχωρημένα στον τηλεφωνικό σου κατάλογο –δεν μπορείς στο άγνωστο, απροετοίμαστος. Το τηλέφωνο ξαναχτυπάει –απόκρυψη. Τραβάς μια γροθιά στο καντράν βλαστημώντας, «ποιος πούστης μου κάνει πλάκα;» Έχεις φτάσει κοντά στο κέντρο, όταν ξαναχτυπάει για τρίτη φορά το κινητό. Κι έχεις φτάσει στα όριά σου –θα το σηκώσεις και τότε -ας ψάξει να κρυφτεί ο αλήτης …
«Ποιος;»
«Γεια σου Σπύρο»
Κρύος ιδρώτας και μάτια διάπλατα ανοιχτά. Φρενάρεις για να μην κολλήσεις στον μπροστινό σου.
«Ποιος είναι;»
«Θα πεθάνεις»
«Ποιος είσαι;»
«Θα πεθάνεις Σπύρο. Στο χέρι σου είναι να διαλέξεις τον τρόπο.»
«Δε σε καταλαβαίνω…»
«Αν διανοηθείς να ακουμπήσεις κάποιον από τους δικούς μας θα πεθάνεις παρακαλώντας Σπύρο»
«Άκου να …»
«Θα τα ξαναπούμε σύντομα Σπύρο».
Κοιτάζεις το βουβό κινητό λες και περιμένεις να εξαφανιστεί. Έτσι δεν γίνεται στα όνειρά σου; Σε στριμώχνουν και, όταν πάνε να απλώσουν χέρι πάνω σου –ξυπνάς. Ιδρωμένος, όπως τώρα, ξυπνάς. Αλλά το κινητό είναι εκεί, στην παλάμη σου. Κοιτάζεις στον μπροστινό καθρέφτη –τα παιδιά είναι κολλημένα πίσω σου –και ηρεμείς. «Έλα ρε κερατά αν σου βαστάει!» Γκαζώνεις νευρικά και κολλάς στο τιμόνι από το ακαριαίο φρενάρισμα. Κορνάρεις, «κουνήσου ρε ζώο!» Που να πάει; Ο δρόμος είναι μποτιλιαρισμένος κι εσύ παγιδευμένος ανάμεσά τους. Μια μοτοσικλέτα γλύφει τον δεξί σου καθρέφτη, σκύβεις φοβισμένα –αυτός είναι! Η μοτοσικλέτα περνάει ανάμεσα στα αυτοκίνητα, τη βλέπεις να χάνεται στο βάθος. Αυτός –δεν είναι.
Δεν θα σε πλησιάσουν, δεν θα σε φτάσουν πριν εσύ τους επιτρέψεις. Αλλά η Αθήνα είναι μπουρδέλο, από χίλιες μεριές μπορείς να βρεθείς ακάλυπτος. Τι θα κάνεις; Σκέψου!
Χάνεις την πολυκατοικία και αναγκάζεσαι να κάνεις κύκλους, τα παιδιά κουνάνε απορημένα κεφάλια στους καθρέφτες σου –πρέπει να τους κόψεις κι άλλο τον αέρα. Στον δεύτερο κύκλο εντοπίζεις το κτίριο αλλά δεν υπάρχει χώρος για παρκάρισμα. Παρατάς το τζιπ στη μέση του δρόμου, βγαίνεις έξω –κάνεις νόημα στα παιδιά …
«Βολέψτε το κάπου και περιμένετε –μη χέσω!»
Κολλάς το δάχτυλο στο κουδούνι της και σε πιάνει ένα ξεγυρισμένο σφίξιμο στο στήθος. Λαχανιάζεις, κιτρινίζεις –δεν είσαι καλά. Για λίγο –μετά νιώθεις εντάξει. Σχεδόν εντάξει.
«Ποιος είναι;»
«Εγώ, άνοιξε».
«Εεεε … δεν είμαι μόνη».
«Διώξτον κι άνοιξε. Αμέσως».
Περιμένεις στην πόρτα κουνώντας το πόδι σου. Τα παιδιά πάρκαραν στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Τους κάνεις νόημα –όλα καλά –χαμογελούν, ανάβουν τσιγάρο. Η πόρτα ανοίγει, περιμένεις το ασανσέρ –από μέσα του πετάγεται ένας αλαφιασμένος φαλακρός. Τον κοιτάζεις έντονα για να πάρεις δύναμη. Αποφεύγει το βλέμμα σου και σκοντάφτει στα σκαλιά της εισόδου. Γελάς.
Σε περιμένει στην πόρτα, φορώντας πιτζάμες.
«Τι σ’ έπιασε και ήρθες έτσι; Μου διώχνεις τους πελάτες», τινάζει τα μαλλιά της νευρικά και ψάχνει για τσιγάρο.
«Κάποτε οι πουτάνες φοράγανε κομπινεζόν. Τώρα είναι της μόδα οι πιτζάμες ή ο φαλάκρας ήταν βιτσιόζος;» χαζεύεις το δέρμα της, ανάμεσα στα κουμπιά.
Κάθεται κοιτάζοντας το ρολόι του τοίχου. Κάθεσαι απέναντί της.
«Τι θέλεις;»
«Να μου πεις τι έγινε».
Ξεφυσάει και αφήνει το τσιγάρο στο τασάκι. Σκέφτεται.
«Είναι αλλιώτικος. Απρόβλεπτος.»
«Άσε τα συμπεράσματα σε μένα. Πες μου μόνο τα γεγονότα».
Σου λέει. Για τη συνάντηση, τη βόλτα, το καμένο τζιπ. Σου λέει ότι φοβήθηκε γιατί δεν μπορούσε να υπολογίσει τις αντιδράσεις του. Την τρομάζουν οι σαλεμένοι κι αυτός δεν είναι καθόλου καλά. Μοιάζει απελπισμένος και επικίνδυνος.
«Άσε τα συμπεράσματα στο ξανάπα. Τι άλλο έγινε;»
Τίποτα. Τον παράτησε τρομαγμένη, έξαλλη. Δεν πήρε τα λεφτά του, το ‘βαλε στα πόδια γιατί δεν άντεχε άλλο μαζί του. Ξεχνάει το τσιγάρο στο τασάκι –ανάβει άλλο.
«Πολύ καπνίζεις»
Γελάει σπαστικά.
«Θα ξαναπάς»
«Με τίποτα! Ο άνθρωπος είναι ψυχοπαθής!»
«Θα ξαναπάς»
Κοιτάζεστε. Την ξέρεις 10 χρόνια τη Μελίνα, από τότε που άρχισες να μαζεύεις τα κομμάτια του παρελθόντος τους. Ειδικά τις γυναίκες –αυτές έπρεπε, με κάθε τρόπο, να τις πηδήξεις. Η Μελίνα ήταν εύκολη δουλειά, ήδη έκανε βίζιτες. Σε βόλευε και σου άρεσε. Όλες εκείνες που μάζεψες πίσω τους –σου άρεσαν. Γαμούσες το παρελθόν τους για να φτάσεις κοντά τους, στο παρόν. Άνθρωποι γνώρισαν τη δυστυχία γιατί απλά τους είχαν αγγίξει, κάποτε, αυτοί. Απολύσεις, καρφωμένες δουλειές που τέλειωναν άσχημα αν κι έμοιαζαν με ξελάσπωμα στην αρχή, βιτρινάνθρωποι που θρυμματίζονταν την κατάλληλη στιγμή. Όλα δικά σου, τηλεκατευθυνόμενα.
Και μετά, έριξες από δίπλα τα σφουγγάρια. Ο Αποστόλης, ο Χρηστάρας, η Μελίνα –δικοί σου άνθρωποι που τους πέτυχες στην ανάγκη. Κανένας δεν τους ήξερε, εσύ τους προσέλαβες και μ’ εσένα μόνο μιλούσαν. Απευθείας. Δικοί σου, όσο δεν έπαιρνε άλλο. Δικοί σου με καλοπληρωμένο κίνητρο γιατί εσύ κρατούσες το μέλλον τους στα χέρια σου. Ο Αποστόλης θα έβγαζε μια έδρα στο Πανεπιστήμιο Θράκης, ο Χρηστάρας θα παντρευόταν την καλή του –μια εθιστική Ισπανίδα που είχες φέρει από κάποιο ταξίδι σου και η Μελίνα … Αυτή θα άλλαζε υπόσταση, θα ξαναγεννιόταν όταν αποφάσιζε να φύγει από το επάγγελμα. Αλλά όχι ακόμα –κανείς τους δεν είχε στα χέρια του τίποτα περισσότερο από στιβαρές επιβεβαιώσεις. Έβλεπαν το φαγητό, πίσω από τα τζάμια του εστιατορίου –έτρεχαν τα σάλια τους κι έτρεχαν για σένα.
«Γιατί το κάνεις αυτό; Στο ξενοδοχείο είναι –απομονωμένος. Γιατί δεν πας εκεί με τους δικούς σου να τον ξεμπερδεύετε;» ήταν η λογική απορία της.
«Γιατί δεν είμαι μαλάκας, γι΄ αυτό. Άσε που δε γουστάρω τις ερωτήσεις».
Δεν μαζεύτηκε. Η Μελίνα είχε μάθει να ελέγχει τον φόβο της, ακόμα και μπροστά σου. Γι΄ αυτό σε έφτιαχνε ακόμα και τώρα. Να σπας τις αντιστάσεις της, να τη λυγίζεις –αυτό δεν χορταίνεται.
Να ξεμπερδέψεις; Ηλίθια που είναι –έχεις ήδη ξεμπερδέψει! Από τη στιγμή που έβαλες τον τροχό σε κίνηση, είσαι αραγμένος δίπλα και χαζεύεις. Πρώτα την κατάρρευσή τους και τώρα την εξαφάνισή τους. Αλλά όχι εύκολα. Η πιάτσα έχει βρωμίσει από πεινάλες που σκοτώνουν για ένα ζευγάρι παπούτσια, αλλά όχι έτσι εύκολα. Θέλεις να δεις το τέλος και πρέπει να νιώσουν αυτά που εσύ πέρασες. Φρίκη, εξευτελισμός, παραίτηση. Και κάτι ακόμα. Πρέπει να μετανιώσουν για ότι σου έκαναν. Να σου ζητήσουν συγνώμη να παρακαλέσουν τον οίκτο σου. Και ο οίκτος σου θα είναι το δικό τους τέλος.
«Θα πας σ’ αυτόν τρομαγμένη. Πανικόβλητη και απροστάτευτη. Θα κολλήσεις δίπλα του μέχρι να σου δώσω σήμα. Θα ζεις γι’ αυτόν και από αυτόν. Θα τον αγαπάς και θα του αρπάζεις όλη την προσοχή. Κατάλαβες;»
Η Μελίνα σκύβει το κεφάλι και υπολογίζει. Ξέρεις ότι κατά βάθος τον γουστάρει. Γι΄ αυτό άλλωστε την πλησίασες. Ξέρεις πως το πούλημά της θα τους διαλύσει και τους δύο. Γι΄αυτό το κάνεις άλλωστε. Όταν τελειώσουν οι τρεις μαλάκες θα κατασταφούν και τα πιόνια σου. Είναι η μοίρα όσων αυτοί άγγιξαν –θυμάσαι;
Σηκώνεσαι κι αυτή δεν μιλάει. Υπολογίζει, σχεδιάζει.
«Θα έχεις καψίματα».
«Τι;» η Μελίνα μπερδεύεται.
«Καψίματα. Από τσιγάρο. Θα τα κάνεις μόνη σου ή να φωνάξω τα παιδιά;»
«Ε, όχι δα …»
«Προτιμάς τίποτα χαρακιές στη φάτσα;»
Η Μελίνα κατεβάζει το κεφάλι. Άλλη ζωή, άλλη ταυτότητα, ένα σπίτι σε νησί κι ο τραπεζικός λογαριασμός κλειστός –να ζει από τους τόκους. Ανάβει τσιγάρο.
Ο αέρας μυρίζει καμένο δέρμα, της έρχεται αναγούλα αλλά δεν μιλάει. Δεν υπάρχει και λόγος -είναι σημάδια που δεν μένουν αυτά –ή μάλλον, είναι σημάδια που δεν επηρεάζουν. Σε κοιτάζει μετά από κάθε άγγιγμα της κάφτρας –τρεις είναι αρκετές. Μια για τον καθένα τους –κάνεις νόημα –φτάνει.
«Ήμουν μπροστά όταν έγινε αυτό –συνεννοηθήκαμε; Θα τον πορώσεις -κοίτα να εκμεταλλευτείς τον πόνο σου. Σε απείλησα και σε φόβισα –τα υπόλοιπα βρες τα μόνη σου. Έχω εμπιστοσύνη».
Την φιλάς στο μάγουλο –καίει και βιάζεται να βάλει κρέμα στις πληγές.
«Μην βιαστείς».
Έχει ήδη γυρίσει την πλάτη -κλείνεις την πόρτα πίσω σου. Ελπίζεις να τα καταφέρει. Γιατί, πρώτον εκείνον περιμένεις και πρέπει εκείνος να φέρει τους υπόλοιπους κοντά σου. Συγκοινωνούντα δοχεία. Ένας –ένας θα αδειάζουν μέχρι να μην υπάρχουν πια.
Ανεβαίνεις στο τζιπ κι επιταχύνεις χωρίς να ασχοληθείς με τα παιδιά, πίσω σου. Πήρε να σκοτεινιάζει –τέτοια ώρα συνήθως πας για φαγητό, κάπου ήρεμα, πριν βγεις για διασκέδαση. Αλλά όχι σήμερα. Είσαι κουρασμένος, εξαντλημένος κι αυτό είναι περίεργο γιατί ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Σχεδόν δηλαδή. Γιατί δεν σου λένε κάθε μέρα ότι θα πεθάνεις. «Σιγά, με τρομάξατε ρε!», «θα πεθάνεις Σπύρο», στρίβεις απότομα το τιμόνι και σταματάς έξω από μια κάβα. Εξαντλημένος αλλά διψασμένος –θέλεις να λιώσεις στον ύπνο, να χαθείς για πολλές ώρες.
Ένα μπουκάλι μαλτ, ότι πρέπει για να μουλιάσεις κάτι μικροσκοπικούς φόβους που χοροπηδάνε στα νεφρά σου. Ξαφνικά βιάζεσαι πολύ να κλειστείς στο σπίτι σου. Ασφαλής. Οδηγείς γρήγορα –σοβαρέψου, δεν σε κυνηγάει κανείς!
Στην είσοδο της πολυκατοικίας σου πέφτεις επάνω στον τραπεζικό του δευτέρου ορόφου.
«Καλησπέρα Αντρέα μου. Πως και τόσο νωρίς σήμερα;»
«Έπηξα στη δουλειά Μιχάλη μου. Νομίζω πως χρειάζομαι πάνω από 12 ώρες ύπνο».
«Τι τραβάτε κι εσείς ρε παιδί μου!» κάνει να φύγει αλλά κάτι θυμάται, «ήθελα να σου πω για τον κήπο. Χάλια έχει γίνει, πρέπει να φέρνουμε πιο συχνά κηπουρό».
«Σαφέστατα Μιχάλη μου. Κανονίστε το και εγώ μαζί σας. Δε λέει να μη βλέπουμε ούτε ένα λουλούδι από τα μπαλκόνια μας. Αρκετή ξεραΐλα τρώμε στην Αθήνα», αρπάζεις το ασανσέρ γιατί είσαι στα όρια να του κοπανήσεις σφαλιάρα. Χέστηκες για τον κήπο –θέλεις να πας σπίτι σου!
Τα παιδιά ανεβαίνουν ήδη από τις σκάλες, προλαβαίνεις να πιάσεις το βλέμμα καχυποψίας του τραπεζικού. Αταίριαστοι είναι στην πολυκατοικία, το ξέρεις, αλλά δεν πειράζει. Από πουθενά δεν συνδέονται μαζί σου. Έχουν το διπλανό διαμέρισμα, το δυάρι, γιατί πρέπει να ελέγχεις όλο τον όροφο και μετακινούν το διαχωριστικό στο μπαλκόνι πριν πεις «τσακιστείτε». Είναι θέμα ασφάλειας.
Ξεκλειδώνουν την πόρτα τους …
«Θα μας χρειαστείτε άλλο κύριε Αντρέα;»
«Όχι, δεν θα βγω. Αλλά να μείνετε μέσα, μην την κοπανήσετε και σας ψάχνω».
«Βέβαια κύριε Αντρέα, βέβαια».
Το σπίτι σου, μυρίζει σκοτάδι. Η μαλακισμένη η καθαρίστρια προφανώς έκλεισε τα φώτα κι ας της έχεις πει να τ’ αφήνει, στο σαλόνι, ανοιχτά. Ηλίθια από το κοπάδι ηλιθίων που σε γυροφέρνει. Πρέπει να τους πλακώσεις στις κλωτσιές για να καταλάβουν ακόμα και τα πιο απλά πράγματα. Ζώα που έμαθαν να περπατάνε με τα δύο.
Βγάζεις τα χάπια από τη μέσα τσέπη του σακακιού σου και τα ακουμπάς δίπλα στο κρεβάτι. Γδύνεσαι, δεν έχεις όρεξη ούτε μπάνιο να κάνεις. Αύριο το πρωί, αύριο το μεσημέρι –όποτε ξυπνήσεις γενικά. Τώρα θέλεις να χαθείς σε λήθαργο, το έχεις ανάγκη γιατί λειτουργείς ανεξέλεγκτα. Κάθεσαι στο κρεβάτι κι ανοίγεις το κούμπωμα του πλαστικού, αριστερού ποδιού σου. Μην ξεχάσεις να φορτίσεις τη μπαταρία, δεν θέλει και πολύ να μείνει –νεκρό κομμάτι στην προέκταση του γονάτου σου, χαλασμένο εργαλείο να το σέρνεις. Βγάζεις την κάλτσα από το μηχανικό πόδι και μένεις να κοιτάζεις –«το θυμάστε μαλάκες;»
Στο κρεβάτι, πίνεις με κλειστά μάτια. Στην αρχή από το ποτήρι, καταπίνεις χάπια με μεγάλες γουλιές, μετά από το μπουκάλι, καυτό στο λαιμό –συσπάσεις πριν χαλαρώσεις. Από τη μεσοτοιχία ακούς τα παιδιά να γελάνε μπροστά στην τηλεόραση –δεν έχεις όρεξη ν΄ ανοίξεις τη δικιά σου, θέλεις να σβήνουν οι ήχοι κι εσύ ν΄ απομακρύνεσαι. Γέρνεις το κεφάλι, πονάς, θέλεις τσιγάρο. Καργιόλη γιατρέ!
Παλιά δεν μπορούσες να πίνεις μόνος –το ποτό σε αηδίαζε και χρειαζόσουν παρέα για να το παραβλέψεις. Θυμάσαι εκείνον το χοντρό μαλάκα που έκλεβε μπουκάλια από το σπίτι των γονιών του; Πιτσιρικάδες ήσασταν, Γυμνάσιο, κι έφερνε το μπουκάλι χωμένο στην τσάντα. Έκανες μπροστά του εμετό, αλλά δεν σε κορόιδεψε γιατί είχε τα δικά του προβλήματα. Είχαν φανεί κάποιοι μάγκες και καλόβλεπαν το μπουκάλι –«τι έχεις εκεί χοντρέ; δώστο σε μας να μην πάει χαμένο». Του τράβηξαν δυο σφαλιάρες και το άρπαξαν ενώ εσύ στεκόσουν μπροστά από τους εμετούς –εκείνοι οι συμμαθητές δεν έπρεπε να σε πάρουν χαμπάρι. Όμως ο χοντρός νευρίασε κι έπεσε πάνω τους –να ξαναπάρει το μπουκάλι. Ξαφνιάστηκαν ο άλλοι, έσπρωξαν, αλλά ο χοντρός ήταν επίμονος. Δεν έλεγε να ξεκολλήσει, κάποιος τον τράβαγε από πίσω, κάποιος τον κλώτσαγε, αλλά ο χοντρός με δάχτυλα-τανάλιες, γαντζωμένος στο λάφυρό του. «Τι κοιτάς ρε βλάκα; δεν έρχεσαι να βοηθήσεις μήπως και ξεκολλήσει ο βεντούζας;» σου είχε φωνάξει ένας από τους μάγκες. Πλεύρισες τον χοντρό, μουλωχτά και τον χαστούκισες πάνω στα μάτια. Εκείνος τσίριξε πριν σωριαστεί στο έδαφος γεμάτος δάκρυα. «Σωστοοοοός!» μούγκρισαν οι άλλοι και τράβηξαν κάτι ξεγυρισμένες κλωτσιές στον πεσμένο χοντρό. Εσένα σε πήραν μαζί τους να μοιραστείτε το ποτό –«τι βρωμάει; ποιος ξέρασε;», ρώταγαν φεύγοντας. «Ο μαλάκας ο κωλόχοντρος», του είπες και δε γύρισες στιγμή να κοιτάξεις το πεσμένο παιδί. Ο χοντρός ήταν φίλος σου και είχε κάνει το καθήκον του. Σε βοήθησε να γνωρίσεις καινούργιες παρέες.
Το μπουκάλι γλιστράει και δεν έχεις δύναμη να το μαζέψεις. Το σπρώχνεις απλά, να χυθεί στο πάτωμα, δεν θέλεις να ξυπνήσεις μέσα στο οινόπνευμα. Ο μαλάκας ο χοντρός -που τον θυμήθηκες; Φάτσες περνάνε στη ζαλάδα σου, μαλλιά, μύτες, στόματα αλλά όχι μάτια. Δεν θυμάσαι μάτια –ποτέ δεν άφηνε κάποιος το βλέμμα του πάνω σου. Φοβισμένα ζώα που έψαχναν να γλιτώσουν, δίπλα σου κοίταζαν κι όταν διέκριναν το αδιέξοδο, κατεβασμένα βλέφαρα –χρώμα οφθαλμών … απροσδιόριστο.
Η τηλεόραση των παιδιών, από δίπλα, σε εμποδίζει να διαλυθείς –θυμήσου …αύριο …πιο χαμηλά ρε κερατάδες! Γλιστράς -στον δρόμο του μπουκαλιού το κεφάλι σου, μέχρι να βρεις το μαξιλάρι και μετά –τίποτα. Κοιμάσαι με ανάσα βαριά –στόμα μισάνοιχτο. Ανήσυχος στριφογυρίζεις από εφιάλτες που θα ξεχάσεις το πρωί. Κοιμήσου Σπύρο Κατσούλα γιατί σε λίγες μέρες θα πεθάνεις.

(συνεχίζεται -μην ελπίζετε)

11. “Όμως στο λέω -αυτή η νύχτα είναι κακιά”

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. “Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό”
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
9. Προετοιμασία μίσους
10. Άσπρος φόβος
«Είμαστε μαλάκες που τον ανεχόμαστε», κλώτσησε νευριασμένα, ένα περαστικό σκαμπό ο Κώστας.
«Και τι θα μπορούσαμε να κάνουμε δηλαδή; Να γίνουμε διαγραφάκηδες;» μουρμούρισε ο Πέτρος.
«Ότι έγινε –έγινε. Tον έχουμε από κοντά και βλέπουμε», αποφάσισε να κλείσει την κουβέντα ο Άρης.
Έμειναν και οι τρεις να χαζεύουν τον ακάλυπτο, έξω από τη μπαλκονόπορτα. Μιζέρια οι ακάλυπτοι και τα φοιτητικά διαμερίσματα έχουν μονίμως θέα σε αυτούς. Μουχλιασμένοι τοίχοι και σακούλες με σκουπίδια, μυρωδιά τσιγαρισμένου φαγητού και απλωμένα σώβρακα. Μιζέρια.
Η Άλεξ ξεφυλλίζει βαριεστημένα τον «Σχολιαστή» στην άλλη άκρη του δωματίου, καθισμένη σε κάτι ινδικές μαξιλάρες. Σφυρίζει κιόλας κάποιο χαζό τραγούδι και διακόπτει για να συμπεράνει, στο άσχετο, «σαχλαμάρα ο Κόκορας αυτή τη φορά». Είναι δυο μήνες μετά τις φοιτητικές εκλογές, αλλά η πίκρα δε λέει να φύγει από το στόμα. Γιατί τους γάμησε ο Κατσούλας και δεν μπορούν να πουν και τίποτα.
Σαν καλοί μαλάκες τον δέχτηκαν στη «ΦΑΑΚ» και την πάτησαν μεγαλοπρεπώς. Από τη βραδιά της εκλογοαπολογιστικής, όταν ο Κατσούλας πήρε το παιχνίδι πάνω του, χωρίς να συνεννοηθεί με κανέναν. Έριξε έναν ξύλινο λόγο, γεμάτο πολυφορεμένα τσιτάτα, πέρασε πέντε φορές τον χρόνο του (με αποτέλεσμα να μη μιλήσει κανένας από τους υπόλοιπους) και (αποκορύφωμα) πεταγόταν στη συνέχεια, σαν την ψωλή του κόκορα, διαβάζοντας εικοσασέλιδες ερωτήσεις –κομματικά πουστριλίκια κοντολογίς, για να μιλήσεις πάνω στην ομιλία του άλλου –να τον καπελώσεις. Μπριζώθηκαν οι υπόλοιποι αλλά δεν μπορούσαν να το μαζέψουν από πουθενά –πολυφωνική κίνηση δεν ήθελαν; Να ακουστούν όλες οι απόψεις δεν έλεγαν; Τσίμπα τώρα ένα αρχίδι, νάχεις να πορεύεσαι. Μετά την καταμέτρηση βρέθηκαν με δυο έδρες και απορούσαν ποιοι μαλάκες τους ψήφισαν.
Από τότε ο Κατσούλας έγινε μεγαλοστέλεχος. Καβαντζάρισε τη μια έδρα με έξυπνες κινήσεις και έχτισε κομματικό επιτελείο μέσα σε δυο μήνες. Παστρικά πράγματα, νοικοκυρεμένα κι άσε τους άλλους να κοιτάζουν στην απέξω. Οι «άλλοι», είτε σπάστηκαν και την κοπάνησαν, είτε κάθονταν και κλαίγανε τη μοίρα τους –σαν το τρίο Στούτζες καλή ώρα, που κάπνιζε συλλογισμένο στο σπίτι της Άλεξ -«που βαίνομεν κύριοι, τι είναι η ζωή, τι είναι ο άνθρωπος;» και άλλες φιλοσοφημένες ερωτήσεις. Είχε πέσει ένα απόγευμα, εκατό κιλά μουντό, μύριζε κι ο ακάλυπτος …
«Εγώ λέω να τον πλακώσουμε στις φάπες», πρότεινε άνευ περαιτέρω τεκμηριώσεως ο Κώστας.
«Εσύ λες μαλακίες, ως συνήθως. Άντε και τον πλακώσαμε. Τι θα αλλάξει δηλαδή;» ρώτησε ο Άρης.
«Τίποτα. Απλά θα έχουμε εκτονωθεί», χαμογέλασε ο Κώστας.
«Γιατί δεν δέχεστε ότι την πατήσαμε; Για πλάκα κάναμε την Κίνηση, χωρίς οργάνωση, ήρθε ο άλλος που είχε πείρα στα σχετικά κόλπα και την άρπαξε. Αποχωρούμε και λήγει η ιστορία», μίλησε η Άλεξ πίσω από τις σελίδες του περιοδικού.
«Δεν είναι έτσι. Εντάξει, την πατήσαμε, αλλά όχι και να το βάλουμε στα πόδια», έξυσε τη φαβορίτα του ο Άρης.
«Καλά … ότι καταλαβαίνετε», μουρμούρισε η Άλεξ, χάνοντας απότομα το ενδιαφέρον της για την κουβέντα. «Η Μαρία θα περάσει από εδώ;»
«Όχι –είμαστε σφαγμένοι», πληροφόρησε ο Κώστας.
«Ως συνήθως», σιγοντάρισε το ντουετάκι των υπολοίπων.
Έπιασαν μετά να μιλάνε για διάφορα –οι σχολές του κέντρου ζούσαν περίοδο αλλεπάλληλων καταλήψεων. Η Νομική και το Χημείο έκλειναν κάθε δέκα μέρες, το Πολυτεχνείο άλλαζε χέρια μετά από ανελέητες οδομαχίες. Οι Πανσπουδαστικάριοι κατεύθυναν τις λεγεώνες των ΚΝΑΤ προκειμένου να σπάνε τις καταλήψεις –κέρδιζαν στο Πολυτεχνείο κι έχαναν στις άλλες σχολές. Από δίπλα τα ΜΑΤ και οι ασφαλίτες, από κοντά οι «αγανακτισμένοι πολίτες» -κυβερνητικοί τραμπούκοι που έριχναν ξύλο σε όποιον τριγυρνούσε άσκοπα –έξω από τις καταλήψεις. Έριχναν και πέτρες μέσα στις σχολές, αλλά αυτό αντιμετωπιζόταν εύκολα.
Ήταν φορτωμένοι και οι τρεις τους από τα γεγονότα και ένιωθαν ανίσχυροι γιατί Πάντειος ελεγχόταν πλήρως από τους κομματικούς –αν έλεγες κουβέντα για κατάληψη στα πλαίσια των φοιτητικών κινητοποιήσεων, σε βρίσκανε στο γκαζόν ανάσκελα –να μετράς γόπες.
«Δε λέει να καθόμαστε αμέτοχοι πάντως», σκεφτόταν φωναχτά ο Άρης. «Εντάξει, στη σχολή μας δεν υπάρχει προοπτική –αλλά να μπούμε στο Χημείο βρε αδερφέ! Στη Νομική … κάπου τέλος πάντων».
«Με κατατακτήριες ή με πανελλήνιες;» έκανε το αστειάκι του ο Πέτρος, αλλά μόνο η Άλεξ γέλασε νευρικά.
Τους έβλεπε όλες αυτές τις μέρες –η Αθήνα καιγόταν και η Πάντειος μαλακιζόταν, -δεν τους χωρούσε ο τόπος, ήθελαν να συμμετέχουν στο πανηγύρι. Δεν ήταν για τα αιτήματα του φοιτητικού κινήματος, ήξεραν πως τίποτα δεν θα γινόταν δεκτό –ούτε η επιλογή συγγραμμάτων από τους φοιτητές, ούτε η, πραγματικά, δωρεάν σίτιση και στέγαση –οι συγκλητικοί κάθονταν στην άκρη και περίμεναν την εξεταστική περίοδο για να μαντρωθούν οι ταραξίες.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό –απ΄ όλες τις πάντες έπεφτε ζόρισμα ανελέητο. Στα Εξάρχεια γινόταν «σκούπα» σχεδόν κάθε βράδυ. Πήγαινες ν’ ακούσεις κανένα live στον ΠΗΓΑΣΟ και ξημερωνόσουν στο Αστυνομικό Τμήμα για εξακρίβωση. Οι πορείες των αναρχικών απαγορεύονταν δια ροπάλου, ή καδρονιού –όποιο έφτανε πρώτο. Μόνο κάτι γραφικοί συνδικαλιστές είχαν δικαίωμα να βολτάρουν στο κέντρο –όλοι οι υπόλοιποι περικυκλώνονταν από τα ΜΑΤ και σπρώχνονταν καροτσάκι μέχρι τα Πανεπιστήμια. Εκεί τους μάντρωναν και αναλάμβαναν τα φοιτητικά κομματόσκυλα. Μέχρι και σε μια συναυλία για τη νομιμοποίηση του χόρτου έκαναν πέσιμο –ο Πούλικας κάπνιζε ένα τρίφυλλο στη σκηνή κι από κάτω έπεφταν οι σφαλιάρες καταρρακτωδώς. Ήταν και κάτι απομεινάρια της γενιάς του Πολυτεχνείου που σνόμπαραν –«τι ζητάτε μωρέ; δημοκρατία έχουμε, όλα μπορούν να λυθούν με εποικοδομητικό διάλογο, αλλά δεν μάθατε να συζητάτε –μόνο τσαμπουκάδες ξέρετε να κάνετε». Πέσιμο από παντού δηλαδή και αυτοί στη μέση χωρίς σκοπό.
«Έχω έναν γνωστό στη συντονιστική του Πολυτεχνείου. Γείτονάς μου, τον πέτυχα τις προάλλες στο ΑΛΛΟΘΙ. Λέτε να βρούμε καμιά άκρη μαζί του και να μπούμε στην επόμενη κατάληψη;» πρότεινε ο Άρης.
«Το συζητάς; Μόνο να το ξέρουμε λίγο νωρίτερα, να είμαστε έτοιμοι», πετάχτηκε ο Κώστας.
«Νάρθω κι εγώ;» είπε η Άλεξ για να εισπράξει αυστηρά βλέμματα.
«Να κάτσεις στ’ αυγά σου. Μπορεί να ζορίσει η κατάσταση –αν είναι να σε προσέχουμε, θα γαμηθούμε άσχημα», είπε αυθόρμητα ο Κώστας.
Μόρφασε ο Πέτρος, σα να είχε φάει πιάνο στον κάλο. Πως τα πέταγε έτσι ο ηλίθιος; Εντάξει, είχαν πάντα στο νου τους την Άλεξ, αλλά «μην καρφώνεσαι ρε κολλητέ –δεν είναι και νήπιο η κοπέλα!»
Σφίχτηκαν τα χείλια της Άλεξ κι έγινε 10 σκάλες πιο όμορφη –ας ήξεραν όλοι τους ότι θα έτρωγαν βρισίδι.
«Δε νομίζετε πως το παρακάνετε; Άκου να με προσέχετε! Πως την έχετε δει; Κηδεμόνες; Αν θέλετε να είμαι μαζί σας μόνο για χαβαλέ και δεν με έχετε ικανή στα ζόρια –να μου το πείτε στα ίσα. Τι μαλακίες είναι αυτές;»
Οι άλλοι δυο κοίταξαν απεγνωσμένα τον Πέτρο –ειδικότητά του ήταν να σώζει χαμένες υποθέσεις και να μαζεύει τα ασυμμάζευτα.
«Έλα βρε Άλεξ, αφού ξέρεις τώρα τον Κώστα. Θα παρεξηγηθούμε και μεταξύ μας δηλαδή; Εντάξει, σε νοιαζόμαστε –κακό είναι; Και δεν θέλουμε να μπλέξεις σε φασαρίες. Έχουμε άγχος. Άλλωστε, αν στραβώσει η φάση, δεν πρέπει να υπάρχει και κάποιος δικός μας απέξω; Τι θέλεις δηλαδή, να μας μπουζουριάσουν όλους μαζί; Και ποιος θα μας ψάξει τότε;» κόντεψε να ιδρώσει από την προσπάθεια ο Πέτρος.
«Μαλακίες», φύσηξε νευριασμένα τον καπνό του τσιγάρου της η Άλεξ. «Να το πείτε στη Μαρία ή σε όποιον άλλο θέλετε, αν είναι έτσι. Χάθηκαν οι γνωστοί, να μας βοηθήσουν, αν πάθουμε κάτι;»
«Μην ψειρίζουμε τη μαϊμού. Θα πάμε όλοι μαζί. Και μάλιστα θα την ψάξουμε αν θέλουν να έρθουν κι άλλοι από τη σχολή. Όσο περισσότεροι, τόσο καλύτερα», αποφάνθηκε ο Άρης. Οι άλλοι δυο τον κοίταξαν σαν κατσαρίδα σε σουφλέ. Αλλά δεν γινόταν να τον αντικρούσουν. Ένιωθαν ήδη πως η φάση της κατάληψης θα εκφυλιζόταν σε μπέιμπι σίτινγκ –στην πρώτη ευκαιρία θα την έπεφταν άσχημα στον Άρη και τις ιδέες του.
Το ίδιο βράδυ τραβήχτηκαν στα μπαράκια της πλατείας για να πετύχουν το άτομο από τη συντονιστική. ΑΛΛΟΘΙ, ΙΝΤΡΙΓΚΑ, ΑΝ, CLOWN, ΦΛΟΥ μέχρι να στο ΡΕΣΙΤΑΛ κατέβασαν ένα ποτό, αλλά ο τύπος άφαντος. Ξαπόσταιναν σκασμένοι στην πλατεία, με σουβλάκια και μπύρες για να ηρεμήσουν τα στομάχια τους. Παρέα με τις περιπόλους των ΜΑΤατζήδων και τους ασφαλίτες φωτογράφους από τα απέναντι μπαλκόνια. Ελαφρώς ζαλισμένοι και βαρέως απογοητευμένοι. Η Άλεξ είχε κολλήσει σε κάποιο μπαρ με κάτι πάνκηδες –θα πήγαιναν στην μεταμεσονύχτια προβολή του Rocky Horror Picture Show. Μπουγέλα, κωλόχαρτα και βαμμένα μάτια –άσε καλύτερα.
«Τι κάνουμε τώρα;»
«Την κάνουμε -κι αύριο μέρα είναι»
«Μαλακίες ρε γαμώτο –καθυστερούμε».
Τέλειωναν τις μπύρες τους νωχελικά και βαριόντουσαν να πάρουν τα πόδια τους –ευτυχώς δηλαδή, γιατί αλλιώς δεν θα τους προλάβαινε η Άλεξ. Εμφανίστηκε αεράτη από την απέναντι είσοδο της πλατείας, τραβολογώντας έναν αβόλευτο ψηλέα.
«Ρε σεις …», μέχρι εκεί πρόλαβε να πει ο Άρης. Γιατί η Άλεξ με το θήραμά της είχαν ήδη φτάσει και φυσικά ο τύπος που έψαχναν όλο το βράδυ ήταν εκεί -πακεταρισμένος από την Άλεξ.
«Ρε Άλκη, φάγαμε τον κόσμο να σε βρούμε! Που έβοσκες;» γέλασε ο Άρης.
Δεν έβοσκε το παιδί. Είχε συνάντηση η συντονιστική, μέχρι πριν μισή ώρα και όταν ξεμπέρδεψαν, είπαν να χτυπήσουν κανένα ποτάκι. Έτυχε, τώρα, κάποια σερβιτόρα να θυμάται ότι κάποιοι τον έψαχναν, έτυχε να βρίσκεται στο μαγαζί «η κοπέλα από τους κάποιους» κι έδεσε το γλυκό. Ο Άλκης ήταν δευτεροετής στην Αρχιτεκτονική –ακολουθώντας την οικογενειακή παράδοση. Ήταν στο ίδιο δημοτικό με τον Άρη και χάζευαν παρέα τις εκκλησιές που είχε σχεδιάσει ο πατέρας του –μέγας και τρανός στα πέριξ, μέχρι και για δήμαρχος είχε κατέβει. Χάθηκαν στο Γυμνάσιο, αλλά ξαναβρέθηκαν στις συναυλίες. Κάθε φορά που πήγαινε ο Άρης, πετύχαινε τον Άλκη –ένα μυστήριο πράγμα βρε παιδί μου! Δεν έλεγαν πολλά, «καλό το γκρουπάκι, έχει και σαπόρτ; που πουλάνε μπύρες; σου βρίσκεται καμιά ψιλή;» Τέτοια πράγματα, στα πλαίσια των κοινωνικών επαφών. Χρειάστηκε να βρεθούν με διπλανά ποτήρια στη μπάρα, για να πουν δυο κουβέντες της ανθρωπιάς και να δώσουν στίγμα.
Ο Άλκης τους εξήγησε πως ψηνόταν κατάληψη στο Χημείο για την επόμενη βδομάδα, μετά το Πανεκπαιδευτικό Συλλαλητήριο. Σκόπευαν να κλείσουν πολύ κόσμο μέσα, να αποκλείσουν τους γύρω δρόμους και να κάνουν ανεπανάληπτο ντόρο. Προοπτική ήταν, η κατάληψη να επεκταθεί στη Νομική, ενώ κάποιοι υποστήριζαν πως θα έπεφτε σύντομα και το Πολυτεχνείο.
«Κι αν φυλάνε τις σχολές;» ρώτησε ο Άρης.
«Μη μασάς. Το Πανεκπαιδευτικό θα γίνει στο Σύνταγμα. Εκεί θα βρίσκονται οι περισσότερες δυνάμεις –αν έχουν αφήσει τίποτα ψιλολόγια θα τους περάσουμε με ντου», τον καθησύχασε ο Άλκης.
Καθησυχάστηκαν λοιπόν τα παιδιά, έκλεισαν και τα ραντεβού τους για να μην χαθούν στον πανικό και καληνυχτίστηκαν ευτυχισμένα. Έτσι γίνεται πάντα, όταν πηγαίνεις καρφωτός για την καταστροφή. Φεύγοντας μάλιστα, από την πλατεία, θεώρησαν πρέπον να κάνουν μια αναγνωριστική γύρα με τις μοτοσικλέτες για να ελέγξουν τις καβάντζες γύρω από το Χημείο.
Την επόμενη μέρα έκαναν μια ακόμα βλακεία. Αντί να μαζέψουν τα άτομα εμπιστοσύνης και να οργανωθούν για να μπουν στην κατάληψη –έβγαλαν ολόκληρη ανακοίνωση. Την τοιχοκόλλησαν κιόλας έξω από το αμφιθέατρο, «η ΦΑΑΚ σας καλεί σε συζήτηση. ‘Ωρα τάδε, Αίθουσα δείνα». Δεν άργησε να το πάρει χαμπάρι ο Κατσούλας…
«Τι έγινε ρε παλικάρια; Πάμε για ολομέλεια;»
Βλαστήμησε από μέσα του ο Κώστας, τόσο δυνατά που κόντεψε ν΄ ακουστεί κι απέξω. Αλλά έδωσαν τόπο στην οργή και του εξήγησαν το σχέδιο. Να συμμετάσχει η Πάντειος στις καταλήψεις των σχολών –των υπολοίπων έστω, αφού η δική τους ήταν ασφαλισμένη από τα ΚΝΑΤ. Ο Κατσούλας συμφώνησε γιατί ο Κατσούλας ποτέ δεν διαφωνούσε ανοιχτά. Έδειχνε να υποστηρίζει την άποψή σου και μετά φρόντιζε να την διαλύσει –ξεχειλώνοντάς την σε βαθμό πλήρους αδρανοποίησης.
Εκείνο το απόγευμα μαζεύτηκαν καμιά εκατοστή άτομα στη συνάντηση. Οι περισσότεροι ήταν περίεργοι και γυρολόγοι –αλλά ο Άρης ξεχώριζε, ανάμεσά τους, καμιά τριανταριά αποφασιστικούς. Γι’ αυτό άφησε τον Κατσούλα να αερολογίσει σχετικά με φοιτητικές διεκδικήσεις και ταξικές αντιπαραθέσεις. Οι άσχετοι άρχισαν να αραιώνουν, αλλά οι υπόλοιποι δεν έλεγαν να το κουνήσουν –είχαν, βλέπεις, ενημερωθεί για το που θα πήγαινε η υπόθεση. Κάπνιζαν βαριεστημένα, περιμένοντας να τελειώσουν οι παπαρολογίες –κάποιοι μάλιστα είχαν στήσει μια παρτίδα πόκερ στα πίσω καθίσματα.
Ήταν μέρα και νύχτωσε μέχρι να τελειώσει ο Κατσούλας, αλλά κάποτε έγινε κι αυτό. Πήρε τον λόγο ο Πέτρος και τους εξήγησε πως είχε το πράγμα, όσοι βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα συμφώνησαν, ήταν κι ο Γιαννάκης ο Απροσάρμοστος που πρότεινε να κουβαλάνε μαζί τους σφυρίχτρες –το είχε δει σ΄ ένα ντοκυμαντέρ για τον Μάη του ’68 και πολύ του άρεσε. Ο Κατσούλας περίμενε στη γωνία του, έτοιμος για τον επόμενο γύρο –όταν ολοκλήρωσε ο Πέτρος, πλακώθηκε στις ερωτήσεις-τοποθετήσεις. Οι τριάντα (πάνω-κάτω) άρχισαν να στριφογυρίζουν στις καρέκλες τους –κόντευαν να κλείσουν τετράωρο εκεί μέσα και θα τους έβαζαν απουσία από το απέναντι καφενείο. Τότε ανέλαβε ο Κώστας, πλησίασε τον Κατσούλα όσο εκείνος αγόρευε και του σφύριξε στο αυτί …
«Μαζέψου αδερφέ, γιατί τα παιδιά άρχισαν να βγάζουν σπυριά».
Χάρηκε ο Κατσούλας γιατί δεν ήτανε του γούστου του οι καταλήψεις και πήγε να συνεχίσει αλλά ο Κώστας τον σκούντηξε …
«Και άμα δεν μαζευτείς θα σε μαζεύουν από τις σκάλες».
Στράβωσε ο Κατσούλας, διέκοψε λίγο την αγόρευση –«τι είναι αυτά που μου λες;»
«Σου λέω πως δεν θα το γλιτώσεις το βρωμόξυλο», συνέχισε ο Κώστας και δυο-τρία ρεμάλια που είχαν πάρει πρέφα τη φάση στρίμωξαν δεξιά-αριστερά τον Κατσούλα.
«Μιλάω συνάδελφοι!», διαμαρτυρόταν αυτός –καθώς τον έβγαζαν, καροτσάκι, από την αίθουσα.
Έτσι συμφωνήθηκε η συμμετοχή της Παντείου στις φοιτητικές καταλήψεις. Οι επόμενες μέρες, πέρασαν με έναν Κατσούλα μελιστάλαχτο και συναινετικό στα πρόθυρα της μεταμέλειας. Η παρέα ψυλλιαζόταν πως η αλλαγή της στάσης του οφειλόταν στον φόβο του να μην μείνει απέξω. Έβλεπε τις εξελίξεις να τρέχουν και αγχωνόταν μην τον προσπεράσουν –αυτό πίστευαν και γι’ αυτό δέχτηκαν να έρθει μαζί τους. Κανείς τους δεν υπολόγισε πως ένας κομματικός είναι σαράκι στα κουφώματα των καταλήψεων κι αυτό έχει να κάνει με τον φόβο της θεμελιακής αντιπαράθεσης που κουβαλάνε τέτοιοι άνθρωποι. Έτσι ή αλλιώς, δεν θέλεις έναν χέστη δίπλα σου στις δυσκολίες, γιατί, στην κρίσιμη στιγμή, θα βρεθείς με την πλάτη να αερίζεται.
Όταν έφτασε η μέρα του Συλλαλητηρίου ήταν όλοι μέσα στο άγχος. Άυπνοι, να κυκλοφορούν στους δρόμους –ρεφενέ να αγοράζουν τσιγάρα (για τον εγκλεισμό) και λιποζάν (για τα δακρυγόνα). Πήρε να μεσημεριάζει όταν τρύπωσαν στους συγκεντρωμένους της πλατείας Συντάγματος, ούτε καν τριάντα δεν μαζεύτηκαν και πάλευαν να μην ποδοπατηθούν από το πλήθος.
Υπήρχε μια ανησυχία στον αέρα γιατί εκείνες ήταν οι πρώτες μέρες του Δροσογιάννη –του «Στρατηγού», που κλήθηκε να αντικαταστήσει τον διαλλακτικό Αρκουδέα. Ήδη κυκλοφορούσε το σύνθημα «Φέρτε πίσω τον Αρκουδέα –αυτός δεν είναι άνθρωπος –είναι μια ιδέα». Και είχαν δίκιο –ήταν καλό ανθρωπάκι ο Νίκων, δεν πήγαινε γυρεύοντας να ρίξει χοντρό ξύλο. Γι΄αυτό τον ξαπόστειλε ο Αντρέας και έφερε τον αγριάνθρωπο –που αργότερα θα περνούσε στην ιστορία με την αξέχαστη δήλωση -«ακουμπάμε τη 17 Νοέμβρη».
Υπήρχε λοιπόν, επιφυλακτικότητα στον χώρο, γιατί κάθε καινούργιος έχει την τάση να το παίζει νταβατζής στο μπουρδέλο. Στα πλαίσια αυτού του μπρα ντε φερ, μια ομάδα αναρχικών, έξω από τη Βουλή, με το που εμφανίστηκε ο Αντρέας, άρχισε να φωνάζει –«εσύ τη Λιάνη, κι εμείς τον Δροσογιάννη». Οι μπάτσοι δίπλα στους τσολιάδες κρατιόντουσαν με το ζόρι να μη σκάσουν στα γέλια –αλλά τα ΜΑΤ σήκωσαν το γάντι και άδειασαν δυο-τρεις εκτοξευτήρες από προειδοποιητικά δακρυγόνα. Εντάξει, δεν χρειαζόταν περισσότερο για να φύγουν οι πρώτες μολότωφ.
Ο Άρης τράβηξε τον Κώστα κοντά του …
«Πες στους υπόλοιπους να την κάνουν για πλατεία. Σε λίγο θα γίνει κόλαση εδώ πέρα –να προλάβουμε το ντου στο Χημείο».
Ο Κώστας έκανε νόημα στον Πέτρο να προσέχει την Άλεξ και χάθηκε στις μικρές ομάδες των Παντειακών. Του χρειάστηκε γύρω στο εικοσάλεπτο να τους εξηγήσει -οι περισσότεροι συμφωνούσαν απρόθυμα. Εδώ θα γινόταν τζέρτζελο –ήδη οι μπροστινοί συγκρούονταν με τα ΜΑΤ στη Βουλή και, απ΄ ότι φαινόταν, οι μαθητές είχαν μπλοκάρει τις κλούβες στη Μητροπόλεως. Άσε που φοβόντουσαν και λίγο να αποκοπούν από το πλήθος.
«Που είναι ο Κατσούλας;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Πριν λίγο, εδώ ήταν. Τον έβλεπα να μιλάει με τους Τρότσκηδες», στριφογύρισε το κεφάλι η Άλεξ.
Οι μαθητές έχαναν τη μάχη στη Μητροπόλεως κι ο τόπος πλημμύριζε δακρυγόνα. Τώρα ήταν η σειρά των κομματικών να μπουρδουκλωθούν με τα ΜΑΤ –άθελά τους, αλλά η δουλειά γινόταν.
«Πάμε να φύγουμε ρε μαλάκες! Σε λίγο θα μας βάλουν στη μέση!» φώναξε ο Άρης.
Κατηφόρισαν τρέχοντας προς τη Σταδίου και ψάχτηκαν για να βρουν άδειο δρομάκι. Ο Γιαννάκης καθυστέρησε στη βιτρίνα ενός μαγαζιού εσωρούχων –«κοιτάτε ρε κάτι ζαρτιέρες! Ω ρε μάνα μου!», αλλά εκείνη την ώρα πετάχτηκε μια διμοιρία από τη γωνία και αναγκάστηκαν να τον πάρουν, σπρώχνοντας, οι υπόλοιποι.
«Τι τραβάτε ρε; Δεν μπορεί κανείς να χαζέψει ένα κιλοτάκι δηλαδή;» απορούσε ο Απροσάρμοστος, ενώ οι ΜΑΤατζήδες τους είχαν στρώσει στο κυνήγι.
Ξέφυγαν δίπλα στο παλιό Αρσάκειο –είχε δίκιο ο Άλκης, όσο πλησίαζαν την πλατεία, λιγόστευε η αστυνόμευση. Εκεί ήταν το πρώτο ραντεβού –όσοι μαζεύονταν θα ξεκινούσαν για το Χημείο. Ανηφόριζαν τη Θεμιστοκλέους προσεκτικοί κι ανήσυχοι, πλησιάζοντας στην πλατεία έκαναν ένα πέρασμα κοντά από Στουρνάρη και Πατησίων –τα ΜΑΤ είχαν περικυκλώσει το Πολυτεχνείο. Γλίστρησαν στην πλάτη των διμοιριών, εκεί που άραζαν, προστατευμένα πρεζάκια παρέα με χαφιέδες.
«Αυτός δεν είναι ο Βαγγελάκης ο Λαρισαίος;» έδειξε η Άλεξ.
«Ναι, χέστον το μαλάκα. Αρρώστησε και κωλοτρίβεται στους μπάτσους για καμιά ψιλή. Ο ξεφτίλας», έβρισε, ανοίγοντας το βήμα του ο Κώστας.
Η πλατεία ήταν επίσης περικυκλωμένη. Κλούβες είχαν αποκλείσει τους γύρω δρόμους και οι πεζόδρομοι ήταν φορτωμένοι με ΜΑΤατζήδες.
«Γαμώ το κέρατό τους, στημένη μας την έχουν», έκανε ο Κώστας. Προχώρησαν όμως και μπήκαν από τη Σολωμού, γιατί υπήρχε κόσμος μαζεμένος κάτω από το άγαλμα. Μπόλικος κόσμος, με μαντήλια στο λαιμό και τσέπες γεμάτες. Ο αέρας έβγαζε σπίθες. Η Πάολα ήδη γυρόφερνε στα 10 βήματα από τους ΜΑΤατζήδες και προκαλούσε –«αγοράκια, αντί για πουλάκι έχετε τα καουτσούκ στο χέρι; δε σιχαθήκατε να σας δίνουν κρύες τυρόπιττες και ζεστές πορτοκαλάδες;». Τέτοια.
Μέσα στον χαμό ήταν σχεδόν αδύνατο να πετύχεις τον Άλκη ή τους υπόλοιπους από την Πάντειο, γι΄αυτό βολεύτηκαν σε μια γωνιά και περίμεναν τον κόσμο να κινηθεί. Το ίδιο περίμεναν και οι ΜΑΤατζήδες –ζήτημα χρόνου ήταν, γιατί τους έβλεπαν να προβάρουν τις αντιασφυξιογόνες.
«Εδώ θα μας λιανίσουν. Αποκλείεται να φτάσουμε μέχρι τις σχολές», προειδοποίησε ο Πέτρος.
«Και τι να κάνουμε ρε μαλάκα; Όπου πάμε κι όσο φτάσουμε», κλώτσησε ένα άδειο κουτί μπύρας ο Κώστας.
«Το νου σου στην Άλεξ», του σφύριξε στο αυτί ο Άρης, επιφυλακτικά, όσο η κοπέλα κουβέντιαζε με κάτι Εξαρχειώτες.
Στο δέρμα των συγκεντρωμένων έπεφταν καυστικά τα δευτερόλεπτα, γιατί η αναμονή αφήνει, εύκολα, σημάδια. Κάποιοι έβριζαν, άλλοι μετρούσαν με τα μάτια τους αντιπάλους τους και άκρη δεν έβγαινε γιατί ήταν πολλοί οι μπάτσοι. Αν μάλιστα ξεμπέρδευαν και με το Συλλαλητήριο θα βούλιαζε η πλατεία από τις αρβύλες τους. Κάποιος φώναξε «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!» και οι ΜΑΤατζήδες σήκωσαν τις ασπίδες. Στο μισό λεπτό έφυγε η πρώτη μολότωφ που πήγε άκλαφτη και άσκαστη. Τα ΜΑΤ άρχισαν να βγαίνουν από τις κλούβες και οι διμοιρίες στους πεζόδρομους χτυπούσαν τις ασπίδες με τα γκλοπ –ρυθμικά. Από στιγμή σε στιγμή θα βάδιζαν προς το κέντρο της πλατείας γι΄αυτό και τα παιδιά σκέφτηκαν να επιτεθούν πρώτα.
Έπεσαν πέντε-έξη μαζεμένες μολότωφ που βρήκαν στόχο και μια ομάδα Εξαρχειωτών όρμησε τρέχοντας προς τις παραταγμένες ασπίδες. Ο Άρης τους διέκρινε ασύνταχτους να κραδαίνουν καδρόνια και σιδερόβεργες –τζάμπα κρέας του φαίνονταν, γιατί οι ΜΑΤατζήδες ήταν παραταγμένοι σε βάθος.
«Από πού θα φύγουμε ρε μαλάκα;» του φώναξε ο Πέτρος και απάντηση δεν υπήρχε, μόνο που ήταν παράξενο γιατί τα ΜΑΤ απλώς αμύνονταν. Και οι συγκεντρωμένοι έπαιρναν θάρρος, τώρα οι μολότωφ έφευγαν βροχή, συνοδευόμενες από ουρλιαχτά.
Οι μπάτσοι τους άφησαν να σπάνε τα μούτρα τους για κανένα εικοσάλεπτο και μετά άρχισαν τις ρίψεις, καλυμμένοι πίσω από τις κλούβες της Στουρνάρη. Θόλωσε η πλατεία, κόπηκαν οι αναπνοές –ο Πέτρος τράβαγε την Άλεξ που τρανταζόταν από τον βήχα.
«Θα μας την πέσουν τώρα ρε πούστη μου», έκανε ο Κώστας, αλλά κανείς δεν έφυγε από τη θέση του. Σκέφτονταν πως αν άντεχαν στα δακρυγόνα θα έβρισκαν χρόνο να ανασυνταχθούν, αλλά οι μπάτσοι δεν ήταν τόσο μαλάκες. Ξαφνικά πάτησαν την πλατεία με τις γουρουνομάσκες τους και βάραγαν ότι κουνιόταν.
Όσοι έβηχαν γονατισμένοι, έλιωναν κάτω από τις αρβύλες και άκουγαν τα γκλοπς να σπάνε στη ραχοκοκαλιά τους. Αλλά υπήρχαν και κάμποσοι που δεν είχαν πειραχτεί τόσο πολύ από τα χημικά –αυτοί ήταν πιο ευκίνητοι από τους μπάτσους και το εκμεταλλεύονταν. Ήδη είχαν αρπάξει μάσκες και ασπίδες –οι πρώτοι ΜΑΤατζήδες χωρίς καβούκι έπεφταν στις τσιμεντένιες πλάκες, αγκαλιά με τα παιδιά που ξερνούσαν χολή. Κάποιος γουρυονομούρης άρπαξε την Πάολα από τα μαλλιά –μαλακία του γιατί γύρισε αυτή και τον κλώτσησε στ’ αρχίδια –«πόνεσες μωρή μούτζα; έχεις κι αρχίδια δηλαδή;» και μετά άρχισε να τον τινάζει, κρατώντας τον από τη ζώνη –σα χαλί.
Ο Άρης άντεχε –μέχρι που είχε ρίξει κάτι ξεγυρισμένες πισώπλατες κλωτσιές σε έναν περαστικό ΜΑΤατζή –αλλά ο Κώστας κρατιόταν αγκαλιά με ένα καχεκτικό δέντρο. Έβηχε και ξέρναγε τη ζαλάδα του –έτρεξε κοντά ο Άρης και τον άρπαξε από τις πλάτες …
«Ζεις ρε αρχίδι;» κι ο άλλος δεν μπορούσε ούτε ν΄απαντήσει.
Εκείνη τη στιγμή κατρακύλησαν δυνατές οι κραυγές από τα στενά –«Μπάτσοι, κουφάλες, έρχονται κρεμάλες!», ανακατεμένες με συνθήματα για «δωρεάν παιδεία» και «επανάσταση παντού!». Φαίνεται πως οι διαλυμένοι του Συλλαλητηρίου ανασυντάχτηκαν και έρχονταν τώρα στην πλατεία, αγκαζέ με τους φοιτητές του Πολυτεχνείου που προσπαθούσαν ν’ ανοίξουν τον κλοιό. Αργότερα θα μάθαινε ο Άρης πως η συντονιστική βάδισε προς τις σχολές αλλά δεν ήταν δυνατό να μπουν μέσα γιατί τις είχαν αποκλείσει οι κλούβες των μπάτσων. Αποφάσισαν λοιπόν, στα γρήγορα, να περάσουν από την πλατεία και να κάνουν μια τελευταία προσπάθεια κατάληψης του Πολυτεχνείου.
Οι μπάτσοι μπερδεύτηκαν γιατί βρέθηκαν να σπρώχνονται προς την πλατεία, αποκομμένοι μέσα στο πλήθος. «Σήμερα θα πεθάνετε!» ούρλιαζαν τα παιδιά, πετώντας τους καρέκλες από τις καφετέριες και τσιμεντόπλακες από την πλατεία.
«Ρε μαλάκες; Λέτε να γαμήσουμε σήμερα;» αναθάρρεψε ο Άρης αν και ήξερε πως όλα αυτά ήταν προσωρινά. Σε λίγο θα έφταναν οι διμοιρίες από το Σύνταγμα και θα έπαιρνε τέλος η παράσταση. Έλα όμως που οι διμοιρίες αργούσαν! Γιατί η Πανεπιστημίου και η Ακαδημίας είχαν γεμίσει οδοφράγματα –κάδους απορριμμάτων, σκουπίδια και σίδερα, αφού κάποιοι ξήλωσαν τις σκαλωσιές έξω από το ΑΚΑΔΗΜΟΣ που έκανε ανακαίνιση.
Οι μπάτσοι της Στουρνάρη συνέχιζαν τις ρίψεις δακρυγόνων, αδιαφορώντας για τους δικούς τους που ήταν μπλεγμένοι ανάμεσα στον κόσμο. Η πλατεία γέμιζε από τους καινούργιους και το πλήθος σπρωχνόταν προς το Πολυτεχνείο –αναγκαστικά. Κάποια παιδιά επιδείκνυαν ήδη τα λάφυρά τους –ασπίδες, κράνη και αστυνομικά γκλοπς –ο Πέτρος είδε μια παρέα που προσπαθούσε να κρύψει κάποιο μπατσικό περίστροφο.
«Πρέπει να βιαστούμε αν θέλουμε να μπούμε στο Πολυτεχνείο», είπε ο Άρης.
«Λες να καταφέρουν να περάσουν τον κλοιό;» χάζεψε το πλήθος που στριμωχνόταν ήδη μπροστά στις κλούβες ο Πέτρος.
Αλλά ο Άρης πάλευε να συνεφέρει τον Κώστα -ευτυχώς βρέθηκε ένα μπουκάλι νερό κι ο άλλος έριχνε αβέρτα στο πρόσωπό του για να διώξει τα κολλημένα χημικά. Μετά από κάτι καθησυχαστικά νοήματα, άρχισαν να βαδίζουν μέσα στα ρημαγμένα παρτέρια, προς την πλευρά του ΤΣΑΦ. Επιφυλακτικοί, αν δεν ντρέπονταν θα κρατιόντουσαν χέρι-χέρι, ο Άρης μπροστά, ο Πέτρος με τον Κώστα αγκαζέ και η Άλεξ να σαχλαμαρίζει με τον Γιαννάκη. Έκανε σε όλους εντύπωση πως δεν είχε αποκοπεί ο Γιαννάκης γιατί μέσα στη φασαρία, σκαρφάλωσε στο άγαλμα και τράβαγε κάτι ξεγυρισμένες ροχάλες όπου διέκρινε μπάτσο.
Ο Άρης τους κράτησε για να συνοψίσουν την κατάσταση –από Στουρνάρη μεριά, γινότανε χαμός, δεν υπήρχε ελπίδα να πλησιάσουν το Πολυτεχνείο. Αν έκοβαν από τους πεζόδρομους και κατέβαιναν από την πλευρά του Μουσείου; Αυτό φαινόταν πιο λογικό κι έτσι έκαναν. Κατάφεραν μάλιστα να φτάσουν μέχρι τη Μπουμπουλίνας και είχε σχετική ησυχία. Ούτε δείγμα μπάτσου στην πρασιά πίσω από το Πολυτεχνείο. Ένα αυτοκίνητο διέσχιζε, σχεδόν σβηστό, τον δρόμο ανάποδα.
Από το παράθυρό του ξεπρόβαλε το αφανιασμένο κεφάλι …
«Ελάτε ρε, μπείτε μέσα, θα τους γαμήσουμε απόψε», φώναξε μόλις τους ξεχώρισε ο Κατσούλας και κουνούσε τα χέρια του ανυπόμονα.
Πλησίασαν. Το αυτοκίνητο είχε σπασμένα όλα του τα τζάμια, σημάδια από κλωτσιές στις πόρτες και η άσπρη μπογιά είχε πάρει να ξεφτίζει στο καπό.
«Που την κονόμησες την κούρσα ρε μεγάλε;» απόρησε ο Άρης.
«Την απαλλοτρίωσα μαζί με κάτι συντρόφους», παινεύτηκε ο Κατσούλας. «Άμα δείτε στο πίσω κάθισμα, είναι τίγκα στις μολότωφ. Θα τους την πέσουμε τεθωρακισμένοι. Άντε, μπείτε ρε –τι περιμένετε;».
Μαλακία τους φάνηκε η ιδέα, αλλά θα μπορούσαν μια χαρά να χρησιμοποιήσουν το αυτοκίνητο για κάλυψη. Να πλησιάσουν τις κλούβες, να πετάξουν όσες μολότωφ μπορούσαν και μετά να σκαρφαλώσουν στα κάγκελα του Πολυτεχνείου.
Οι τρεις τους χώθηκαν στο πίσω κάθισμα, στριμώχνονας τις μολότωφ ανάμεσα στα πόδια τους, ο Γιαννάκης έσπασε το κάλυμμα του πορτ μπαγκάζ και βολεύτηκε εκεί πίσω, διπλωμένος …
«Σα χαλί Μπουχάρα κατάντησες ρε αδερφάκι μου», κορόιδεψε ο Πέτρος.
Στην Άλεξ έμεινε η μπροστινή θέση –«να χαζεύει τη θέα», είπε ο Κατσούλας. Ξεκίνησαν με γυμνά καλώδια στη θέση της μίζας. Το αυτοκίνητο βρωμούσε και δεν έπαιρνε άλλη ταχύτητα εκτός από την πρώτη.
«Θα φτάσουμε μέχρι κάτω ρε μαλάκα;» ρώτησε ο Άρης.
«Μην ανησυχείς», του μίλησε ο άλλος από το καθρεφτάκι. Και το αυτοκίνητο προχωρούσε σαν τον εφιάλτη.
Δεν πρόλαβαν να βγουν στη Στουρνάρη γιατί τους έβαλαν στη μέση. Μια διμοιρία εμφανίστηκε από το πουθενά, θα είχαν κρυφτεί μάλλον στο Υπουργείο Πολιτισμού. Οι μπάτσοι έκοψαν τον δρόμο πίσω από το αυτοκίνητο και βάλθηκαν να κατεβαίνουν, τροχάδην, προς το μέρος τους –ενώ μπροστά, στη Στουρνάρη, οι κλούβες ξέρναγαν, ασταμάτητα, μπάτσους. Απομονωμένοι ένιωσαν, γιατί τα κύματα των επιτιθέμενων είχαν κολλήσει μακριά -στο φανάρι της πλατείας. Ο Κατσούλας φρέναρε.
«Μέχρι εδώ. Την κάνουμε», φώναξε και πετάχτηκε έξω από την σαραβαλιασμένη πόρτα. Έμειναν να τον παρακολουθούν που διέσχιζε τον δρόμο, αδιαφορώντας για τους μπάτσους …
«Που τρέχει κατά εκεί ο ηλίθιος; Θα τον μαγκώσουν στα σίγουρα», έκανε ο Κώστας και τότε ακούστηκε το πρώτο απροσδιόριστο σφύριγμα.
«ΟΛΟΙ ΕΞΩ!», ούρλιαξε ο Άρης σιχτιρισμένος με τη μαλακία τους. Δεν μπορούσε να χωνέψει πως αφέθηκαν να εγκλωβιστούν μέσα σε ένα κωλάμαξο!
Η Άλεξ βγήκε τραβώντας χειρόφρενο, την ώρα που ο Κώστας με τον Γιαννάκη άναβαν κάτι μολότωφ. Η διμοιρία ήταν στα 50 μέτρα πίσω τους όταν τις πέταξαν …
«Άιντε στην υγειά μας», φώναξαν χτυπώντας τα χέρια τους στον αέρα σαν μπασκετμπολίστες. Οι μολότωφ έσκασαν ανάμεσα στη διμοιρία και οι μπάτσοι σκόρπησαν στα πεζοδρόμια. Αλλά η μαλακία ήταν, οτι τους είχαν πάρει χαμπάρι οι μπροστινοί από τις κλούβες.
«ΤΡΕΞΤΕ ΑΠΕΝΑΝΤΙ!», φώναξε ο Άρης και περίμενε να ξεκινήσουν όλοι πριν το βάλει στα πόδια, πίσω τους. Καλύτερα να πέσουν επάνω τους τρέχοντας, παρά να τους περιμένουν. Οι μπάτσοι κουνούσαν τα χέρια προς το μέρος τους –όμορφη ήταν η Άλεξ όπως έτρεχε, δέκα πόντους πάνω από την άσφαλτο –δίπλα της ο Κώστας πήγαινε μονοκόμματος κι ο Πέτρος επιτάχυνε με κατεβασμένο το κεφάλι. Οι μπάτσοι δεν τους κυνηγούσαν, μάλλον γιατί ήξεραν πως θα πέσουν πάνω στις παρκαρισμένες, στα στενά, διμοιρίες. Ξαφνικά ο Άρης άκουσε κι άλλο σφύριγμα. Και μετά, ακόμα ένα. Σφυρίγματα, όχι σκασίματα –σαν κι αυτά που κάνουν οι εκτοξευτήρες δακρυγόνων, συνέχισε να τρέχει, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί στην απέναντι γωνία.
Όταν πήγαν να στρίψουν, είδε τη βιτρίνα δεξιά του να θρυμματίζεται, σφύριγμα, μικρή έκρηξη, τζάμια στον αέρα …
«Α, τους πούστηδες, ρίχνουν στ΄αλήθεια –είμαστε όλοι εδώ ρε; Λείπει κανείς;» φρέναρε απότομα ο Πέτρος και κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Έλειπε ο Γιαννάκης. Ακούμπησαν τις πλάτες στον τοίχο και τα γόνατά τους έτρεμαν, γύρισαν πίσω να κοιτάξουν κι ο Γιαννάκης ήταν στη μέση του δρόμου. Πεσμένος μπρούμυτα.
«ΡΕ ΜΟΥΝΟΠΑΝΑ!» έσφιξε τις γροθιές του ο Κώστας –αλλά οι μπάτσοι δεν έριχναν πλέον. Περπατούσαν επιφυλακτικά, κυκλώνοντας το πεσμένο σώμα.
«ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΑΤΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΡΕ ΓΑΜΗΜΕΝΟΙ;» φώναξε ο Κώστας για να πνίξει κάτι ξαφνικά δάκρυα. Έκανε και δυο βήματα, ξεκόλλησε από τον τοίχο για να γυρίσει πίσω –κοντά στον Γιαννάκη που χανόταν περιτριγυρισμένος από στους μπάτσους.
«ΕΞΑΦΑΝΙΣΤΕΙΤΕ ΚΩΛΟΠΑΙΔΑ ΓΙΑΤΙ ΘΑ ΤΗΝ ΦΑΤΕ ΚΙ ΕΣΕΙΣ!» φώναξε προς το μέρος τους ένας μπάτσος και γονάτισε σημαδεύοντάς τους.
«Φύγετε, θα γυρίσω εγώ να δω τι έγινε», ψιθύρισε ο Άρης και τους έσπρωξε βίαια πίσω. Ο αέρας έπηξε, τα πόδια τους δεν μπορούσαν να τον διασχίσουν –όνειρο θα ήταν.
Ο μπάτσος τους σημάδευε ακόμα –βλέποντάς τους αναποφάσιστους, σήκωσε το περίστροφο και έριξε στον αέρα –μικρές εκρήξεις ανακατεμένες με σφυρίγματα, μια σφαίρα καρφώθηκε σε τοίχο κι ο Άρης θυμήθηκε τη φορά που αγωνιζόταν να καρφώσει μια τσιμεντόπροκα για να κρεμάσει κάποια αφίσα στο δωμάτιό του –είχε βρει ντουβάρι, σπίθες πετάγονταν, σπίθες πετάχτηκαν και πάλι. Το΄βαλαν στα πόδια όλοι μαζί –χωρίς να κοιτάξουν πίσω. Αρπαγμένοι στην παλάμη του πανικού, έτρεχαν χωρίς να βλέπουν –εικόνες από ΜΑΤατζήδες που τους έβριζαν ακίνητοι στα πεζοδρόμια, ο Κατσούλας ακουμπισμένος στην είσοδο μιας πολυκατοικίας, δίπλα του κάποιοι άλλοι –σκέφτηκαν να πάνε κατά κει αλλά δεν προλάβαιναν γιατί τα πόδια είχαν τη δική τους ζωή.
Σταμάτησαν όταν βγήκαν στη Σόλωνος, διακοπτόμενες ανάσες από το λαχάνιασμα και δάκρυα. Είχε πάρει να σκοτεινιάζει, σωριάστηκαν έξω από ένα κλειστό ζαχαροπλαστείο. Αμίλητοι -πως αλλιώς;
«Πρέπει να πάμε στο νοσοκομείο –να τον περιμένουμε», είπε ο Πέτρος.
«Σε ποιο νοσοκομείο ρε;» μούδιασε ο Κώστας.
«Να βρούμε τα εφημερεύοντα. Στο πιο κοντινό θα τον πάνε –σίγουρα», έβγαλε το πακέτο και μοίρασε τσιγάρα σε όλους ο Άρης.
Αμίλητοι κάπνισαν κοιτάζοντας την άσφαλτο. Μέχρι που σηκώθηκε ο Κώστας …
«Θα πάω πίσω», έκανε να διασχίσει τον δρόμο αλλά ο Άρης τον κράτησε …
«Τι θα πας να κάνεις ρε μαλάκα; Λες να τον έχουν αφήσει ακόμα στην άσφαλτο;»
Η Άλεξ τρανταζόταν σιωπηλά με το κεφάλι θαμμένο στις παλάμες. Κι αυτό δεν ήταν καθόλου κακή ιδέα γιατί στ΄αλήθεια δεν απέμενε τίποτα περισσότερο να κάνουν.
«Πως έγινε; Πίσω του δεν ήσουνα;» ρώτησε ο Πέτρος κι ο Άρης κάπνιζε αμίλητος. Πίσω του ξεκίνησε αλλά τον πέρασε γρήγορα. Χάζευε την πλάτη της Άλεξ, την πλάτη ο μαλάκας –ούτε καν τον κώλο της! Και δεν πήρε χαμπάρι πως χάθηκε ο Γιαννάκης…
«Είδατε τον Κατσούλα;» πετάχτηκε ο Κώστας. «Τι έκανε στην είσοδο της πολυκατοικίας; Με ποιους ήταν;»
«Γάμα τον το μαλάκα. Με τίποτα φίλους του, κομματόσκυλα θα χαλβάδιαζε. Αυτοί δεν έχουν φόβο από τους μπάτσους. Είναι μαχητικοί διανοούμενοι –δε βρωμάνε σαν κι εμάς», είπε ο Κώστας και είχε δίκιο για τους κομματικούς, αλλά άδικο για τον Κατσούλα. Μόνο που, τότε, δεν περίσσευε μυαλό να το συνειδητοποιήσουν.
Ένα περίπολο ΜΑΤατζήδων ξεκόλλησε από την Γραβιάς και απλώθηκε στον έρημο δρόμο. Σφίχτηκαν όλοι τους στη θέα των μπάτσων, αλλά ο Άρης σηκώθηκε καθησυχαστικά …
«Ήρεμα, δεν τρέχει τίποτα. Περαστικοί είμαστε και χαζεύουμε τις πάστες».
Οι ΜΑΤατζήδες πλησίασαν δίπλα τους, ο επικεφαλής έκανε νόημα να σταματήσουν και ήρθε κοντά τους.
«Τι έγινε ρε αληταράδες; Ψάχνετε βιτρίνες να σπάσετε;»
«Εμείς; Όχι δα –από το φροντιστήριο σχολάσαμε», είπε ο Άρης ήσυχα.
«Ταυτότητες ρε κωλόπαιδα», πούλησε μούρη ο επικεφαλής. Οι υπόλοιποι άρχισαν να πλησιάζουν απειλητικά. Τα παιδιά έβγαλαν ότι ταυτότητα είχαν –ευτυχώς, τους έκοψε να μην δώσουν τα φοιτητικά πάσα γιατί θα τους βούταγαν χωρίς δεύτερη κουβέντα. Εκείνες τις μέρες ήταν ασφαλέστερο να κυκλοφορείς με διαρρηκτικά εργαλεία παρά με φοιτητικό πάσο.
Ο επικεφαλής κοίταξε τις ταυτότητες και μετά τις φάτσες των παιδιών, αφ’ υψηλού. Τους τις έδωσε πίσω, αφού χάζεψε λίγο παραπάνω τη φωτογραφία της Άλεξ…
«Εσύ κοπέλα μου ήσουνα μια χαρά κορίτσι. Πως κατάντησες έτσι, σαν τη θειά μου τη χήρα;»
Η Άλεξ δεν μπορούσε να βγάλει λέξη, οι ΜΑΤατζήδες πήραν να απομακρύνονται προειδοποιώντας …
«Τσακιστείτε σπίτια σας μαλακισμένα γιατί αν σας ξαναπετύχουμε θα σας πάμε μέσα». Και όλα φάνηκαν ήρεμα, αν εξαιρέσεις την απουσία του Γιαννάκη και την ξεφτίλα των υπολοίπων για τον τρόμο τους μπροστά στους μπάτσους –δυο φορές στη σειρά.
Ο Κώστας έμεινε να κοιτάζει τη διμοιρία που απομακρυνόταν …
«Πάμε ρε μαλάκα, δεν οφελεί», τον τράβηξε ο Πέτρος. Περπατούσαν στα χαμένα, ψάχνοντας ανοιχτό περίπτερο, περνούσαν πίσω από φωτιές σε σκουπιδοτενεκέδες και έστηναν αυτί στον ήχο από τις σειρήνες.
«Ασθενοφόρο είναι αυτό».
«Πυροσβεστική»
«Μπατσάδικο»
… και προχωρούσαν. Η Αθήνα είχε γεμίσει έρημους δρόμους και κρυμμένους ανθρώπους. Γιατί εκείνο το βράδυ τους είχαν τσακίσει οι μπάτσοι –και τώρα, κυκλοφορούσαν στις λεωφόρους ψάχνοντας τους νικημένους για να ξεσπάσουν πάνω τους. Η κτηνωδία συνεχιζόταν από Σύνταγμα μέχρι Χαυτεία κι από Πατησίων μέχρι Ρηγίλλης, γιατί υπήρχε πολύς κόσμος χαμένος που κυκλοφορούσε συντροφιά με την αγωνία του. Ουρλιαχτά, ασθενοφόρα, περιπολικά, πυροσβεστικές και γκλοπς να σέρνονται στους τοίχους –τρομοκρατία και εμψύχωση, εξαρτάται από την πλευρά που το βλέπεις.
Απέναντι από την ΟΠΕΡΑ είδαν κάτι περίεργους να κατεβάζουν τη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου –τα ΜΑΤ φύλαγαν τσίλιες πίσω τους …
«Στη διαδήλωση θα το φορτώσουν κι αυτό», σχολίασε ο Πέτρος και οι υπόλοιποι ίσως να γελούσαν –αν είχαν στόματα.
Έψαχναν αμίλητοι –κάποιο περίπτερο είχε μείνει ανοιχτό πίσω από τις έρημες στάσεις των λεωφορείων στην Ακαδημίας, πλησίασαν με προφυλάξεις, γιατί υπήρχαν παντού κλούβες.
«Έχετε μια εφημερίδα;» ρώτησε τον γερο-περιπτερά ο Άρης.
«Τι εφημερίδα;» απόρησε εκείνος.
«Όποια νάναι. Τα εφημερεύοντα θέλουμε να δούμε».
Ο γέρος τους πέταξε μια φυλλάδα αμίλητος –εφημέρευε το Γενικό Κρατικό και η Πολυκλινική.
«Να πάρουμε ένα τηλέφωνο;» παρακάλεσε η Άλεξ κι ο γέρος κούνησε τους ώμους αδιάφορα.
Τζίφος και στα δύο νοσοκομεία. Πουθενά δεν είχαν φέρει τραυματία, όπως τους τον περιέγραψε ο Άρης –κάποιους με αναπνευστικά είχαν στα Επείγοντα, αλλά κανέναν τραυματισμένο από σφαίρα ή από ξυλοδαρμό. Έμειναν να κοιτάζουν το γκρι ακουστικό. Και τώρα, τι;
«Δύο θα πάμε στο Γενικό και δύο στην Πολυκλινική. Μπορεί να μην έχει φτάσει ακόμα –ποιος ξέρει;» είπε ο Πέτρος. Ναι –ποιος ξέρει; Και ποιος έχει διάθεση να μάθει –δηλαδή.
«Να πληρώσουμε τον άνθρωπο», είπε ο Άρης πριν ξεκινήσουν, αλλά ο γέρος τους έκανε νόημα …
«Φύγετε ρε και μην ανησυχείτε. Θα το βρείτε το παλικάρι σας, τους κρατάνε λίγο οι μπασκίνες, για να τους σπάσουν τον τσαμπουκά. Κουράγιο ρε».
Χωρίστηκαν για να τρέξουν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Ο Άρης με τον Πέτρο στην Πολυκλινική –γιατί η Ομόνοια ήταν ακόμα επικίνδυνη -ο Κώστας με την Άλεξ στο Γενικό Κρατικό.
Περίμεναν στα Επείγοντα μέχρι που ξημέρωσε. Ο Πέτρος είχε τηλεφωνήσει ακόμα και στην ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ –μήπως μάθαινε κάποιο νέο. Συλληφθέντες πολλοί, του είπαν, αλλά κανένας τραυματίας. Είχε δώσει το επώνυμο του Γιαννάκη –δεν ήταν ανάμεσα στους συλληφθέντες…
Ο Κώστας άφησε μια πορτοκαλάδα στο πλάι της Άλεξ, χωρίς να την κοιτάξει. Τι να δει άλλωστε; Τα μάτια της ήταν το ίδιο πρησμένα με τα δικά του κι από το Ρουφ ανέβαινε ψηλά το αστέρι του Εωσφόρου. Αναίσθητος ο λαιμός κατέληγε σε κομματιασμένο στομάχι, έτρεμαν από το κρύο της απελπισίας, την ώρα που δεν πέρναγε –αλλά ξοδευόταν.
«Τι κάνουμε;» ρώτησε την ομίχλη που διαλυόταν στον Υμηττό ο Κώστας και δεν παραξενεύτηκε όταν δεν πήρε απάντηση.
«Πότε θα τον φέρουν;» αναρωτήθηκε η Άλεξ και η σωστή ερώτηση ήταν «πότε θα παραδεχτούμε οτι δεν θα τον φέρουν».
«Μπορεί να τον έχουν ήδη πάει στην Πολυκλινική», ψιθύρισε ο Κώστας και η Άλεξ γέλασε.
Τα πρώτα λεωφορεία άρχισαν να σέρνονται στη Μεσογείων, η πορτοκαλάδα είχε ζεσταθεί ανέγγιχτη όταν σηκώθηκαν χωρίς να πουν κουβέντα, συνεννοημένοι με τον φόβο που δεν ήθελαν να αντιμετωπίσουν. Όχι ακόμα. Μπήκαν στο πρώτο λεωφορείο μαζί με τους εργάτες και τις καθαρίστριες. Στο λεωφορείο της παραίτησης.
«Δεν θέλω άλλο», είπε σε μια στιγμή η Άλεξ.
«Τι;» απόρησε αυτός.
«Δεν θέλω άλλο –έτσι. Δεν θέλω άλλο εσάς και το ντάντεμά σας. Εσάς και την απάνθρωπη λατρεία σας. Με στριμώχνετε σε μια εικόνα φτιαγμένη για την προσωπική σας ικανοποίηση κι εγώ στριμώχνομαι. Κοντεύω να ξεχάσω πως είμαι άνθρωπος ρε γαμώτο! Σε λίγο θα σταματήσω να κατουράω και να χέζω, σε λίγο θα ρεύομαι κρυφά για να μη διαλύσω την οπτασία σας. Δεν πάει άλλο και δεν θέλω άλλο», μιλούσε κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο η Άλεξ κι ο Κώστας ένιωθε τυχερός που δεν χρειαζόταν να δει τα μάτια της.
«Δεν είναι ακριβώς έτσι», μπόρεσε να πει.
«Ε, τότε πως είναι; Άσε τους άλλους –μίλα μου για σένα». Εκείνη τη στιγμή γύρισε και τον κοίταξε βαθειά στα ίσα. «Αφού σου αρέσω –δεν σου αρέσω; Γιατί δεν μου την έχεις πέσει ποτέ;»
Ο Κώστας άνοιξε έναν τεράστιο λάκκο και θάφτηκε μέσα του –κάτω από τόνους χώμα. Θα έβαζε και σταυρό «ενθάδε κείται», αλλά ανακάλυψε πως μόνο το κεφάλι του είχε χώσει μέσα –τελικά. Δεν μίλησε.
«Γι΄αυτό σου λέω, Κώστα, για να το πεις και στους υπόλοιπους. Δεν θέλω άλλο», έκλεισε την κουβέντα εκείνη.
Στη σιωπή που κάθισε ανάμεσα τους, ο Κώστας άρχισε να ψιθυρίζει ένα τραγούδι –«Και τώρα φίλοι μου είν΄αργά/ μια καληνύχτα στη μαμά/ και λίγη στάχτη στα μαλλιά/ καιρός να πούμε αντίο» -η Άλεξ χώθηκε στην αγκαλιά του.
«Τις προάλλες πέρασε ο Παυλάκης από την κατάληψη της Νομικής –μπήκε μέσα με την ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ παραμάσχαλα κι έφαγε κράξιμο», είπε ο Κώστας.
«Ναι; Τι μαλάκας!», γέλασε η Άλεξ, «έχει κι αυτό το κόλλημα με την Ελένη Βλάχου…»
«Σκεπάσαμε όλους τους νεκρούς/ με αρρωστιάρικους ψαλμούς/ κλόουν με σοβαρούς σκοπούς/ γυμνοί μέσα στο κρύο», μουρμούρισε τραγουδιστά ο Κώστας κι ένιωσε την Άλεξ να τραντάζεται κάτω από το μπράτσο του. Για λίγο –μετά ηρέμησε και ήταν ήσυχα.
Τους πήρε ο ύπνος μέσα στο λεωφορείο –είχαν φτάσει στο τέρμα όταν τους ξύπνησε ο οδηγός που βιαζόταν να πάει για καφέ. Κατέβηκαν εκεί, χαμένοι και μουδιασμένοι. Περπάτησαν για να ξανακατέβει το αίμα στα πόδια τους, χάζεψαν σε πλατείες άγνωστες, κλώτσησαν χαλίκι ανακατεμένο με σύριγγες και ξαπόστασαν σε παιδικές κούνιες.
«Πουλάμε σώμα και ψυχή/ δώστε μας λίγη προσοχή/ στα υπόγεια μαύροι ποντικοί/ λουφάζουνε δύο δύο».
Περπατούσαν ακόμα αγκαλιασμένοι όταν η μέρα ανέβηκε ψηλά και δεν βιάζονταν να επιστρέψουν, σε κάποια φάση τραγούδησε, αταίριαστα δυνατά, ο Κώστας …
«Παίρνουμε σβάρνα τους γιατρούς/ αδύνατοι μπροστά στους δυνατούς/ και συναντάμε ξέμπαρκους θεούς/ που χάσανε το πλοίο», δυνατά και παράφωνα.
«Αυτό που κόλλαγε τώρα;» αναρωτήθηκε η Άλεξ.
«Για να κάνω φινάλε …», είπε ο Κώστας και μετά φώναξε: «Κατά τ’ άλλα εσείς/ που ‘σαστε υγιείς και αξιοπρεπείς/ βοηθήστε μας και λίγο/ δώστε μας πνοή, στέγη και τροφή/ μια ιδέα στεγανή/ που να μη μπάζει κρύο».
Γέλαγε η Άλεξ δίπλα του …
«Καλά, άμα σε βοηθήσει κανένας -πες το μου κι εμένα, να του κάτσω», είπε μετά τα γέλια.
«Άμα κάτσεις σε κανέναν θα του κόψω το τσουτσούνι και θα του το δώσω να το φάει», σκοτείνιασε προσωρινά ο Κώστας.
«Νάτα πάλι!» φώναξε η Άλεξ.
«Απλοί αυτοματισμοί», μουρμούρισε ο Κώστας και την έσφιξε στην αγκαλιά του.
Δεν μίλησαν άλλο και αμίλητοι προχωρούσαν, η απουσία αποχαιρέτησε την επιθυμία και μαζί προχωρούσαν, το μέλλον έψαχνε τρόπο να ξεφύγει από το πεπρωμένο και μαζί προχωρούσαν, ερωτευμένοι με το ανεκπλήρωτο και αμίλητοι προχωρούσαν –αλλά πουθενά δεν έφταναν.

(Συνεχίζεται –κατηφορικά)

Guevara

Αυτό δεν το έχει μελοποιήσει ο Μικρούτσικος, ούτε κανένας άλλος -απ΄όσο ξέρω. Νίκος Καββαδίας για χτες το βράδυ και γιατί μου αρέσει:

Ήτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού: ”Καμάρι μου, κοιμήσου”.
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.

Λεφούσι ο άσπρος μέρμυγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.
Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδελφός. Που μ’ είδες και που σ’ είδα;
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.

Ποιός το ‘λεγε, ποιός το ‘λπιζε και ποιός να το βαστάξει;
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Πάνθηρας ακουρμάζεται, θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ’ τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρί βαρεί με δύναμη, μένει βουβό το αμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ’ ανοιχτά.
Στ’ όμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλλος.
Πέφτει απ’ τα χείλη σου , που ακόμα είναι ζεστά,
ένα σβησμένο cigarillos.

Τ’ όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό,
έσμιξε πιά με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.

Χοσέ Μαρτί, (Κόνδορας πάει και χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ’ ένα αλώνι.)
απόψε οι δύο συντροφιαστοί θα πιείτε μάτε.

Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας το σαϊτάρι.
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβιάνα σε μορτάρι
και μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.

Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει,
μ’ αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του.
Μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του
σενιάρει ο φίλος και στο μπόι σου το μετράει.

Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιό φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα.
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.

Υ.Γ.: Κερασμένο για τον φίλο μας το Φάντασμα -που τον παρατήσαμε βιαστικά χτες βράδυ.

10. Άσπρος φόβος

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. “Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό”
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
9. Προετοιμασία μίσους
Φοβάται. Ο Άρης φοβάται. Για την ακρίβεια, έχει ασπρίσει -από κλειδώσεις μέχρι μηνίγγια, ιδρώνει κρύα και τρέμει. Μπροστά του χάσκουν οι ζάντες-ξυράφια της μαύρης Ντεσπεράντο, δίπλα του η Μάχη, σχολιάζει την πίσω σέλα.
«Στενή δεν είναι;»
«Ε;»
Ο Άρης τρέμει να ξανανέβει σε μοτοσικλέτα. Δικαιολογίες υπάρχουν πολλές – ούτε τις φυσιοθεραπείες δεν ολοκλήρωσε καλά-καλά. Και έχει ακόμα σκοτοδίνες, εντάξει, όχι συνέχεια –αλλά ποτέ δεν ξέρεις. «Θα εξαλειφθούν σταδιακά. Το χτύπημα ήταν αμβλύ, μάλλον προσκρούσατε στο σίδερο στήριξης του κάδου. Αν δεν φορούσατε κράνος θα είχε καρφωθεί στο πίσω μέρος του κεφαλιού σας. Αλλά και πάλι … οι εξετάσεις δείχνουν κάποια ραγίσματα, βλέπετε; Εδώ κι εδώ… μάλλον έχει τραυματιστεί κι ο εσωτερικός φλοιός, αλλά θα επουλωθεί μόνος του –με τον καιρό. Για την ώρα…», να αποφεύγει τις έντονες δραστηριότητες, είχε πει ο γιατρός. Να μην οδηγεί, να μην ανεβαίνει σκάλες, να μην τρέχει –τέτοια πράγματα. Να ζει σε αναπηρική καρέκλα, πες καλύτερα. Ο Άρης τον είχε γράψει κανονικά. Η Μάχη θα πέθαινε από το άγχος, αν το μάθαινε –ευτυχώς δεν κατάλαβε τίποτα. Ούτε καν υποψιαζόταν. Ο Άρης φρόντιζε να το κρατήσει μυστικό χωρίς να ξέρει πως κι αυτή του έκρυβε κάτι. Γιατί η Μαρία είχε τηλεφωνήσει και στη Μάχη για να της πει σχετικά με την εξαφάνιση του Κώστα, αλλά αυτή προτίμησε να μην ανησυχήσει τον Άρη. Δεν υπήρχε λόγος –θα μαθευόταν αργότερα ή θα ξαναεμφανιζόταν ο Κώστας.
Τα παιδιά από το περιοδικό –για την ακρίβεια ο Χρηστάρας –του είχαν φέρει αυτή τη Ντεσπεράντο μέχρι να επισκευαστεί η δική του μοτοσικλέτα (πράγμα αδύνατο) ή μέχρι να αγοράσει καινούργια (το πιο πιθανό). Η Ντεσπεράντο ανήκε στο περιοδικό –την είχαν για ώρα ανάγκης, για περιηγήσεις επισκεπτών –τέτοια πράγματα.
Ο Άρης φιλάει τη Μάχη για να πάρει κουράγιο και ανεβαίνει. Ο κινητήρας αρχίζει να λειτουργεί σα μαχαίρι που κόβει βούτυρο, δεν γίνεται να καθυστερήσει άλλο –ξεκινάει για τη δουλειά του, κοντά δυο μήνες από το ατύχημα. Στα πρώτα μέτρα έχει ήδη ιδρώσει μέσα στο κράνος, αρκεί να τον πλησιάσει αυτοκίνητο για να δει στιγμιότυπα σύγκρουσης σε γρήγορη κίνηση –σφίγγει τα μάτια, τα διώχνει και κόβει ταχύτητα. Στο φανάρι, σταματάει δίπλα του ένα σκούτερ –ο πιτσιρίκος χαζεύει τη Ντεσπεράντο και φεύγει πατημένος όταν ανάβει πράσινο. Ο Άρης ακολουθεί γελώντας με τη φάτσα του μικρού –γυρίζει κάθε λίγο να κοιτάξει πίσω του, δεν μπορεί να πιστέψει ότι έριξε τόσο «στ΄ αυτιά» της μεγάλης μοτοσικλέτας. «Chicken rider, σωστά μικρέ;»
«Ήρθες αφεντικό; Σιδερένιος!», η υποδοχή είναι πιο ήρεμη αυτή τη φορά. Ίσως και πιο μουδιασμένη –τα παιδιά δουλεύουν μπροστά στους υπολογιστές τους, περίεργα άφωνα –ούτε ένα πείραγμα, ούτε μια βρισιά. Ο Άρης το κατάλαβε πριν καθίσει καν στην καρέκλα του. «Στα τελειώματα είναι οι διαδικασίες ξεπουλήματος –η ΔΥΝΑΜΙΚΗ μας έχει ράψει ήδη τα κουστούμια», τον είχε πληροφορήσει τηλεφωνικά ο Χρηστάρας πριν μια βδομάδα. Τι θα έκανε; Τι μπορούσε να κάνει; Απολύτως τίποτα. Δεν είχε δύναμη να κοντράρει και δεν είχε διάθεση. Ούτε επιχειρήματα. Φοβόταν να κινηθεί, με απλά λόγια.
«Να κατέβουμε στο γραφείο σου για κάτι υπογραφές;» ρώτησε τηλεφωνικά ο Καραγιάννης.
«Όχι άστο –ανεβαίνω εγώ», προτίμησε να μην δει όλο το τμήμα τον συμβιβασμό του. Σηκώθηκε κουτσαίνοντας.
«Έχεις ενημερωθεί περί του θέματος –έτσι;» χαμογέλασε ο Νικολάου.
«Σαφώς και όχι, όπως θα θυμάστε πολύ καλά. Αλλά το ερώτημα είναι –ακόμα κι αν ενημερωνόμουν θα άλλαζε κάτι;» ανταποδίδει το χαμόγελο ο Άρης. Κοιτάζει κιόλας τον καινούργιο μαλάκα που κάθεται στην άλλη άκρη του τραπεζιού συσκέψεων, δίπλα στον Καραγιάννη και δήθεν σημειώνει. Μικρότερός του, με τρεις τόνους ζελέ στο μαλλί και κομψό κοστούμι. Χαφιές τους ή τοποτηρητής; Σε πιο σημείο έχουν φτάσει οι διαδικασίες πώλησης;
«Μα τι λες τώρα Άρη μου! Είμαστε στην ίδια πλευρά, συνέταιροι –σαφώς και η γνώμη σου μετράει!» απορεί καθησυχαστικά ο Καραγιάννης.
«Καλά, ας κόψουμε τις σάλτσες. Εξηγείστε μου λίγο το καινούργιο καθεστώς» και φοβάται σχετικά με το τι θ’ ακούσει ο Άρης. Σκοπεύει να συμβιβαστεί με έναν καλό μισθό και υποτυπώδη αυτονομία. Μετά, βλέπει.
«Δεν υπάρχει καινούργιο καθεστώς αγαπητέ. Η κατάσταση διατηρείται ως έχει –απλώς θα υπάρχει δομική συνεργασία με την ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΕΚΔΟΤΙΚΗ. Εξακολουθείτε να διατηρείτε την θέση και τις αρμοδιότητές σας. Το μόνο που αλλάζει είναι η υποχρέωση της εταιρείας σας να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του Ομίλου, προκειμένου να καθορίζεται, από κοινού και σε τακτά χρονικά διαστήματα, η στρατηγική πλεύσης μας. Φυσικά, μετά από απαίτηση του κυρίου Καραγιάννη θα σας διαθέσουμε τρεις από τους καλύτερους εμπειρογνώμονές μας, προκειμένου να σας υποστηρίζουν σε εξειδικευμένα θέματα της αγοράς». Ο κουστουμάτος μίλησε την χειρότερη ώρα. Κυριολεκτικά. Δεν χρειαζόταν –δεν υπήρχε λόγος. Υπογραφόταν ένα ξεπούλημα και ο καθένας προσπαθούσε να εξασφαλίσει τα μίνιμουμ –αυτό ήταν όλο. Δεν υπήρχε λόγος να τους περιγράψει τις συνθήκες υποτέλειας.
Ο Νικολάου δαγκωνόταν σε κάθε κουβέντα του κουστουμάτου –δεν είχε καμιά όρεξη να τα πάρει στο κρανίο ο Άρης και να τους καθυστερήσει με τίποτα ξεσπάσματα. Τον έβλεπε κιόλας τεντωμένο, οι αρθρώσεις του έσφιγγαν τις άκρες του τραπεζιού. Βέβαια, ο Νικολάου δεν ήταν σε θέση να καταλάβει πως ο Άρης είχε φάει ένα ακόμα φλας σκοταδιού και πάλευε να νικήσει τη ζαλάδα του. Γι΄ αυτό παραξενεύτηκε όταν τον είδε να υπογράφει γρήγορα στα χαρτιά και να σηκώνεται.
«Προχωρήστε τις διαδικασίες μόνοι σας –έχω κάποια επείγουσα δουλειά στο γραφείο μου», μουρμούρισε σέρνοντας τις μπότες του.
Ο κουστουμάτος πετάχτηκε να χαιρετήσει τον Άρη καθώς αυτός περνούσε δίπλα του –γιατί οι μάνατζερς δεν είναι ποτέ ικανοί να ξεχωρίσουν τη αποδοχή από την απαξίωση.
«Να πάτε στο καλό αγαπητέ μου», έτεινε μια παλάμη με ασημένιο μανικετόκουμπο.
«Ρε σάλτα και γαμήσου», σφύριξε ο Άρης κοιτάζοντάς τον έντονα. Και τρόμαξε μόλις το ξεστόμισε, δεν ένιωθε καθόλου δυνατός αυτή την εποχή.
Έφυγε όσο πιο βιαστικά μπορούσε το χτυπημένο του πόδι. Κι ας ένιωθε τις βίδες, που είχαν αφαιρεθεί, να μαχαιρώνουν τα κόκαλά του. Δεκαπέντε μέρες τώρα –ήταν χειρότερα από τότε που το πόδι του έμοιαζε απομίμηση Ρόμποκοπ. Λες και οι βίδες είχαν τραβήξει μαζί τους τις νευρικές του απολήξεις –γυμνά καλώδια υψηλής τάσης, προσαρμοσμένα στο πόδι του, ένιωθε μεταλλικά τσιμπήματα όταν καθόταν και αλλεπάλληλα ηλεκτροσόκ όταν περπατούσε. «Όλα θα διορθωθούν με τον καιρό», είχε πει ο φυσιοθεραπευτής –μαλακίες, στην ηλικία του τίποτα δεν διορθώνεται, απλά παραφυλάει. Το είχε πάρει απόφαση ο Άρης, θα κυκλοφορούσε με ελεγχόμενο σακατιλίκι για τα επόμενα χρόνια, επειδή κάποιο αρχίδι αποφάσισε να περάσει με κόκκινο. Και πάλι, τυχερός ήταν που την είχε σκαπουλάρει, τόσον καιρό.
Στο γραφείο, έπαιζε με μια στραβωμένη μπιέλα (την είχε εκεί για να μην του παίρνει τα χαρτιά ο αέρας) και συζητούσε με τη μπετούγια στο παράθυρο. Την ησυχία του ήθελε και πολλά χρόνια με τη Μάχη. Μια δουλειά διεκπεραιωτική, να σκοτώνει τις ώρες μακριά της και να τον αφήνει ξεκούραστο για εκείνη. Ας έπαιρναν την εταιρεία, ας έβαζαν τους μαλακούς κώλους τους σε ανατομικές πολυθρόνες κι ας έγραφαν για πολύχρωμα σκουτεράκια και μοτοσικλέτες-πολυθρόνες. Στ΄αρχίδια του -αν αυτά ήθελε να διαβάζει ο κόσμος. Κάποτε, κάποιοι έφτιαξαν μια υποφερτή ζωή πουλώντας τη μονομανία τους. Κάποτε ξενυχτούσαν προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουν θολές φωτογραφίες δοκιμαστικών σε εξωτικές πίστες. Κάποτε χάνονταν για μέρες σε μηχανουργεία προσπαθώντας να φτιάξουν εκείνο το τόσο απαραίτητο εξάρτημα που θα επέτρεπε σε μια θρυλική κυρία να αδιαφορήσει για τα 70 χρόνια ζωής της και να ξανακουνήσει τις ρόδες της. Πλάκα είχε –αλλά δεν περνάνε αυτά πια. Πλάκα είχε, αλλά τελείωσε. Καλύτερα λάιφσταϊλ καλοπληρωμένοι παρά άφραγκοι σκληροπυρηνικοί. Σωστά; Κατέβασε τη μπιέλα με δύναμη και κομμάτιασε κάποια γυάλινη υδρόγειο –δώρο από μια παλιά του σχέση. «Για να θυμάσαι πως είσαι όλος μου ο κόσμος», του είχε πει –κι αυτός είχε νιώσει ηλίθια γιατί εκείνη η γυναίκα δεν σήμαινε τόσα πολλά και, στην τελική, πάντα ξενέρωνε με τις βαρύγδουπες δηλώσεις.
Σηκώθηκε για να πει τίποτα σαχλαμάρες με τα παιδιά που εξακολουθούσαν να δουλεύουν άψυχα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο.
«Ναι;»
«Κύριε Άρη; Η κυρία Βούλα, η διαχειρίστρια είμαι. Σας ενοχλώ;»
Τι ήθελε η σκατόγρια; Μήπως είχαν ξεχάσει τα κοινόχρηστα; Έμενε ακριβώς από πάνω τους και κάθε βράδυ άκουγαν τις παντόφλες της να σέρνονται στο πάτωμα –ατέλειωτο σύρσιμο, καζανάκι τουαλέτας και πάλι πίσω. Στις 3, στις 4, στις 5 –όλο το βράδυ βόλταρε η άθλια! Η «κυρία Βούλα» που κανένας δεν την είχε πληροφορήσει ότι ποτέ δεν χρησιμοποιείς τον χαρακτηρισμό «κύριος -κυρία» όταν μιλάς για τον εαυτό σου. Ο Άρης ξύνισε.
«Όχι δεν με ενοχλείτε. Τι συμβαίνει;»
«Να … κύριε Άρη … φαίνεται πως κάποιος μπήκε στο διαμέρισμά σας. Η πόρτα είναι ορθάνοιχτη …»
«Έρχομαι αμέσως», της έκλεισε το τηλέφωνο, πριν προλάβει να σκεφτεί. Πετάχτηκε σαν παλαβός στο ασανσέρ –είχε χρόνο να συνειδητοποιήσει την κατάσταση στην επιστροφή, αλλά έπρεπε να βιαστεί. Να φτάσει πριν τη Μάχη –θα φρικάρει η κοπέλα αν το δει πρώτη!
Ξεχάστηκε ανάμεσα στις λευκές γραμμές της λεωφόρου και οδήγησε γρήγορα. Είχε την εντύπωση πως η αδρεναλίνη κρατούσε τις σκοτοδίνες μακριά –έτσι θα γινόταν, δεν είχε ώρα για χασίματα. Ένας αρρωστιάρης ήλιος αντανακλούσε στη ζελατίνα του κράνους και οι άνθρωποι του γύριζαν την πλάτη από τα πεζοδρόμια. Κάποιος βιαστικός με θορυβώδεις εξατμίσεις, φαρδιά πίσω ρόδα και στραβοπατημένες μπότες που έδιωχνε τα αργοκίνητα αυτοκίνητα με μια κίνηση των ώμων του –ο Άρης είχε την αίσθηση πως ο χρόνος του τελείωνε. Το σκεφτόταν λογικά και είχε άδικο γιατί φρόντισε να αποθηκεύει μπόλικο χρόνο στις τσέπες του μπουφάν του. Και είχε άδικο γιατί ο χρόνος είναι φυσαλίδες που σπάνε όταν προσπαθείς να τις κρατήσεις. Εξαργύρωσε την τελευταία επιταγή αδρεναλίνης ανεβαίνοντας τις σκάλες με τα πόδια. Κι έφτασε στην ορθάνοιχτη πόρτα, τρέμοντας. Πονώντας. Η κλειδαριά κρεμόνταν από το ξύλο -«κι αν είναι ακόμα μέσα;» «Καλύτερα –να τελειώνουμε μια και καλή». Φοβισμένος και συνάμα αηδιασμένος από τον φόβο του -μπήκε.
Το σπίτι, με την πρώτη ματιά, φαινόταν απείραχτο. Όπως ακριβώς το είχαν αφήσει -πριν φύγουν. Τα βιβλία στα ράφια, οι καναπέδες στη θέση τους, τα cd μόνιμα μπερδεμένα με dvd και δίσκους. Όλα καλά. Έπρεπε να κοιτάξει και τα μέσα δωμάτια –ίσως ο κλέφτης να έψαξε στα συρτάρια. Πηγαίνοντας για την κρεβατοκάμαρα, σήκωσε ασυναίσθητα τα παντελόνι από τη πιτζάμα της Μάχης –«αυτή η γυναίκα πετάει παντού τα ρούχα της λες και κάνει στριπτίζ –όχι ότι είναι άσχημο αλλά …». Το παντελόνι της πιτζάμας ήταν κομματιασμένο στον καβάλο! Κάποιος είχε χρησιμοποιήσει ψαλίδι ή μαχαίρι –ο καβάλος ήταν κουρελιασμένος, λωρίδες μεταξωτού υφάσματος κρέμονταν από την κεντρική ραφή. Ένα παγωμένο δάχτυλο μέτρησε τη ραχοκοκαλιά του Άρη καθώς αυτός χάζευε το παντελόνι, ακίνητος. «Ποιος ξεφτιλισμένος;» -πέταξε το παντελόνι στον απέναντι τοίχο με σιχασιά. «Ποιος ανώμαλος;» -γλίστρησε με την πλάτη στον τοίχο και βρέθηκε να καπνίζει, αγγίζοντας το πεταμένο παντελόνι με τη μύτη της μπότας του. Απροστάτευτος μπροστά στην απειλή που χαμογελούσε στην άκρη του ποδιού του. «Δηλαδή, κάποιος μπήκε, κυκλοφόρησε μέσα στο σπίτι και κομμάτιασε μια πιτζάμα; Αυτό μόνο;» Πετάχτηκε σαν ξεχαρβαλωμένο ελατήριο. Στην κρεβατοκάμαρα ήταν όλα εντάξει. Στο μπάνιο επίσης. Και στην κουζίνα… Στην κουζίνα μύριζε βαρύ καπνό –διαφορετικό από τον δικό του. Ποιος κάπνισε; Εκείνος ο καργιόλης; Στην κούπα της Μάχης, στο νεροχύτη, μια γόπα κολυμπούσε σε υπολείμματα πρωινού καφέ. Μια γόπα; Ο Άρης την έπιασε στις άκρες των δαχτύλων του –ΚΑΡΕΛΙΑ lights, βρωμερό τσιγάρο, χρόνια είχε να το μυρίσει –υπήρχαν ακόμα άνθρωποι που τα κάπνιζαν; Και γιατί στην κούπα της Μάχης; Ένας θόρυβος στο σαλόνι τον έκανε να πεταχτεί. «Λες να ξαναγύρισε ο μαλάκας;» Βγήκε από την κουζίνα πατώντας επιφυλακτικά στα πλακάκια.
Ένας άντρας ήταν μέσα στο σαλόνι, βημάτιζε χωρίς προφυλάξεις και κοίταζε γύρω. Ο Άρης βγήκε μπροστά του απότομα …
«Ποιος είσαι εσύ;»
Ο άντρας πετάχτηκε ξαφνιασμένος, αλλά αμέσως χαλάρωσε.
«Καλημέρα. Υπαστυνόμος Ανδρέου –μας ειδοποίησαν για μια διάρρηξη. Εσείς είστε;»
«Ποιος μαλάκας πήρε τους μπάτσους; Η κυρία Βούλα –ποιος άλλος;» ο Άρης βλαστήμησε στη σκέψη –είναι κάποιοι άνθρωποι που δεν νιώθουν καλά αν δεν χώσουν τη μύτη τους σε ξένες υποθέσεις. Σαν την κυρία Βούλα που ζει για να ανακατεύεται. Γι΄ αυτό έγινε διαχειρίστρια, για να ξέρει τι γίνεται στα διαμερίσματα των υπολοίπων. Κι αν της έλεγες τίποτα, θα σου άρχιζε το παραμύθι για την ασφάλεια των ενοίκων και τα σχετικά. «Αει γαμήσου κυρία Βούλα!».
«Υπαστυνόμος είπατε;»
Ο άλλος χαμογέλασε καθησυχαστικά και εμφάνισε μια ταυτότητα, με μαγικό τρόπο στο αριστερό του χέρι. Ήταν πενηντάρης, με φαλάκρα και αθλητικό σώμα. Αν μάλιστα δεν φορούσε τόσο παλαιομοδίτικο καρό σακάκι, μπορεί και να περνιόταν για συμπαθητικός τύπος.
«Καθήστε», του έδειξε τον απέναντι καναπέ ο Άρης. Κάθησαν και κοιτάζονταν.
«Λοιπόν; Σας ακούω. Μπήκαν κάποιοι στο σπίτι σας;»
«Κάποιοι, κάποιος, δεν ξέρω. Με ειδοποίησαν και βρήκα την κλειδαριά παραβιασμένη.»
«Σας λείπει κάτι;»
«Από μια γρήγορη ματιά που έριξα … όχι, δε νομίζω».
«Μάλιστα. Αυτό είναι καλό. Θα πρέπει βέβαια να υποβάλετε μήνυση κατ’ αγνώστων. Από πού μπορώ να τηλεφωνήσω για να καλέσω τη σήμανση;»
Ο Άρης σηκώθηκε για να του φέρει τη συσκευή, αλλά στα μέσα της διαδρομής σταμάτησε.
«Αυτός που μπήκε, έκανε κομμάτια τη πιτζάμα της γυναίκας μου», μουρμούρισε. «Και άφησε ένα αποτσίγαρο στην κούπα της στο νεροχύτη»
«Της γυναίκας σας;»
«Ναι»
«Ενδιαφέρον», είπε ο μπάτσος, με αφηρημένο ύφος. Το δεξί του χέρι έκανε ανασκαφές στις μέσα τσέπες του σακακιού, ψάχνοντας να ψαρέψει κάποιο μπλοκάκι.
«Μήπως σας βρίσκεται ένα στυλό;» ρώτησε, ψάχνοντας τις εξωτερικές τσέπες αυτή τη φορά.
Ο Άρης ξεκίνησε να πάει προς τα συρτάρια του γραφείου, αλλά, στη μέση της διαδρομής, ανακάλυψε πως κρατούσε τη συσκευή …
«Το τηλέφωνο δεν το θέλετε τελικά;»
«Όχι … πως … το θέλω.»
Ο Άρης προτίμησε να βρει κι ένα στυλό για να του τα δώσει όλα μαζί.
«Κάτι άλλο θα χρειαστείτε ή να καθήσω;» τον ρώτησε καθώς τον πλησίαζε.
«Ένα ουισκάκι με τίποτα φυστικάκια δεν θα με χάλαγε», είπε αυτός, αλλά βλέποντας το ορθάνοιχτο στόμα του Άρη έσπευσε να προσθέσει, «αστειεύομαι φυσικά –καθίστε».
Σχημάτισε έναν αριθμό και περίμενε με τη συσκευή στο αυτί.
«Έλα … ποιος είναι εκεί; … Τι έγινε; Όλα εντάξει; … Να στείλετε ένα κλιμάκιο της σήμανσης στο … (στράφηκε προς τον Άρη, ζήτησε την ακριβή διεύθυνση και την είπε στο τηλέφωνο) … Ναι, αυτά. Άντε γεια».
Μετά ξάπλωσε αναπαυτικά στον καναπέ και πήρε μια πλήρη κατάθεση. Ο Άρης είχε την εντύπωση πως, όσο μιλούσε, ο μπάτσος ψιλοκοιμόταν –στοιχημάτιζε μάλιστα πως στο μπλοκάκι του ζωγράφιζε κύκλους αντί να σημειώνει.
«Αυτά;» ρώτησε ο μπάτσος, όταν θεώρησε πως ο Άρης είχε ολοκληρώσει.
«Αυτά», είπε κι ο Άρης κοιτάζοντας το ρολόι του ανήσυχα. Σύντομα θα ερχόταν η Μάχη και προτιμούσε να είναι μόνος του.
«Μήπως θέλετε να με ρωτήσετε κάτι;» πρότεινε ο μπάτσος καθώς ξεκολλούσε από τον καναπέ.
«Δεν ξέρω. Εσείς βγάλατε κανένα συμπέρασμα από την όλη ιστορία;» ρώτησε βαριεστημένα ο Άρης.
Ο μπάτσος τακτοποίησε το σημειωματάριο στην τσέπη του, έχωσε και το δανεικό στυλό στην άλλη πριν απαντήσει …
«Κοιτάξτε –υποθέσεις μπορούμε να κάνουμε. Ας πούμε, αυτός που μπήκε εδώ μέσα δεν ήθελε να σας κλέψει. Μου είπατε ότι δεν βρήκατε τα πράγματά σας ανακατεμένα –άρα δεν έψαξε. Τότε γιατί μπήκε; Μάλλον για να σας αφήσει κάποιο μήνυμα. Κάτι που σχετίζεται με τη γυναίκα σας –ίσως; Μπορεί και όχι. Μπορεί απλά να ήθελε να σας υπενθυμίσει πως κάποιος σας θυμάται ακόμα. Όλους σας. Μπορεί κι αυτό -δε μπορεί;»
Ο Άρης έφαγε ολοκληρωτικό μπέρδεμα -για αρχή. Αδυνατούσε να καταλάβει τι του έλεγε ο μπάτσος. Ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τη σύγχιση για να αποχωρίσει.
«Αντίο σας», πληροφόρησε τον απορημένο Άρη και έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Ο Άρης έμεινε να την κοιτάζει. Την πόρτα που έχασκε, σε πλήρη αρμονία με το στόμα του. «Τι είπε τώρα το άτομο; Ποιος μας θυμάται;» Έτρεξε πίσω του αλλά ο μπάτσος είχε γίνει καπνός. Ανέβηκε μέχρι το διαμέρισμα της κυρίας Βούλας και πάτησε το κουδούνι απεγνωσμένα. Η γριά εμφανίστηκε διστακτικά.
«Τι έγινε; Σας κλέψανε;»
«Όχι εντάξει. Κυρία Βούλα να σας ρωτήσω -εσείς καλέσατε την αστυνομία;»
«Όχι κύριε Άρη μου. Εγώ είδα την πόρτα και τρόμαξα. Περίμενα να γυρίσετε και να κανονίσετε εσείς. Γιατί …», δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση της κι ο Άρης κατέβαινε ήδη τα σκαλιά δυο-δυο.
Ησυχία στην είσοδο της πολυκατοικίας. Και έξω δεν κυκλοφορούσε ψυχή. Κάποια αυτοκίνητα, αλλά κανένα ίχνος του μπάτσου. Ή του «μπάτσου». Ανέβηκε στο διαμέρισμά του με το ασανσέρ. «Το τηλέφωνο …», άρπαξε τη συσκευή και πάτησε το κουμπί επανάκλησης. Περίμενε μέχρι να ενεργοποιηθεί η γραμμή.
«Νωρίς το κατάλαβες», είπε η αντρική φωνή στην άλλη άκρη του σύρματος.
«Ποιος είσαι;»
«Δεν έχει σημασία Το πήρες το μήνυμα –έτσι δεν είναι κακομοίρη;»
«Τι εννοείς;»
«Μην κάνεις το βλάκα. Δεν ήσουνα έτσι παλιά -εκτός αν σου άφησε κανένα κουσούρι το τράκο».
Κενό στην άλλη άκρη της γραμμής και η συσκευή έχει απομείνει ξεχασμένη στο χέρι του Άρη. Τους θυμάται ακόμα. Και ήρθε μέσα στο σπίτι του –εντάξει, όχι αυτός ο ίδιος (σάλιο προσγειώνεται δίπλα στη μπότα του Άρη) –έστειλε κάποιον να σκίσει τη πιτζάμα της Μάχης και να του παίξει παιχνιδάκια με μαϊμουδένιους μπάτσους. Ο γαμημένος ξεθάρρεψε, από τα τόσα χρόνια που τον άφησαν στην ησυχία του –να προετοιμαστεί, να δυναμώσει –ξεθάρρεψε ή βαρέθηκε να κρύβεται. Έπρεπε να τον είχαν διαλύσει τότε που μπορούσαν, αλλά τους κράτησαν βουνά από δικαιολογίες. Να μη μπλέξουν πριν σιγουρευτούν ότι θα τη σκαπουλάρουν, να μην καρφωθούν τη στιγμή που προσπαθούσαν να στήσουν τις ζωές τους –ποιες ζωές τους; Τις δουλειές τους και τις οικογένειές τους, πες καλύτερα. Να τις χτίσουν με παράθυρα μόνο μπροστά, γιατί πίσω έχασκαν νεκροταφεία και ψυχιατρεία. Λουλούδια και σοκολάτες –εθιμοτυπικά πράγματα για να ξεμπερδεύουμε. Κάποτε, το κάθαρμα θα βρει αυτό που του αξίζει –εμένα μου λες; Αν υπάρχει θεία δίκη –μπορεί. Αλλιώς … η πληρωμή αναβάλλεται και οι τόκοι τρέχουν.
Έρχεται τώρα που η παρέα γαμήθηκε και ψόφησε –πως το έμαθε άραγε; Το θέμα είναι πως έρχεται για όλους και οι «όλοι» δεν υπάρχουν, τρεις παραιτημένοι σαραντάρηδες –αυτό έχει μείνει. Τρεις καθιστές πάπιες –εύκολοι στόχοι. Να το έμαθαν άραγε οι άλλοι; Πολύ θα ήθελε να τους τηλεφωνήσει, αλλά δεν έπαιζε πλέον τέτοια προοπτική. Δεν γυρίζεις πίσω από τα λόγια –όλα στραβά πήγαν –τι θα κάνουν οι άλλοι; Μάλλον θα κρυφτούν κι αυτό είναι το καλύτερο που μπορούν. Ο Άρης φοβάται. Από το πρωί φοβάται και τώρα, ακόμα περισσότερο. Θέλει λίγα χρόνια με τη Μάχη και τίποτα άλλο –λίγα χρόνια, πολλά χρόνια, ποτέ δεν θα είναι αρκετά γι΄ αυτό πρέπει να φύγει, να κρυφτεί. Κανένας δεν θα του πάρει τα χρόνια που δικαιούται και, στην τελική, έχει να ενδιαφερθεί για τους ζωντανούς. Και να θάψεις τους πεθαμένους Άρη –το ζήτημα είναι αν μπορείς!
«Αγάπη μου τι έγινε;» η Μάχη κοντοστέκεται στην είσοδο της πόρτας περιμένοντάς τον. Κι αυτός, φυσικά, τρέχει να την αγκαλιάσει –να την προστατεύσει.
«Κάποιος μπήκε εδώ μέσα. Ευτυχώς δεν έκανε τίποτα –μόνο την πόρτα χάλασε».
«Τι;» η Μάχη στριφογυρίζει στην αγκαλιά του.
«Μην ανησυχείς. Όλα είναι εντάξει τώρα. Μην ανησυχείς».
Πρέπει να φύγουν. Τώρα αμέσως! Ο Άρης την καθίζει απέναντί του κρατώντας της τα χέρια.
«Αγαπούλα έχω μια πρόταση. Να τα παρατήσουμε όλα και να την κοπανήσουμε για λίγο καιρό. Τι λες;» προσπαθεί να βγάλει κάθε χρώμα από τη φωνή του.
«Να φύγουμε; Τώρα; Μα πως; Η δουλειά σου; Έχω και κάτι υποχρεωτικές παρακολουθήσεις …»
Της σφίγγει τα χέρια περισσότερο. Ασυναίσθητα.
«Δεν κατάλαβες αγαπούλα. Πρέπει να φύγουμε! Τώρα! Είναι σοβαρό!»
Σωπαίνουν. Καταλαβαίνει και, ευτυχώς, αφήνει τις ερωτήσεις για αργότερα.
«Που θα πάμε;»
«Λέω να πάμε στου γονείς σου. Θέλεις;»
Δακρύζει αλλά προσπαθεί να το κρύψει πίσω από ένα, μασημένο, «εντάξει, πάω να ετοιμάσω» και στη βιασύνη της να χωθεί στις ντουλάπες. Ο Άρης της δίνει λίγο χρόνο πριν πάει να τη βοηθήσει. Όχι τόσο για να νιώσει πιο ήρεμη –όσο για να βρει αυτός, κάποιο ξεχασμένο ύφος αυτοπεποίθησης. Όχι πανικός, όχι τώρα!
Μαζεύουν αμίλητοι, θα ταξιδέψουν με τη Ντεσπεράντο και πρέπει να φύγουν γρήγορα, για να μην τους πάρει νύχτα στην εθνική. Ο Άρης ενημερώνει τα παιδιά στο περιοδικό ότι θα λείψει –και δεν κάνει καν τον κόπο να πει τίποτα στους αποπάνω, σιγά μην τον ψάξουν κιόλας!
Σπαταλάει λίγο χρόνο ξαναπατώντας την επανάκληση –«ο αριθμός που καλείτε δεν λειτουργεί προσωρινά …», κλείνει το τηλέφωνο, κάθεται μπροστά στον υπολογιστή και ψάχνει τον αριθμό που φαίνεται στο καντράν –δεν είναι καταχωρημένο, φυσικά.
Ένα σακ βουαγιάζ για την πλάτη και ένα ακόμα που θα δεθεί στο πίσω φτερό –αυτά είναι όλα που μπόρεσαν να μαζέψουν. Κατεβαίνουν πιασμένοι από το χέρι, αποφεύγοντας να κοιταχτούν. Ο Άρης διώχνει την ξαφνική ζαλάδα ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του –τι θα γίνει αν θολώσει στο ταξίδι; Εντάξει, κι αυτό είναι υπολογισμένο –κάποια αίσθηση ισορροπίας θα του μείνει –μακάρι να είναι αρκετή για να κρατήσει τη μοτοσικλέτα σε ευθεία γραμμή. Αρκεί μόνο να μην χάσει επαφή, όσο ακόμα κινούνται στην πόλη …
Βγαίνουν με τα χέρια κρατημένα σφιχτά –κι ο Άρης τους βλέπει αμέσως. Δυο αδιάφοροι με μαύρα γυαλιά, στο άσπρο αυτοκίνητο απέναντί τους. Γιατί φοράνε πάντα μαύρα γυαλιά; Είναι θέμα στυλ ή απλά προσπαθούν να κρύψουν την αμηχανία τους; Φαντάσου να κοιτάζεσαι με αυτόν που παρακολουθείς –σκατοκατάσταση! Ο Άρης δένει το σακ βουαγιάζ στο φτερό, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στους απέναντι. Δένει απρόσεκτα, γι’ αυτό κι ο γάντζος στην άκρη του χταποδιού πετάγεται με εμφανή διάθεση να του βγάλει το μάτι.
«Πρόσεχε μωρό μου», η Μάχη τρέχει να τον βοηθήσει.
«Δεν είναι τίποτα –τσιτώθηκε πολύ το γαμημένο …»
Κάνουν την υπόλοιπη δουλειά παρέα –οι ώμοι τους αγγίζονται κι ο Άρης ηρεμεί από τη μυρωδιά της. Δεν τρέχει τίποτα, σε τελική ανάλυση. Αν ήθελαν να τους την πέσουν θα το είχαν κάνει ήδη –έχουν στηθεί εκεί μονάχα για να τους τρομάξουν. Κι αν περιμένουν να ξεκινήσει τη μοτοσικλέτα και να τον τρακάρουν αμέσως μετά; «Θα πάρουν τ’ αρχίδια μου –όταν ανέβω στη μηχανή δε με πιάνουν ούτε με σφαίρες». Ε, καλά –όχι κι έτσι!
Γιατί ο Άρης δεν έχει ξεπεράσει τον φόβο της οδήγησης ακόμα –γι’ αυτό πηγαίνει αργά, με συνοδεία το άσπρο αυτοκίνητο. Το γλεντάει κιόλας -«και γαμώ τις επισημότητες!» Η Μάχη κρατιέται πάνω του, χαλαρά, αποκαμωμένη -θα αντέξει τρεις ώρες ταξίδι; Η μοτοσικλέτα κινείται βαριεστημένα –έτσι όπως είναι φορτωμένη, ακόμα και οι σφήνες ανάμεσα στα αυτοκίνητα γίνονται δύσκολα. Στα δυο χιλιόμετρα στρίβουν αριστερά με κατεύθυνση κάποιο από τα στέκια που μαζεύονται οι γνωστοί. Γιατί έχει μια δουλειά να τελειώσει κι ελπίζει να πετύχει κάποιους αραχτούς στον ήλιο. Νιώθει καλύτερα πριν καν φτάσει στη Spider’s, όταν βλέπει τις μοτοσικλέτες τους σε παράταξη. Εκεί είναι –οι περισσότεροι τουλάχιστον.
«Θα σταματήσουμε;» ρωτάει η Μάχη.
«Ναι, θα κανονίσω κάτι και φύγαμε».
Παρκάρει χαζεύοντας τη φιγούρα του άσπρου αυτοκινήτου από τους καθρέφτες του. Θα τον περιμένουν φυσικά κι αυτός δεν πρόκειται ν’ αργήσει. Βλέπει τους δικούς του πίσω από καλαμάκια φραπέ. Καθώς πλησιάζει το τραπέζι τους, κάποιοι στραβολαιμιάζουν για να μη χάσουν οπτική επαφή με τις μοτοσικλέτες τους.
«Καλώς τα παιδιά τα δικά μας», μερικά χέρια σηκώνονται παρέα με φιλικά χαμόγελα.
Ο Άρης με τη Μάχη πιάνουν καρέκλες και απαντάνε σε αδιάφορες ερωτήσεις –«ναι, θα πάμε ένα ταξιδάκι», «εντάξει, μια χαρά είμαι –πονάω λίγο, αλλά παλεύεται το ζήτημα», τέτοια πράγματα. Είναι περισσότερες από μια, παρέες –οι στρητάδες από τα μπαράκια, που ξαποσταίνουν μετά το γυμναστήριο, οι αρχαίοι από τα Δυτικά –ψιθυρίζουν στήνοντας μονίμως «καλές φάσεις» και τα πιτσιρίκια με τα μοτάρ. Ο Άρης έχει παραπάνω από μια, χάρες να ζητήσει –στριφογυρίζει το κεφάλι, ψάχνοντας τους κατάλληλους. Ζήτημα χρόνου είναι …
«Θέλω κάτι», τραβάει το δερμάτινο μανίκι ενός σκουλαρικάτου μεταλλά.
«Πες το κι έγινε».
«Να –κάτι καργιόληδες μου ρημάξανε την κλειδαριά στο σπίτι. Παίζει να μου τη φτιάξει κάποιος; Δε λέει να αφήσω την πόρτα έτσι, τώρα που φεύγουμε».
Ο μεταλλάς κόβει κίνηση στα διπλανά τραπέζια, κάνει νόημα σ΄ έναν πιτσιρίκο και του εξηγεί την κατάσταση. Ο πιτσιρίκος συμφωνεί πρόθυμα, παίρνει τα κλειδιά του Άρη, κανονίζει να του αφήσει δυο καινούργια ζευγάρια στο υπόγειο της πολυκατοικίας –δίπλα από τον καυστήρα …
«Ευχαριστώ πολύ ρε!»
«Δεν κάνει τίποτα παππούλη» και η πρώτη δουλειά έκλεισε.
Η Μάχη ζητάει συγνώμη, αλλά πρέπει να πάει στην τουαλέτα κι ο Άρης σηκώνεται πίσω της. Βρίσκει αυτόν που θέλει, δυο τραπέζια πιο πίσω και τον παίρνει παράμερα.
«Έχω πρόβλημα», του λέει χωρίς προλόγους.
«Όπως πάντα –έτσι;» χαμογελάει ο άλλος.
«Μπορεί και χειρότερα. Το θέμα είναι πως το άσπρο αυτοκίνητο, εκεί, απέναντι –δε λέει να ξεκολλήσει από τον κώλο μου».
Ο άλλος κοιτάζει διακριτικά. Οι αδιάφοροι στο αυτοκίνητο δεν μπορούν να τους δουν –μιλάνε μεταξύ τους, μέχρι που ο συνοδηγός πετάγεται στο κοντινό περίπτερο.
«Ποιοι είναι;»
Ο Άρης φτύνει στα πλακάκια.
«Σώπα ρε! Τόσο πολύ ξεθάρρεψε το μουνόπανο!» απορεί ο άλλος.
Ο Άρης κουνάει το κεφάλι και αφήνει μισό, αμίλητο, λεπτό να κυλήσει.
«Θα τους γαμήσουμε στα ίσα», αποφασίζει ο άλλος.
«Επικίνδυνο. Σας έχουν που σας έχουν στη μπούκα …»
«Αυτό ακριβώς. Τι περισσότερο να μας κάνουν;»
«Πρόσεξε μη μπλέξετε ρε μαλάκα».
Ο άλλος ανάβει τσιγάρο. Κοιτάζει γύρω του και πλησιάζει το μάγουλο του Άρη …
«Μην τρελαίνεσαι –θα στείλω ξεκάρφωτους. Είναι κάτι καινούργια παιδιά, τους βλέπεις; Μέσα στο μπαρ κάθονται –ναι, αυτοί που σαχλαμαρίζουν με τις γκομενίτσες. Και χάρη θα τους κάνω –γαμώ τις μούρες θα πουλήσουν. Δώσε μου δέκα λεπτά και μετά φεύγεις».
Ο Άρης σφίγγει το φουσκωμένο μπράτσο του άλλου.
«Θα στο χρωστάω μάγκα μου».
«Καλά, γράφτο τεμπεσίρι», γελάει ο άλλος και σηκώνεται αμέσως.
Η Μάχη επιστρέφει από την τουαλέτα, αλλά ο Άρης δεν την αφήνει να καθίσει στο τραπέζι των υπολοίπων. Την τραβάει παράμερα …
«Πρέπει να σου πω δυο πράγματα κι ένα ευχαριστώ που δεν με ρώτησες προηγουμένως».
Τον κοιτάζει σοβαρή. Ανήσυχη, αλλά όχι τρομαγμένη κι αυτό είναι καλό.
«Έχω κάποιες ανοιχτές ιστορίες από παλιά και φοβάμαι πως ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια».
«Να τρομάξω;»
«Όχι ακόμα –θα σου πω εγώ πότε. Τέλος πάντων, αυτός που μπήκε σπίτι μας, μπορεί να ήταν μόνο η αρχή. Μπορεί και όχι –δεν ξέρω ακόμα, αλλά καλύτερα να μείνουμε μακριά για λίγο καιρό. Δεν έχω καμιά όρεξη για φασαρίες».
Η Μάχη κοιτάζει το μεταλλικό τραπέζι.
«Θέλω να μάθω περισσότερα. Θα μου πεις;»
«Εντάξει, το δικαιούσαι. Όταν φτάσουμε, θα σου τα πω όλα. Καταλαβαίνεις όμως γιατί πρέπει να φύγουμε –έτσι;»
Η Μάχη κουνάει το κεφάλι της συμφωνώντας.
«Ωραία. Δεν θέλω να ανησυχήσεις περισσότερο. Σε λίγες μέρες, τα πράγματα θα έχουν ηρεμίσει και θα ξαναγυρίζουμε. Απλά δεν θέλω να ταραχτείς».
Κολλάει πάνω του, μισοκλείνοντας τα μάτια …
«Δεν θα πάθεις τίποτα –έτσι; Μόνο αυτό θέλω να μου πεις, γιατί αν πάθεις κάτι …»
«Μην ανησυχείς, τίποτα δεν θα πάθουμε. Όλα θα ηρεμήσουν σε λίγες μέρες».
«Δεν θέλω να συμβεί τίποτα –δεν αντέχω άλλο …»
Ακουμπάει τα δάχτυλά του στα χείλη της, χαμογελάει για να την ησυχάσει και ετοιμάζεται. Ώρα να φύγουν. Μέσα από το μπαρ του έχουν κάνει νόημα –ένα χέρι γνέφει «αντίο» πριν μετατραπεί σε γροθιά που στριφογυρίζει. Πολλά ποτήρια με καφέ σηκώνονται για να τους χαιρετήσουν καθώς η μοτοσικλέτα ξεκινάει. Ταυτόχρονα με πέντε άλλες μοτοσικλέτες που ξεκολλάνε από το μαγαζί και παρκάρουν δίπλα στο άσπρο αυτοκίνητο. Ο Άρης ξέρει τη συνέχεια.
Το άσπρο αυτοκίνητο αγωνίζεται να ξεπαρκάρει, εγκλωβισμένο ανάμεσα στις μοτοσικλέτες. Αναγκαστικά, ακουμπάει σε μια από αυτές –ο αναβάτης φωνάζει, βάζοντας ταυτόχρονα τα κλειδιά στην τσέπη…
«Τι έγινε ρε λεβέντες! Θα μας πηδήξετε κιόλας;»
«Συγνώμη, απλά προσπαθούμε να βγούμε», λέει το κεφάλι που βγαίνει από το παράθυρο του οδηγού.
«Τι έγινε ρε; Μαθήματα οδήγησης θα κάνουμε;» φωνάζει η μοτοσικλέτα που ακουμπάει τον μπροστινό προφυλακτήρα του αυτοκινήτου.
«Ξέρω γω με τους μαλάκες! Μου γρατζούνισαν και το φέρινγκ!»
«Δεν έγινε τίποτα ρε παιδιά …», υποστηρίζει μαζεμένα ο συνοδηγός. Γιατί οι άλλοι έχουν πλησιάσει επικίνδυνα στις πόρτες του αυτοκινήτου.
«Βγες έξω ρε πούστη να δεις αν έγινε τίποτα», φωνάζει ο «γρατζουνισμένος».
«Κοιτάξτε … δεν είναι θέμα …»
Οι υπόλοιποι θαμώνες πλησιάζουν σχηματίζοντας κύκλο, γύρω από το άσπρο αυτοκίνητο. «Τι έγινε;» «Ποιοι είναι οι μαλάκες;» «Τρέχει κάτι;»
Οι αδιάφοροι χάνουν την ψυχραιμία τους και δεν προλαβαίνουν να ασφαλίσουν τις πόρτες. Μέγα λάθος γιατί τους έχουν ήδη τραβήξει έξω, «σιγά ρε παιδιά … δεν έγινε τίποτα …» -προλαβαίνουν ακόμα να φωνάξουν, «μην κάνετε καμιά μαλακία –είμαστε αστυνομικοί …», αλλά δεν σώζονται. Πια.
Ο Άρης έχει δει μόνο την αρχή της φάσης, αλλά δεν χρειάζεται περισσότερα. Χρόνια τώρα παίζεται ο ίδιος τσαμπουκάς –τα παιδιά χτυπάνε και φεύγουν, οι ξεφτιλισμένοι αλωνίζουν στα πέριξ για κάμποσες μέρες μετά, ψάχνοντας φταίχτες στ’ άχυρα. Στο τέλος βαριούνται, τσιμπάνε τίποτα άσχετους και ξεχαρμανιάζουν.
Η εθνική τους περιμένει μετά τα πρώτα διόδια, η Μάχη ψάχνει στην τσέπη της για κέρματα, αλλά ο υπάλληλος κάνει νόημα να περάσουν ελεύθερα. Ο Άρης χαμογελάει φιλικά, καλός οιωνός για το ταξίδι είναι αυτός.
Δίνες αέρα ξεκινάνε από το μπροστινό φτερό και προσπαθούν να στροβιλίσουν τα κράνη, όσο αυξάνεται η ταχύτητα. Ο λαιμός σύντομα μουδιάζει, ταξιδεύοντας με μοτοσικλέτες που δεν είναι φτιαγμένες για ταξίδια. Τα χέρια σκεβρώνουν, σχηματίζοντας ορθή γωνία, οπότε, ψάχνεις μέρος να σταματήσεις για καφέ. Συνήθως –γιατί ο Άρης δεν θέλει να χάσει χρόνο. Όταν υποχωρείς δεν πρέπει να καθυστερείς –αλλιώς δεν έχει νόημα η φυγή. Κι όταν υποχωρείς δεν χρειάζεται να αφήνεις χώρο για σκέψεις –αλλιώς μένεις μετέωρος. Η ρόδα καταπίνει τη λευκή λωρίδα ενώ κοπάδια εντόμων αυτοκτονούν στη ζελατίνα του κράνους. Υπάρχουν κάτι καινούργια μαραφέτια, που προσαρμόζονται στα κράνη και εξασφαλίζουν ενδοσυνεννόηση ανάμεσα στον επιβάτη και τον συνοδηγό –ποτέ δεν τα χώνεψε ο Άρης γιατί το ταξίδι είναι πορεία προς τα μέσα και απερίσπαστος πρέπει να αφήνεσαι για να μη χάσεις την ευκαιρία. Ο δρόμος κυλάει στα πλάγια –τσιμέντο που διαχωρίζει τις κατευθύνσεις και πράσινα χορταρένια κύματα που, πάνω τους, πλατσουρίζουν εργοστάσια. Τα μάτια θαμπώνουν προς τα έξω, αλλά καθαρίζουν κατά μέσα κι ο δρόμος –κορδόνι. Αν κοιτάξεις τα σωθικά σου θα βρεις ανθρώπους που σε κοιτάζουν πίσω. Στα χέρια τους κρατάνε υποχρεώσεις, τις δικές σου υποχρεώσεις. Κι ο φόβος σου είναι αέρας που κλυδωνίζει τα πρόσωπα –τα ανακατεύει για να μείνει στο τέλος ένας πολτός που παίρνει τη μορφή της. Σε αυτή χρωστάς πρώτα απ΄ όλα κι αυτή πρέπει να φροντίσεις πάνω απ’ όλα. Έτσι είναι κι αν το πρόσωπό της δεν διακρίνεται –βουτάς τα χέρια σου στον πολτό και φτιάχνεις το πρόσωπο της Μάχης με υλικά δανεισμένα από την Άλεξ. Έτσι πρέπει να είναι.
Η Μάχη αλλάζει συνέχεις θέση στην πίσω σέλα, έχει, σίγουρα, πιαστεί ολόκληρη αλλά ο Άρης δεν βλέπει έξω. Μόνος του σέρνεται από τη ροπή της Ντεσπεράντο –είναι στιγμές που συντονίζεται με τον κινητήρα και στρίβει όλο το σύστημα -αυτός, η Μάχη, η μοτοσικλέτα –ένα κομμάτι. Και είναι στιγμές αμνησίας, αδειάσματος. Μετά, τσιτώνει απότομα στο φόβο μιας σκοτοδίνης που δεν λέει να έρθει.
Ο δρόμος λιγοστεύει καθώς αφήνουν δεξιά τους την Αγχίαλο και η Μάχη παίρνει κουράγιο στα πρώτα σπίτια του Βόλου. Παρακάμπτουν την πόλη –είναι η ώρα να πιάσουν τις στροφές που οδηγούν στο Πήλιο –μετά τα πρώτα χωριά μένουν οι γονείς της Μάχης. Ο πατέρας της είναι αρχιτέκτονας –βαρέθηκε να χτίζει εκκλησίες και δημαρχεία στην ευρύτερη περιοχή Μαγνησίας και αποσύρθηκε στο εξοχικό τους. Τράβηξε μαζί τη μητέρα της Μάχης –βρέθηκε μια θέση στο δημοτικό σχολείο του χωριού και η κυρία Σοφία συμπληρώνει τα χρόνια που της λείπουν για τη συνταξιοδότηση. Δυο στενά από την πλατεία του χωριού είναι το σπίτι τους κι ο Άρης κόβει απότομα ταχύτητα –δεν έχει όρεξη να βρεθεί κάτω από τις ρόδες κανενός τρακτέρ, τώρα στα τελειώματα.
Παρκάρουν τη μοτοσικλέτα έξω από το σπίτι, ο πατέρας Θόδωρος τους παίρνει αμέσως χαμπάρι από τον κήπο και σηκώνει τα χέρια ψηλά, φωνάζοντας «Σοφία, Σοφία, τρέξε να δεις ποιοι ήρθαν!», η Μάχη έχει ήδη κατέβει πριν καν σταματήσει εντελώς η μοτοσικλέτα, το κεφάλι της μητέρας Σοφίας εμφανίζεται στο παράθυρο κι ο Άρης χαμογελάει πεθαμένα. Γιατί έχει δει το άσπρο αυτοκίνητο που είναι παρκαρισμένο στην άλλη άκρη του δρόμου –50 μέτρα απόσταση, από το σπίτι. Ίδιο μ’ αυτό που άφησαν στην Αθήνα, με δυο καινούργιους αδιάφορους να τους χαζεύουν μέσα από τα μαύρα γυαλιά τους.
Οι γονείς της Μάχης είναι ήδη έξω και τους αγκαλιάζουν, ενώ αναρωτιούνται «γιατί δεν μας ειδοποιήσατε, να φτιάξουμε ένα φαγητό της προκοπής!». Η Μάχη φεύγει μαζί τους κι ο Άρης λύνει το σακ βουαγιάζ από το φτερό της Ντεσπεράντο. Όταν φτάσεις στο τέλος του δρόμου δεν έχει άλλο να φοβηθείς, γι΄ αυτό κοιτάζει ίσια απέναντί του –καρφώνει το βλέμμα του στα μαύρα γυαλιά και φτύνει στο χώμα επιδεικτικά.
Το άσπρο αυτοκίνητο ζωντανεύει και χάνεται ράθυμα, στο βάθος του δρόμου.
(συνεχίζεται κατά μόνας)

9. Προετοιμασία μίσους

1. Στενά παπούτσια, σπασμένα κουμπιά
2. Ένα τσιγάρο υπόθεση
3. Ρόδες γυρίζουν στον αέρα
4. Συνθήκες βρασμού
5. Μαυρισμένες σελίδες, λιωμένα εξώφυλλα
6. “Δυο λάθη δεν κάνουν ένα σωστό”
7. Τρεις ιστορίες για το μεσοδιάστημα
8. Κάποια τραγούδια γύρω από φτηνά ξενοδοχεία
Ο Πέτρος έμαθε για την εξαφάνιση του Κώστα από ένα υστερικό τηλεφώνημα της Μαρίας. Το τηλεφώνημα ήρθε στη χειρότερη στιγμή και τον πέτυχε κολλημένο στα σκοινιά, από τα ανελέητα άπερκατ της Αφροδίτης. Η μικρή (Αφροδίτη λέγανε την κόρη του Πέτρου) είχε να τον δει κοντά στις δυο βδομάδες και ήταν ασυγκράτητη.
Όταν χώρισε ο Πέτρος με τη Σόνια, η Αφροδιτούλα δεν είχε κλείσει καν τα δυο της χρόνια. Μια εκρηκτική σχέση τριών χρόνων, με μπόλικα ενδιάμεσα διαλείμματα χωρισμών, είχε οδηγήσει το ζευγάρι στο γάμο. Η γέννηση της Αφροδιτούλας είχε επισπεύσει το διαζύγιο. Σύνολο, έξη χρόνια και κάτι ψιλά –που η Κόλαση ανοιγόκλεινε τις πύλες του Παράδεισου για περιστασιακό μπανιστήρι. Τα είχαν όλα εκτός από τη ρουτίνα, γι’ αυτό παρέμειναν με το φυτίλι αναμμένο, ακόμα κι όταν εκδόθηκε το διαζύγιό τους –σαν μέτρο προστασίας της ανυπεράσπιστης Αφροδιτούλας. Έτσι το έβλεπε ο Πέτρος και η Σόνια συμφωνούσε. Δηλαδή, όχι ακριβώς –δεν ήταν εύκολο να εξασφαλίσεις την συναίνεσή της, αλλά, όπως και να το δεις, ένα «τσακίσου από δω μέσα παλιομαλάκα και μην ξαναφανείς», συνοδευμένο από κάποια ιπτάμενη κούπα με καφέ (που ευτυχώς, δεν βρήκε στόχο) και τις τσιρίδες της τρομαγμένης Αφροδιτούλας –σημάδεψαν το τέλος της άγριας σχέσης και αποτέλεσαν υλικό για τους νυχτερινούς εφιάλτες του Πέτρου.
Η Σόνια είχε έρθει στην Ελλάδα όταν έκλεισε τα 18. Ο πατέρας της ήταν Έλληνας που πήγε στην Αυστραλία για να βρει την τύχη του, αλλά έπεσε πάνω σε μια καχεκτική κοκκινομάλλα και, ως εκ τούτου, προέκυψε η Σόνια. Η οποία αποφάσισε, πριν ακόμα τελειώσει το κολλέγιο, να έρθει στην Ελλάδα –ψάχνοντας, λέει, τις ρίζες της. Είχε ήδη σκοτωθεί σε μια συμπλοκή σε μπαρ ο πατέρας της –χαιρέτησε η Σόνια την χαροκαμένη Αυστραλέζα μάνα, πήρε αναμνηστικό τα ατίθασα κόκκινα μαλλιά της και προσγειώθηκε στην Αθήνα, με τελικό προορισμό τα Ζαγοροχώρια. Αλλά δεν έφτασε ποτέ εκεί, γιατί την τσίμπησαν οι τελωνειακοί με δέκα γραμμάρια πρέζα και σαράντα τριπάκια, αμέσως μόλις πάτησε το πόδι της στη χώρα. Τη σκαπουλάρισε σχετικά εύκολα, λόγω της διπλής υπηκοότητας η Σόνια, αλλά, βγαίνοντας από την προφυλάκιση είχε ανοίξει υποχρεώσεις. Μπλέχτηκε λοιπόν με κάτι καταληψίες και ανέβαλλε επ’ αόριστον, την επίσκεψη στα πατρικά χώματα.
Ο Πέτρος την συνάντησε για πρώτη φορά σε μια έκθεση εναλλακτικών μορφών τέχνης στη Βαλτετσίου. Είχε τότε, πάνω από δέκα χρόνια στην Ελλάδα και ακόμα οργάνωνε την «επιστροφή στα Ζαγοροχώρια», αλλά στο μεταξύ, έγινε γνωστή στον χώρο του video art. Σκότωνε την ώρα του ο Πέτρος γιατί τον είχε στήσει κάποιος παλιός γνωστός, όταν κόλλησε μπροστά σε μια ασπρόμαυρη τηλεόραση που έδειχνε «χιόνια». Είχε σταθεί όλο περιέργεια, τα «χιόνια» διακόπτονταν φευγαλέα από τη θολή εικόνα ενός απειλητικού κεφαλιού –πριν προλάβει να διακρίνει τη μορφή, αυτή χανόταν. Άργησε να καταλάβει τι ακριβώς συνέβαινε –πρώτα ένιωσε μια φευγαλέα ζέστη στο σβέρκο και μετά άκουσε τον κόσμο να ψιθυρίζει πίσω του. Γύρισε απότομα για να αντιληφθεί πως, όσο αυτός χάζευε στην οθόνη, κάποιοι πρόβαλαν εικόνες από σφαγές και βομβαρδισμούς πάνω στην πλάτη του. Νευρίασε κι έκανε απότομα στην άκρη. Τότε τον έπιασε από το μπράτσο η κοκκινομάλλα και του έδειξε τον τίτλο του έργου-χάπενινγκ που κρεμόταν στον τοίχο, πάνω από την τηλεόραση. Και ο τίτλος ήταν: «Όσο εσύ ανησυχείς -αυτοί σκοτώνουν πίσω από την πλάτη σου». Κανονικά θα γελούσε, αλλά ήταν ακόμα θυμωμένος.
«Θα πρέπει να σας ευχαριστήσω που γίνατε, έστω και χωρίς την θέλησή σας, μέρος του χάπενινγκ», του είχε πει χαμογελαστά η κοκκινομάλλα.
Εκείνο το βράδυ βρέθηκαν να τα πίνουν στα μπαρ της πλατείας, συζητώντας για εναλλακτική τέχνη, ανταλλακτικό έρωτα και αδιάλλακτες παραπλανήσεις. Μέσα στον επόμενο μήνα είχαν, πλέον, κανονική σχέση. Η Σόνια έκοψε σταδιακά τις καθημερινές της ακρότητες και ο Πέτρος αποφάσισε πως δεν θα ήταν κακό, τελικά, να συγκατοικήσει με μια γυναίκα. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά.
Η Σόνια δεν κέρδισε ποτέ την αποδοχή της υπόλοιπης παρέας και το ανάποδο. Δεν ταίριαζαν σε τίποτα –μια στοιχειώδης, αμοιβαία ανοχή ήταν το καλύτερο που μπόρεσε να εξασφαλίσει ο Πέτρος για το διάστημα της κοινής τους ζωής. Αλλά η Αφροδιτούλα ήταν άλλο πράγμα. Κατ’ αρχάς, Αφροδίτη την έβγαλαν λόγω επιμονής της Σόνιας. «Αυτό είναι το όνομα που θέλει το παιδί», υποστήριζε, όταν ακόμα το μικρό ήταν νεογέννητο. Που το ήξερε; Ποιος να ξέρει; Ο Πέτρος πάντως αντιδρούσε. «Αφροδίτη έλεγαν μια ασπρουλιάρα κωλόχοντρη στο σχολείο μου. Είναι εντελώς χάλια όνομα», έλεγε αλλά δεν έπειθε. Τη Σόνια.
«Και που ήσουν όλες αυτές τις μέρες;» ρωτούσε η Αφροδιτούλα ρίχνοντας γροθιές στο μπράτσο του Πέτρου.
«Ήμουν άρρωστος, στο κρεβάτι».
«Και γιατί δεν με πήρες να έρθω για να σου δίνω τα φάρμακά σου;»
«Γιατί ήμουν άρρωστος. Πώς να σε πάρω;»
«Να σηκωθείς, να μπεις στο αμάξι και να έρθεις».
«Μα δεν μπορούσα βρε καλό μου. Αφού ήμουν άρρωστος».
«Ψέματα λες. Εσύ ποτέ δεν αρρωσταίνεις γιατί εσύ είσαι μπαμπάς».
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χτύπησε το τηλέφωνο και η μικρή μούτρωσε.
«Έλα Πέτρο, η Μαρία είμαι».
«Έλα τι έγινε»
«Κλείσε το τηλέφωνο –θέλω να παίξουμε ιστορίες», τον τράβηξε από το μανίκι η Αφροδίτη.
«Ο Κώστας. Δεν έρχεται σπίτι. Εξαφανίστηκε. Τι να κάνω Πέτρο;» η Μαρία έβαλε τα κλάματα απροειδοποίητα.
«Κάτσε μισό λεπτό –εξήγησέ μου τι ακριβώς έγινε».
«Θα κλείσεις το τηλέφωνο μπαμπά; Σαν τη μαμά είσαι –όλο στο τηλέφωνο μιλάς! Πότε θα παίξουμε;»
Μύλος η κατάσταση. Στα πεταχτά έμαθε τι είχε συμβεί ο Πέτρος και υποσχέθηκε πως θα περνούσε την ίδια κιόλας μέρα, από το σπίτι της Μαρίας για να μιλήσουν.
«Όχι, όχι από το σπίτι –δεν θέλω να ακούει το παιδί», είπε όλο αγωνία η Μαρία.
«Εντάξει, κλείσε και θα σε πάρω εγώ για να βρεθούμε έξω», πρόλαβε να αντιπροτείνει ο Πέτρος πριν η μικρή του κλείσει το τηλέφωνο.
Κάθε δεύτερο Σαββατοκύριακο την έπαιρνε σπίτι του τη μικρή και μια φορά την εβδομάδα διέσχιζε τη μισή Αθήνα για να περάσει λίγη ώρα μαζί της –μετά το σχολείο. Πρώτη δημοτικού και η μικρή δεν άντεχε το ντρεσάρισμα. Βαριότανε, νευρίαζε, ένιωθε απομονωμένη. Κι ο Πέτρος συμμεριζόταν τη στεναχώρια της μεγενθυμένη από την απόσταση. Κάθε πρωί στις 8, όπου κι αν ήταν, έβλεπε το προσωπάκι της δακρυσμένο, να τον χαιρετάει από το προαύλιο του σχολείου. Ήξερε πως σε δυο λεπτά θα της περνούσε, αρκεί να έρχονταν οι φίλες της για να παίξουν, ήξερε πως το μεσημέρι δεν θα θυμόταν καν γιατί έκλαιγε –αλλά δεν είχε καμιά σημασία. Αρκούσε ένα δάκρυ της για να χάσει το πάτωμα κάτω από τα παπούτσια του –τι θα πει δηλαδή «θα της περάσει»;
«Πάω να παίξω στα φουσκωτά, μπαμπά», η μικρή απομακρύνθηκε τραμπαλίζοντας τα κοτσίδια της. Πριν από λίγο ήθελε την αποκλειστική προσοχή του, τώρα χρειαζόταν απλά, κάποιον να την περιμένει.
Ο Πέτρος άναψε τσιγάρο και χάζεψε το σωματείο χωρισμένων πατεράδων που κυριαρχούσε στον παιδότοπο. Αμήχανοι, ευάλωτοι μπροστά στα πιτσιρίκια τους, να σκοντάφτουν σε παρατημένα παπούτσια, προσπαθώντας να μη χάσουν τα παιδιά από τα μάτια τους. Πατεράδες με την ώρα γιατί έτσι είχε αποφασίσει, στις περισσότερες περιπτώσεις, κάποια αγάμητη δικαστίνα.
Έφερε στο μυαλό του τον Κώστα –να κυνηγάει τον Δημητράκη στην παραλία. Χρόνια πριν –κι αυτός με τον Άρη να κοροϊδεύουν, «τρέχα κορόιδο πατέρα, τρέχα μην καταπιεί καμιά γόπα το παιδί». Ο Κώστας γελούσε και έβαζε τον Δημητράκη να γεμίζει ένα κουβαδάκι με νερό –στη συνέχεια ακολουθούσε μπουγέλο, φυσικά.
«Αφήστε το παιδί ήσυχο, όλο βλακείες το βάζετε να κάνει», δυσανασχετούσε η Μαρία. Έπρεπε να της τηλεφωνήσει, να βρεθούν. Τι θα πει «εξαφανίστηκε ο Κώστας» δηλαδή; Που πήγε; Μάλλον καυγάδισαν, αν και ο Κώστας δεν τα συνήθιζε τέτοια πράγματα. Κι αν δεν ήταν έτσι; Αν ο Κώστας είχε αποφασίσει να γυρίσει πίσω; Μα, γίνονται αυτά τα πράγματα; Το είχε σχεδόν πιστέψει πως ο Κώστας ήταν χρόνια τελειωμένος και ο Άρης θα έκανε πίσω, τώρα που κολυμπούσε στα μέλια παρέα με τη Μάχη. Άλλωστε, μπορεί και να μην υπήρχε πλέον λόγος –μαλακισμένες, παιδιάστικες ιστορίες –αυτό δεν ήταν; Και δεν ξεκαθάρισαν ποτέ τα γεγονότα, υπήρχε η δική τους αλήθεια, η άποψή τους αλλά μπορεί να έκαναν λάθος. Αυτό είπε και πέσανε να τον φάνε οι κρετίνοι.
Η μικρή γύρισε αποκαμωμένη από το παιχνίδι και το έριξε στην πολυλογία. Άκουγε το αδύνατο κοριτσάκι με ένα χαμόγελο θαυμασμού –κλασσικό σύνδρομο του υπερήφανου (χαζού) πατέρα. Μέχρι που έφτασε η ώρα της επιστροφής στο σπίτι –άσχημη ώρα, γιατί η μικρή δεν ήθελε να γυρίσει, άσε που θα έβλεπε και τη Σόνια. Αμηχανία και νεύρα που με το ζόρι συγκρατούσαν μπροστά στο παιδί –αυτές ήταν οι επαφές του Πέτρου με τη Σόνια.
«Θα την πάρεις σπίτι σου το Σάββατο;»
«Φυσικά, αφού είναι η σειρά μου –γιατί ρωτάς;»
«Ξέρω ‘γω; Μπορεί να άλλαξες γνώμη»
«Θυμάσαι να έχω αλλάξει γνώμη πολλές φορές, όλα αυτά τα χρόνια;»
Η Σόνια σηκώνει τους ώμους –«πες ότι σκατά θέλεις να πεις», σκέφτεται αυτός αλλά δεν το λέει. Είπαμε –το παιδί!
Περπάτησε μέχρι το σημείο που είχε παρκάρει το μίνι, προσπαθώντας να δείχνει άνετος. Η μέση του ακόμα πονούσε από το ξύλο και δεν μπορούσε να πάρει γρήγορες ανάσες. Εντάξει, είχε περάσει και χειρότερα αλλά τότε ήταν πιο νέος. Πάντως, αν εξαιρέσεις κάτι σκισίματα στο μέτωπο –είχε γίνει σαν καινούργιος. Τα ίχνη του ξυλοφορτώματος κόντευαν να εξαφανιστούν –αν και δεν ίσχυε το ίδιο με τον πόνο. Σαν τηλεκατευθυνόμενο που έπεσε από τον τρίτο όροφο είχε καταντήσει –απέξω μια χαρά, από μέσα κουδούνιζε ολόκληρος.
Σχημάτισε το τηλέφωνο της Μαρίας, «έλα … ναι … την έδωσα τη μικρή … πότε; … εντάξει, έρχομαι τώρα». Χώθηκε στην αδιάβατη λεωφόρο και περίμενε υπομονετικά, μαζί με τα υπόλοιπα, ακίνητα, αυτοκίνητα. Δεν είχε καμιά όρεξη να δει τη Μαρία και δεν είχε καμιά διάθεση να μάθει τα νέα του Κώστα. «Ο καθένας τον δρόμο του και μακάρι να μην ξανασυναντηθούμε», έτσι δεν είπαν;
Αλλά έπρεπε να τη δει. Δεν είχε να κάνει και τίποτα καλύτερο –από τη μέρα που κατέστρεψαν το μαγαζί του ανάρρωνε σωματικά και κατέρρεε οικονομικά. Το μαγαζί ήταν ανασφάλιστο, όπως και τα βιβλία που υπήρχαν μέσα. Ο Αποστόλης ήταν ακόμα ξάπλα και η Κάτια είχε πάει σε μια θεία της στα Χανιά. «Να ηρεμήσω», του είχε πει, «να συνέλθω από το σοκ». Δεν ήξερε αν θα ξαναρχόταν στη δουλειά, βασικά δεν υπήρχε πλέον δουλειά. Στο σπίτι του είχε μια πλούσια συλλογή από απλήρωτους λογαριασμούς, σε λίγο θα έσκαγε και η εντολή κατάσχεσης που του είχαν τάξει. «Τ’ αρχίδια μου θα πάρετε μαλάκες», γέλασε μέσα από τα δόντια του –αλλά ήξερε πως οι μαλάκες θα έπαιρναν τελικά αυτό που ήθελαν. Και δεν τον ένοιαζε καθόλου.
Τι πιθανότητες είχε να πέσει πάνω σε κάποιον από αυτούς που τους επιτέθηκαν; Τόσα εκατομμύρια κόσμος η Αθήνα –ψύλλοι στ΄ άχυρα, ούτε μια στο εκατομμύριο. Ή μάλλον, τόσο ακριβώς –μια στο εκατομμύριο, αν υπολογίσεις πως ήταν έξη οι τύποι και η Αθήνα έχει γύρω στα έξη εκατομμύρια κόσμο. Βάλε τώρα ότι οι τύποι ήταν φασιστάκια του κερατά, από αυτά που συχνάζουν στα γήπεδα και την επόμενη Κυριακή είχε ντέρμπυ στο ΟΑΚΑ! Πόσο αυξάνονται οι πιθανότητες; Και πάλι –σχεδόν απίθανο έμοιαζε να είναι ο τύπος στο παπάκι αριστερά του, ένας από αυτούς! Κι όμως…
Ο Πέτρος χάζευε το κωλόπαιδο μποτιλιαρισμένος και το κωλόπαιδο κυλούσε αργά μακριά του. Δεν αγχωνόταν γιατί ήταν σίγουρος πως θα τον χάσει και, από την άλλη, δεν ήταν καθόλου βέβαιος πως ήταν αυτός. Μέχρι που ένα μπλε κουπέ αποφάσισε ν΄ αλλάξει λωρίδα μποτιλιαρίσματος, ακριβώς μπροστά στο παπί, δημιουργώντας χάος. Ο σφίχτης φρέναρε απότομα, το κουπέ ταλαντεύτηκε για να μην αφήσει κανένα άλλο όχημα να κινηθεί κι αυτό προκάλεσε οργισμένα κορναρίσματα. Ο σφίχτης πήρε θάρρος και άρχισε το βρισίδι …
«Μωρή καργιόλα που πας; Θες να σε γαμήσω μεσημεριάτικα;»
Η οδηγός του κουπέ δεν έβγαλε άχνα, οπότε ο άλλος πήρε θάρρος και τράβηξε μια γερή κλωτσιά στην πόρτα της. Από τη θέση που ήταν ο Πέτρος δεν μπορούσε να την ακούσει, αλλά μάλλον διαμαρτυρήθηκε γιατί ο σφίχτης συνέχιζε να κλωτσάει την πόρτα. Τα ακινητοποιημένα αυτοκίνητα κόρναραν κι ο Πέτρος ήταν ήδη στο δρόμο κραδαίνοντας το μασίφ γερμανικό κλειδί. Δυο, τρία, τέσσερα βήματα και ήταν πίσω από την πλάτη του, αλλά ο σφίχτης ήταν απασχολημένος -«θα σου σκίσω τον πάτο μωρή σκύλα», γκαπ, γκουπ. Το κλειδί έκανε μισή περιστροφή στον αέρα πριν σκάσει πάνω από το αυτί του και προκαλέσει μια έκπληκτη πτώση. Η γυναίκα στο κουπέ τσίριξε, ο σφίχτης δεν ήξερε αν πρέπει να πιάσει το κεφάλι του ή να συγκρατήσει το παπί που τον έπαιρνε από κάτω –όταν τον άρπαξε ο Πέτρος από τη μπλούζα.
«Με θυμάσαι ρε μαλάκα;»
Ο άλλος τον διέκρινε με δυσκολία γιατί τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα. Όταν ακούμπησε στην άσφαλτο, ο Πέτρος του άρπαξε το τσαντάκι που φορούσε στη μέση και τον άφησε με μια κλωτσιά στο στομάχι –για ενθύμιο. Έφυγε χωρίς να κοιτάζει πίσω του, κάποιοι οδηγοί είχαν βγει από τα αυτοκίνητά τους, αλλά βιάστηκαν να ξαναμπούν καθώς περνούσε δίπλα τους.
Έκανε λίγα εκατοστά όπισθεν και έριξε απότομα το μίνι προς το πεζοδρόμιο. Ευτυχώς ήταν ένα βολικό πεζοδρόμιο που του επέτρεψε να ξεφύγει μέσα από το πλαϊνό στενό. Πίσω του οι οδηγοί κόρναραν κι ο σφίχτης δεν έλεγε να σηκωθεί από την άσφαλτο. Χάθηκε πηγαίνοντας ανάποδα για να αποφύγει την κεντρική λεωφόρο –του πήρε μπόλικο χρόνο και χιλιόμετρα μέχρι να φτάσει στο κέντρο. Είδε την ώρα από το κινητό του και είχε ήδη αργήσει στο ραντεβού με τη Μαρία. Ευτυχώς που βρήκε εύκολα παρκάρισμα πάνω στην πλατεία της Δάφνης –έκρυψε το τσαντάκι κάτω από το κάθισμά του και βγήκε βιαστικά., αδιαφορώντας για την πινακίδα που απαγόρευε ρητά το παρκάρισμα.
Η Μαρία τον περίμενε σε ένα «απ’ όλα» μαγαζί. Τέτοια μαγαζιά σερβίρουν καφέ το πρωί, φαγητό το μεσημέρι και ποτό το βράδυ παίζοντας, ανελέητα, την ίδια άσχετη latin, hip hop μουσική. Την βρήκε να σκαλίζει ένα παναρισμένο κοτόπουλο με το πιρούνι της –κάθισε απέναντί της, ψάχνοντας το γκαρσόνι. Η Μαρία έκλαιγε.
«Έλα τώρα, ησύχασε, να δεις που όλα θα φτιάξουν», απόθεσε ένα άχρηστο κλισέ παρηγοριάς.
«Με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ότι θέλει να μείνει λίγο μόνος του».
«Εντάξει, συμβαίνουν αυτά».
«Όχι ρε Πέτρο, δεν συμβαίνουν όταν έχεις οικογένεια! Τι θα κάνουμε εμείς δηλαδή;»
«Ηρέμησε Μαρία. Τον ξέρεις καλά τον Κώστα και ξέρεις πως θα γυρίσει. Τι έγινε; Μήπως τσακωθήκατε;»
«Όχι. Εντάξει, τις τελευταίες μέρες είχε προβλήματα με τη δουλειά του, ήταν και αναστατωμένος από το ατύχημα του Άρη …»
«Το ποιο;»
«Α, δεν το ξέρεις;»
Δεν το ήξερε, αλλά τώρα το μάθαινε. Ο μαλάκας ο Άρης –μια ζωή σαν παλαβός οδηγούσε! Δεν έφταιγε αυτός –αλλά μόνος του το είχε πει –«όταν οδηγείς μηχανή, φταις –δεν φταις, εσύ φταις στο τέλος γιατί εσύ την πληρώνεις». Αφού δεν σκοτώθηκε –πάλι καλά να λέμε! Σκεφτόταν για να κατανικήσει το σφίξιμο στο στομάχι. «Ένας χαμένος, ένας με σίδερα –πολύ γρήγορα καταρρέουμε».
«Πέτρο;»
«Λέγε»
«Για τα παλιά τσακωθήκατε;»
«Ποια παλιά;»
«Ξέρεις … τον Γιαννάκη και την …»
«Άστο μωρέ, μην τα σκαλίζεις», ο Πέτρος τινάχτηκε απότομα για να βουτήξει το βιαστικό γκαρσόνι. Έσκαγε για μπύρα.
«Λέω … μήπως έφυγε για κάτι τέτοιο…»
«Δηλαδή;»
«Ξέρω ‘γω … Έχει κλείσει η ιστορία μεταξύ σας και …;»
Ο Πέτρος ετοιμάστηκε να φτύσει αλλά δεν χρειάστηκε. Όπως δεν χρειαζόταν να της δώσει εξηγήσεις. Δεν έπρεπε κιόλας.
«Όλον αυτόν τον καιρό είσαστε καλά με τον Κώστα;»
«Καλά. Κανονικά δηλαδή. Γιατί;»
«Ρωτάω»
Η Μαρία αγγίζει το μανίκι του με κατεβασμένο κεφάλι.
«Δεν ξέρω. Είμαστε όπως όλες οι οικογένειες. Μη με ρωτήσεις αν είμαι ευχαριστημένη. Δεν έχω χρόνο να το σκεφτώ. Ο Κώστας είναι μια ζωή επισκέπτης. Αδιαφορεί για τα πάντα, όλα στο σπίτι εγώ πρέπει να τα αποφασίζω. Και μετά κατεβάζει μούτρα γιατί δεν του αρέσει αυτό που αποφάσισα. Τι να γίνει δηλαδή; Ποτέ δεν προτείνει κάτι –κι αν καμιά φορά ανοίξει το στόμα του, όλο παράλογα πράγματα λέει. Έχει πάρει εργολαβία το παραμύθι και με αφήνει μόνη, να ξεχρεώσω με την πραγματικότητα. Σαράντα χρονών άνθρωποι –βαρέθηκα ρε Πέτρο!»
Πίνει τη μπύρα του βιαστικά γιατί δεν αντέχει τη μιζέρια της. Εντάξει, δίκιο έχει –η ζωή είναι εκεί έξω, γεμάτη υποχρεώσεις, τη ζεις ή περνάει πάνω σου σαν μπουλντόζα. Κι ο Κώστας έχει την πολυτέλεια να αδιαφορεί επειδή υπάρχει η Μαρία. Αλλιώς …
Οι συνομήλικοί τους ποτέ δεν πάτησαν και με τα δυο πόδια στην πραγματικότητα. Χαμένοι πριν καν προσπαθήσουν, γιατί βρέθηκαν στο δρόμο μετά από μια γενιά ηρώων –τι μένει να κάνεις όταν οι προηγούμενοι έγραψαν ιστορία; Απογοητευμένοι στην εκκίνηση, μπερδεμένοι στην κούρσα, τερμάτισαν όταν οι θεατές είχαν αποχωρήσει από το στάδιο. Για ποιο λόγο; Έτσι –δεν υπήρχε λόγος, πέρα από το ότι όλοι οι προορισμοί οδηγούν σε ένα τέλος. Χωρίς σκοπό, γιατί οι καλοί τους πυροβολούσαν στην πλάτη και οι κακοί σημάδευαν τα πόδια τους. Γι΄ αυτό ήταν μονίμως οργισμένοι. Αλλά η οργή, όταν δεν έχει στόχο γυρίζει πάνω σου. Τους εαυτούς τους μίσησαν λοιπόν –γιατί δεν είχαν την αξιοπρέπεια να πεθάνουν στα 30 και να ζήσουν προηγουμένως. Οι συνομήλικοί τους ποτέ δεν πάτησαν και με τα δυο πόδια στο όνειρο, επίσης.
Του είπε κι άλλα η Μαρία -παράπονα από τη δουλειά της, βαρετές πληροφορίες για την εφηβεία του Δημήτρη, αγχωτικές συμβουλές για τις καινούργιες φορολογικές δηλώσεις. Αλλά ο Πέτρος δεν της ανέφερε τίποτα σχετικά με την επίθεση στο βιβλιοπωλείο και η Μαρία δεν πρόσεξε τα σημάδια πάνω του. Ποτέ δεν πρόσεχε ιδιαίτερα την εμφάνιση των άλλων η Μαρία. Όταν σηκώθηκε να φύγει, τον σταμάτησε …
«Αν δεις τον Κώστα …»
«Δεν θα τον δω Μαρία» κι έφυγε βιαστικός, ελπίζοντας πως δεν θα είχε τσιμπήσει καμιά κλήση…
Οδηγούσε αφηρημένα, με την κλήση σκαλωμένη στο παρμπρίζ, ψάχνοντας κάποιο ήσυχο μέρος για να ρίξει μια ματιά στο τσαντάκι που περίμενε κάτω από το κάθισμά του. Βρήκε χώρο να παρκάρει, πίσω από τον μαντρότοιχο του Α΄ Νεκροταφείου. Μέχρι που άναψε και τσιγάρο για να το ευχαριστηθεί, κάτω από τις καχεκτικές λεύκες.
Στην μπροστά θήκη υπήρχε ένα κινητό. Έλεγξε τη μπαταρία του, ευτυχώς ήταν γεμάτη –δεν είχε καμιά όρεξη να σβήσει το κινητό και να ψάχνει κωδικούς ενεργοποίησης. Έλεγξε τα τελευταία τηλέφωνα στη μνήμη –αντρικά ονόματα εναλλάσσονταν με φανταχτερά γυναικεία. Ο τύπος, προφανώς δούλευε και σαν νταβαντζής. Ή συνοδός των κοριτσιών. Κοίταξε το παλιότερο αποθηκευμένο νούμερο –άδικος κόπος –η μνήμη έφτανε μέχρι τρεις μέρες πίσω. Θα έπρεπε να ψάξει στον κατάλογο της συσκευής.
Άνοιξε το κεντρικό φερμουάρ –πορτοφόλι, αναπτήρας (αλλά, όχι τσιγάρα), ένα κουτί πολυβιταμίνες κι ένας σουγιάς με ελατήριο. Αυτόν τον έβαλε στην πίσω τσέπη του παντελονιού του και βάλθηκε να ψάχνει το εσωτερικό του πορτοφολιού. Μια πλαστικοποιημένη κάρτα μέλους του Συνδέσμου Φιλάθλων ΠΑΟ –Νεάπολης, με κωδικό αλλά χωρίς όνομα, μια φωτογραφία από διαδήλωση –ο μαλάκας να χαιρετάει ναζιστικά την ελληνική σημαία κι ένας αριθμός τηλεφώνου γραμμένος σε ριγέ χαρτί. Ο Πέτρος άδειασε το πορτοφόλι και το πέταξε μαζί με το τσαντάκι στον κοντινότερο κάδο. Δεν περίμενε να βγάλει άκρη από όσα βρήκε, αλλά δεν έχανε τίποτα να το ψάξει.
Οδήγησε χαλαρά μέχρι το σπίτι του και μπήκε μέσα, κλωτσώντας φακέλους με διαφημιστικά. Αραγμένος στον καναπέ, σκεφτόταν να βάλει μουσική και να γίνει λιώμα με το τελευταίο μπουκάλι τζιν που τον περίμενε στον πάγκο της κουζίνας. Έβαλε πάγο σε ένα καθαρό νεροπότηρο και προσπέρασε το ακανθώδες κεφάλαιο της επιλογής κατάλληλης μουσικής. Όταν πίνεις, είναι προτιμότερο να φτιάχνεσαι με τηλεόραση –χάνεις πιο γρήγορα την αίσθηση του χωρόχρονου.
Κατέβαζε το τρίτο ποτήρι, απορροφημένος από ένα ντοκιμαντέρ για τους πιγκουίνους, όταν χτύπησε το κινητό. Όχι το δικό του –το άλλο. Η κλήση ήταν από απόκρυψη.
«Ναι;»
«Σηκώνεις και ξένα κινητά μαλάκα;»
«Μέχρι και πεσμένους πούτσους σηκώνω άμα λάχει».
Ο άντρας στην άλλη άκρη της γραμμής έμεινε για λίγο σιωπηλός.
«Αυτό το τελευταίο θα σου χρειαστεί σύντομα γιατί την έφερες πούστικα στον δικό μας».
«Ενώ αυτός μου είχε ξηγηθεί σπαθί –έτσι;»
«Δεν πήρα για να κουβεντιάσουμε παπαριές.»
«Τότε γιατί πήρες;»
«Για να σου λύσω τις απορίες».
«Όπως;»
«Όπως, ας πούμε, γιατί σου γαμήσαμε το μαγαζί».
«Γιατί είσαστε σκατομαλάκες»
«Έξυπνο. Αλλά πέφτεις έξω. Αυτό που έγινε ήταν μια απλή υπενθύμιση από έναν παλιό φίλο. Σας στέλνει χαιρετίσματα και σας θυμάται ακόμα. Έτσι μου είπε να σου μεταφέρω. Σας θυμάται ακόμα. Όλους σας».
Όλους; Ο Πέτρος έκρυψε τον εκνευρισμό του.
«Τίποτα άλλο;»
«Αυτά. Και μπορείς να κρατήσει το κινητό -χάρισμά σου λιγούρη. Θα σου χρειαστεί για να καλέσεις ασθενοφόρο. Σύντομα».
Κλικ.
Ο Πέτρος έμεινε να κοιτάζει το κινητό –ήταν πιο εξελιγμένο μοντέλο από το δικό του. (Πιέστηκε να μην σκεφτεί το προφανές). Ωραίο κινητό, πολυφωνικό, με φωτογραφική μηχανή ενσωματωμένη. Κοίταξε τον ηλεκτρονικό φάκελο με τις φωτογραφίες –γυμνές γυναίκες και αρχαιοελληνικά σύμβολα. Πέρασε στα γρήγορα τον τηλεφωνικό κατάλογο της συσκευής, αλλά δεν βρήκε κάτι να του κινήσει την περιέργεια. Άδειασε το ποτήρι και το ξαναγέμισε με τζιν. Οι πιγκουίνοι είχαν φύγει από την οθόνη και, στη θέση τους, μια σιτεμένη με συμπαγές μαλλί, έλεγε ειδήσεις. Το χάσιμο!
Ο Κατσούλας (σάλιο προσγειώνεται δίπλα στο πόδι του καναπέ) βγαίνει, κατά πως φαίνεται, από το λαγούμι του. Τόσα χρόνια φρόντιζε να οχυρώσει την απόσταση ανάμεσά τους –τώρα νιώθει ασφαλής να τους προκαλέσει. Όλους τους. Δεν ξέρει πως η παρέα δεν υπάρχει πλέον; Ίσως και να το ξέρει, γι΄ αυτό παίρνει θάρρος. Όσο ήταν και οι τρεις μαζί, έμοιαζε αδύνατο να τον αντιμετωπίσουν. Τώρα που είναι ο καθένας για την πάρτη του … Ο Πέτρος διστάζει στο μέτρημα –μην υπολογίζεις τον Άρη, αυτός με το ζόρι κινείται, αλλά ο Κώστας; Που είναι, τι κάνει και γιατί απομονώθηκε; Ο Πέτρος σηκώνεται και φοράει τα παπούτσια του. Καθαρίζει με νερό, όσο οινόπνευμα βγαίνει από τους πόρους του προσώπου του και σταματάει μπροστά στον καθρέφτη του χωλ. Είναι έτοιμος αλλά δεν ξέρει που να πάει. Όπως και σε ολόκληρη τη ζωή του άλλωστε. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή χτυπάει το τηλέφωνο.
«Ναι;»
«Πέτρο; Αλίκη Παπαγιάννη εδώ»
Αυτή μόνο του έλειπε τέτοια ώρα.
«Τι κάνεις Αλίκη μου;»
«Μια χαρά. Κοίτα … έμαθα για την καταστροφή στο βιβλιοπωλείο … τι ήταν αυτό βρε παιδί μου; Βαρβαρότητα … είμαι σοκαρισμένη…»
«Ναι, όπως τα λες».
«… και ήθελα να σε ρωτήσω τι γίνεται με το βιβλίο μου …»
«Όλα προχωράνε κανονικά, μην αγχώνεσαι»
«Α, μάλιστα. … κοίτα Πέτρο μου … νομίζω πως θα ξαναγυρίσω στον παλιό μου εκδοτικό οίκο …καταλαβαίνεις … υπάρχει κάποιο δέσιμο, παρόλα όσα έγιναν … αλλά μην ανησυχείς –θα σου επιστρέψω την προκαταβολή …ε;»
«Όπως θέλεις Αλίκη. Τώρα συγνώμη αλλά είμαι λίγο βιαστικός. Θα μιλήσουμε άλλη φορά για τα διαδικαστικά».
Κλείνει το τηλέφωνο πριν προλάβει αυτή να τον αποχαιρετήσει –το έχει άλλωστε η σημερινή μέρα – τηλεφωνικές συνδιαλέξεις που διακόπτονται απότομα. Βγαίνει βιαστικός, ξεχνώντας ότι δεν ξέρει που θέλει να πάει. Ευτυχώς που το αυτοκίνητό του ξέρει τον δρόμο. Δυτικά, από τη λεωφόρο που οδηγήσει σε γέφυρες, μακριά από τις γραμμές του τραίνου –εκεί που αραιώνουν τα σπίτια της πόλης. Αργή, βαρετή διαδρομή ανάμεσα σε γκρίζα κτίρια εταιρειών. Όταν τελειώσουν κι αυτά, θα φανεί το μοναδικό οίκημα με κήπο. Είναι καλοδιατηρημένο οίκημα, βαμμένο χαρούμενα, αλλά δεν μπορείς να το δεις από τον δρόμο. Γιατί τα δέντρα του κήπου σου κόβουν τη θέα. Πρέπει να φτάσεις στην καγκελόπορτα για να διακρίνεις το μικρό, ξύλινο, φυλάκιο και τον θυρωρό που διαβάζει περιοδικά –μέσα σ’ αυτό. Ο Πέτρος κορνάρει προειδοποιητικά.
«Καλησπέρα, μπορώ να περάσω;»
Ο θυρωρός σηκώνεται βαριεστημένα.
«Θέλετε να επισκεφθείτε κάποιον ασθενή;»
«Ναι»
«Μισό λεπτό να ειδοποιήσω».
Του χρειάζονται πέντε λεπτά για να παρκάρει στο πίσω μέρος του οικήματος και άλλα δυο λεπτά για να φτάσει στη ρεσεψιόν. Καθυστερεί, γιατί κόβονται τα γόνατά του κάθε φορά που έρχεται εδώ, κάθε φορά που πρέπει να ανέβει στον τρίτο όροφο.
Στο σαλόνι του ορόφου, άνθρωποι με πιτζάμες και ρόμπες κάνουν φασαρία μπροστά από έναν δέκτη τηλεόρασης. Αυτή όμως κάθεται μόνη της στο βάθος, σε ένα μικρό τραπεζάκι γεμάτο με πούλια του ντόμινο. Ο Πέτρος φέρνει μια καρέκλα απέναντί της.
«Γεια σου Άλεξ».
Η γυναίκα σηκώνει το βλέμμα, αλλά δεν παρατάει τα πούλια. Μακριά γκρίζα μαλλιά, πρέπει να τα διώξει από το πρόσωπό της για να τον δει. Δυο κουμπιά του νυχτικού ανοιχτά και πρέπει να τα κλείσει –αποφασίζει, μετά από σκέψη, πως όλα αυτά δεν γίνονται κρατώντας τα πούλια.
«Είσαι καλά;»
«Ναι. Καλά», παιδεύεται με τα κουμπιά. Κοιτάζει τον Πέτρο, αλλά στην πραγματικότητα κοιτάζει πίσω από τον Πέτρο. Σαν άνθρωπος που προσπαθεί να δει τι συμβαίνει, μέσα από φιμέ τζάμι.
«Ήρθα βιαστικά αυτή τη φορά και δεν σου έφερα τίποτα», ο Πέτρος μιλάει στον αέρα, ψάχνοντας για επαφή.
«Δεν πειράζει. Εδώ τα έχουμε όλα, φτάνει να τα ζητήσουμε. Να φανταστείς, τις προάλλες μας έδωσαν κρεμ καραμελέ. Σου αρέσει η κρεμ καραμελέ;» η Άλεξ έχει ζωντανέψει απροειδοποίητα, χαμογελάει και κουνάει τα χέρια της.
«Ναι μου αρέσει πολύ», λέει ψέματα ο Πέτρος.
«Εμένα καθόλου», η Άλεξ συννεφιάζει εξίσου απροειδοποίητα. «Μυρίζει καμένο και με αηδιάζει. Αλλά όλοι έλεγαν πως είναι ωραία, την έφαγα με το ζόρι και έκανα εμετό αμέσως μετά. Κρυφά».
Ο Πέτρος πάει να πει κάτι, αλλά το μετανιώνει αμέσως. Προτιμά να κοιτάξει τη γυναίκα που μοιάζει με εκείνο το παλιό κορίτσι, μόνο στα στοιχεία ταυτότητας. Γι’ αυτό ήρθε άλλωστε. Για να βεβαιωθεί ότι θυμάται, για να σιγουρευτεί ότι μισεί.
«Τι κάνουν οι άλλοι;» ρωτάει μέσα από τα δάχτυλά της, γιατί τα μαλλιά και πάλι έπεσαν μπροστά στα μάτια της.
«Α, όπως τα ξέρεις. Ο Κώστας … ο Άρης είχε ένα ατύχημα με τη μηχανή …»
«Σοβαρό;»
«Όχι μωρέ –μασάει ο Άρης από τούμπες;»
«Αχ ναι δίκιο έχεις! Θυμάσαι τότε που με πήγαινε … που με πήγαινε; Καλά δεν έχει σημασία … και γλιστράμε σε κάτι λάδια, που λες, και φεύγει η μηχανή …», σκέφτεται, αλλάζοντας διάθεση «… ακόμα έχω το σημάδι στη γάμπα μου … αλλά δεν πονάει πια …».
Ο Πέτρος της πιάνει το χέρι, θέλει να της πει ότι ποτέ άλλοτε δεν πρόκειται να ξαναπονέσει –αλλά δεν είναι καλός στα ψέματα. Η Άλεξ θα λιώσει στη ψυχιατρική κλινική για όσα χρόνια αντέχει ακόμα. Αν προλάβει –θα πάθει ανακοπή, στον ύπνο της –αυτό θα είναι το καλύτερο, για να τη βρουν χαμογελαστή το επόμενο πρωί. Αν καταφέρει να επιβιώσει για πολλά χρόνια, θα την τελειώσουν με κάποια κοκτέιλ φαρμάκων –έτσι γίνεται στις καλές κλινικές. Κρατάνε τον ασθενή όσο τα χρήματα που πληρώνεις είναι περισσότερα από τις ανάγκες του. Όταν αρχίσει να χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα, μετατρέπεται αυτομάτως σε παθητικό. Και με παθητικά δεν κλείνουν οι ισολογισμοί.
«Κάποιος μου είπε κάτι, μια μέρα», λέει η Άλεξ στα πούλια του ντόμινο. «Μου είπε πως ξεραίνονται τα δέντρα στον κήπο κι αυτό είναι πολύ κακό, γιατί σε λίγο θα μας βλέπουν όσοι περνάνε απέξω. Το φαντάζεσαι;»
«Λάθος θα έκανε Άλεξ. Εγώ, τώρα μόλις τα είδα και είναι μια χαρά. Μην πιστεύεις τέτοια πράγματα».
Η Άλεξ έχει επικεντρωθεί στα πούλια του ντόμινο –τα στήνει όρθια, με τους αριθμούς προς το μέρος της μουρμουρίζοντας «… ξεραίνονται, ξεραίνονται …».
Η Πέτρος νιώθει άβολα, όπως κάθε φορά που την επισκέπτεται. Στην αρχή έρχονταν όλοι μαζί –ο Κώστας έκανε φασαρία και ενθουσίαζε την Άλεξ, ο Άρης έσπρωχνε ξαφνικά το τραπέζι για να την ξαφνιάσει –την άφηναν μετά από ώρες εξουθενωμένη, έτοιμη για ύπνο. Μερικές φορές και χαμογελαστή. Αλλά με τον καιρό αραίωσαν τις επισκέψεις τους οι άλλοι –κι ο Πέτρος δηλαδή, είχε φτάσει να το βλέπει σαν υποχρέωση.
«Ήρθε χτες» θυμήθηκε απότομα η Άλεξ.
«Ποιος ήρθε;»
«Ο Κώστας. Ήρθε χτες και με είδε. Δεν το ήξερες;»
«Όχι, που να το ξέρω;» απόρησε αυτόματα ο Πέτρος.
«Ε, μα δεν σου το είπε; Τέλος πάντων, ήρθε και με είδε. Μου έφερε κάτι φορέματα, δύο φορέματα. Και σοκολατάκια!»
«Α ναι;» ο Κώστας είχε περάσει από εδώ. Το γιατί ήταν προφανές. Ο Κώστας πέρασε κι αυτός για τον ίδιο λόγο –για να γεμίσει με μίσος το μυαλό του. Άρα, σκέφτονταν και οι δυο το ίδιο πράγμα. Άρα, είχε ειδοποιηθεί κι αυτός … Ο Πέτρος ευχόταν μόνο να μην είχαν φτάσει μέχρι τον Άρη, όχι ακόμα. Εκείνη τη στιγμή ήθελε όσο τίποτα στον κόσμο να συναντηθεί με την παρέα, να σκεφτούν μαζί, να προφυλαχτούν. Και μαζί να κάνουν την κίνησή τους.
«Σου είπε τίποτα ο Κώστας;»
Η Άλεξ ζάρωσε το μέτωπο, κάτι προσπαθούσε να θυμηθεί και αυτό της έφερνε φανερή δυσφορία.
«Καλά, άστο δεν πειράζει. Θα τον δω και θα μου πει ο ίδιος» σηκώθηκε απότομα. «Λέω να πηγαίνω, θα με βγάλεις μέχρι έξω; Να κάνουμε και μια βόλτα στον κήπο».
Η Άλεξ έσπρωξε πίσω την καρέκλα και φόρεσε μια φανελένια ρόμπα πάνω από το νυχτικό της. Φάντασμα. Ο Πέτρος την κοίταζε στο πλευρό του και διέκρινε τις φλέβες, κάτω από διάφανο δέρμα της. Πάντα ήταν αδύνατη η Άλεξ, αλλά τώρα πια, ήταν σκελετωμένη. Κατέβηκαν τις σκάλες κουτσαίνοντας και οι δυο.
«Κουτσαίνεις;»
«Ναι, έπεσα στο μπάνιο τις προάλλες. Αλλά δεν είναι τίποτα. Όταν ήρθε να με δει ο Κώστας ήταν χειρότερα. Τρόμαξε. Μου είπε …», ακόμα ένα ζαρωμένο μέτωπο, «εσύ κουτσαίνεις;»
«Ναι. Έπεσα από τις σκάλες».
«Ποιες σκάλες;»
«Στο βιβλιοπωλείο. Θα σε πάρω μια μέρα να το δεις, είμαι σίγουρος πως θα σου αρέσει. Και να πάρεις ότι βιβλία θέλεις –εντάξει;» απέφυγε τα μάτια της γιατί δεν ήταν καλός στα ψέματα. Δεν ξέρει κιόλας αν θα μπορούσαν να διακρίνουν κάτι τα μάτια της –πεθαμένα είναι πλέον, σε πλήρη αρμονία με το υπόλοιπο σώμα της.
Έχει νυχτώσει στον κήπο, περπατάνε χαζεύοντας τριγύρω. Η Άλεξ του δείχνει μια νεραντζιά –«την κλάδεψα και μου είπαν να την μπολιάσω για να βγάλει φρούτα και φέτος –αλλά είναι πικρά τα νεράντζια κι εγώ αρνήθηκα να τη μπολιάσω -αυτή όμως έβγαλε φρούτα έτσι κι αλλιώς». Πικρά. Σαν τη δυστυχία που φοράει, δερμάτινη μάσκα στο πρόσωπό της. Φτάνουν στο παρκαρισμένο αυτοκίνητο κι ο Πέτρος ξεκλειδώνει.
«Στάσου…»
Σταματάει με την πόρτα μισάνοιχτη.
«Θυμήθηκα! Ο Κώστας μου είπε πως θα με βγάλει από εδώ μέσα! Θα με πάρει μαζί του! Έξω!», κάποια ξεχασμένη λάμψη στα μάτια της.
«Αλήθεια;»
«Ναι σου λέω! Θα με πάρει. Πρέπει πρώτα να τακτοποιήσει κάτι δουλειές –έτσι μου είπε, γιατί κάπου χρωστάει … κάτι πρέπει να ξεχρεώσει … να δεις πως μου το είπε …»
Ο Πέτρος την κοιτάζει αλλά βλέπει τον Κώστα πάνω της. Μόνο αυτός έχει την ικανότητα να ζωντανέψει πεθαμένους, ή τουλάχιστον την είχε αυτή την ικανότητα πριν καταντήσει ζόμπι κι ο ίδιος. Φαίνεται ότι το ξανάκανε, φαίνεται πως του ξαναήρθε η ικανότητα –ένας Κώστας ολοζώντανος κυκλοφορεί εκεί έξω μετά από δέκα χρόνια λήθαργου. Μπορεί και περισσότερα.
«Ναι σου λέω! Θα με πάρει. Μου το είπε και με σήκωσε αγκαλιά, ψηλά, με στριφογύρισε κιόλας. Τι λες;»
«Λέω πως ο Κώστας θα το κάνει. Αφού σου το είπε, θα έρθει να σε πάρει από εδώ μέσα» και αυτή τη φορά ο Πέτρος δεν νιώθει ότι λέει ψέματα.
«Κι ο Γιαννάκης ήρθε!», πετάγεται ξαφνικά η Άλεξ. «Πριν κάτι μέρες, ήρθε ένα αυτοκίνητο –να, εδώ που έχεις παρκάρει το δικό σου –κι ο Γιαννάκης ήταν κρυμμένος στο πορτ μπαγκάζ. Πάει να βγει, που λες, και σκοντάφτει στην πόρτα … κάναμε κάτι γέλια!»
Ο Πέτρος αφήνει την μισάνοιχτη πόρτα και την παίρνει αγκαλιά.
«Ησύχασε γλυκιά μου, ο Γιαννάκης δεν ήρθε. Γιατί ο Γιαννάκης δεν έφυγε και ποτέ –σωστά;»
Σφίγγεται πάνω του, στυφή μυρωδιά χαπιών ανακατεμένη με αντισηπτικό φτάνει στη μύτη του Πέτρου –μια ακόμα χρήσιμη υπενθύμιση. Έχει μπει ήδη στο αυτοκίνητο, όταν η Άλεξ του χτυπάει το τζάμι.
«Ναι;»
«Κι ο άλλος;» η Άλεξ φτύνει στο χώμα.
Ο Πέτρος χαμογελάει ψεύτικα. «Δεν υπάρχει άλλος, Άλεξ. Στον ύπνο σου θα τον είδες, δε υπήρξε ποτέ άλλος στην πραγματικότητα», αν έβλεπε τον εαυτό του θα τρόμαζε γιατί το χαμόγελό του μοιάζει με αποκριάτικη μάσκα βρικόλακα. Θα το κρύψει επιμελώς, όσο κουνάει το χέρι του αποχαιρετώντας την, αλλά αυτό θα ξαναεμφανιστεί απρόσκλητο όσο οδηγεί προς την έξοδο.
Οδηγεί με τα μάτια μισόκλειστα στην άδεια λεωφόρο, οδηγεί με το ένα χέρι –ενώ στο άλλο ανοιγοκλείνει τον σουγιά. Σκέφτεται ότι το ελατήριό του θέλει λάδωμα, γιατί η λεπίδα σκαλώνει, κάθε φορά που πατάει το κουμπί. Σκέφτεται ότι η επαγγελματική του ζωή δεν έχει καμιά ελπίδα ανάκαμψης, αλλά αυτό δεν τον ενδιαφέρει πια –και είναι περίεργο, αφού την αγαπούσε πολύ τη δουλειά του. Κάποτε. Σκέφτεται ότι δεν έχει καμιά απολύτως ιδέα σχετικά με το πώς θα τα καταφέρει. Σκέφτεται το χέρι που σπρώχνει τη λεπίδα, κόντρα στην αντίσταση του σώματος. Μετά, ξεσφίγγει την παλάμη του για να ανακαλύψει πως είναι γεμάτη αίματα από το αγκάλιασμα της λεπίδας. Και δεν σκέφτεται άλλο πια. Τώρα.
(συνεχίζεται -η εκτύπωση Ευ-άγγελε)

Επόμενη σελίδα: »



Follow

Get every new post delivered to your Inbox.