Κάτω από τα γρανάζια

Πότε αρχίζει μια ιστορία; Όταν μπαίνουν σε κίνηση τα γρανάζια της σύμπτωσης ή πιο πριν; Ο Σαρτ κάτι είχε πει σχετικά με το θέμα –αλλά ο Σαρτ ήταν μαλάκας. Στην ιστορία του Σταύρου πάντως, τα γρανάζια πήραν μπροστά ένα ξημέρωμα, στο Αστυνομικό Τμήμα Εξαρχείων.

Τώρα εσύ, τι καταλαβαίνεις από αυτό; Σχεδόν τίποτα –οπότε πρέπει να σε γυρίσω λίγο πίσω, να σου εξηγήσω γιατί βρέθηκε ο Σταύρος μαζί με 15 άλλους κι εκείνη στο Αστυνομικό Τμήμα. Άσε που πρέπει να σου πω και δυο λόγια για τον Σταύρο. Άρα η ιστορία δεν αρχίζει ποτέ –απλά μοιάζει με μια φωτογραφία, που σου δείχνουν κι εσύ ρωτάς να μάθεις ποιος είναι ο ψηλός τυπάκος. Κάτι τέτοιο, νομίζω είχε πει κι ο Σαρτ –αλλά παραμένει μαλάκας.

Ο ψηλός τυπάκος λοιπόν, ήταν ο Σταύρος. Τριάρι (με τάσεις για τεσσάρι) στην ομάδα μπάσκετ του Λυκείου και προοπτικές για κάτι καλύτερο –αλλά μέχρι εκεί. Ο Σταύρος ήταν το αστέρι της τάξης όσο ήταν στο σχολείο και ο κλασσικός εξωσχολικός μαλάκας όταν αποφοίτησε. Μαλάκας ήταν πάντοτε δηλαδή –όπως όλοι οι ωραίοι γκόμενοι που δεν χρειάστηκε ποτέ να την πέσουν σε μια γυναίκα. Άμα δεν δουλέψεις, δεν μαθαίνεις να εκτιμάς το πιάτο φαΐ που τρως –έτσι έλεγε ο παππούς μου κι ας μην είχε διαβάσει ποτέ Σαρτ. Κι ο Σταύρος δεν τις εκτιμούσε τις γυναίκες. Ενθουσιαζόταν στην αρχή, βαριόταν στη μέση, κατέβαζε μούτρα και κλεινόταν στο τέλος.

Μετά το σχολείο έχασε την αίγλη του ο Σταύρος. Οι πανελλαδικές πέρασαν και δεν τον ακούμπησαν –Σεπτέμβρη έδωσε τα μαθήματα γιατί είχε μείνει από απουσίες. Και όταν οι υπόλοιποι κερνούσαμε μπύρες στου Μπιλ του Χοντρού, για να γιορτάσουμε το φοιτητηλίκι, ο Σταύρος γέλαγε ψεύτικα –δεν είχε συνηθίσει βλέπεις να είναι στη σκιά. Μέχρι που βιδώθηκε, τράβηξε μια δυνατή με το ποτήρι του πάνω στα «γειά μας ρε!», γέμισε το τραπέζι γυαλιά και άφησε τον Κωστάκη τον Λάτε χωρίς μπύρα.

Στο καπάκι σηκώθηκε κι εξαφανίστηκε, αφήνοντας την παρέα μουγκή και τον Μπιλ με τη Χριστοπαναγία στο χέρι (Χριστοπαναγία λέγαμε τη σφουγγαρίστρα και το φαράσι, γιατί, όποτε τα χρησιμοποιούσε ο Μπιλ φρόντιζε να κατεβάζει καντήλια με το κιλό).

Τον πετύχαμε αργότερα –είχε πηδήξει τα κάγκελα του σχολείου και κοπάναγε μια μπάλα στο ταμπλό της μπασκέτας. Όταν μας είδε, έκανε τον κινέζο. «Περιμένω κάτι κολλητούς για ένα διπλάκι», φώναξε πίσω από τα κάγκελα, χωρίς να μας κοιτάξει. Φύγαμε και τον αφήσαμε. Πίσω από τα κάγκελα.

Μετά ακολούθησε η περίοδος του «εξωσχολικού μαλάκα». Ενώ εμείς λιαζόμασταν στα Πανεπιστημιακά γρασίδια, ο Σταύρος την έπεφτε σε μαθητριούλες και έτρωγε το στράβωμα των μαθητών. Το ξέρω γιατί κι εμείς το είχαμε κάνει. Δε γουστάρεις να έρχεται ο ξέμπαρκος στα διαλείμματα και να την πέφτει στη γκομενίτσα που χαλβαδιάζεις ολόκληρο τρίμηνο. Ούτε ο Σταύρος γούσταρε όσο ήταν μέσα. Αλλά τι να έκανε τώρα που βρέθηκε απέξω; Μέχρι που το καινούργιο αστέρι της Τρίτης Λυκείου του την έπεσε σε στυλάκι «άδειαζέ μας τη γωνιά ρε γέρο» και ο Σταύρος προτίμησε να αποσυρθεί παρά να τον βάλει να μαζεύει δόντια από το τσιμέντο. Είπαμε –μαλάκας ο Σταύρος, αλλά όχι κι έτσι! Θυμόταν πέντε πραγματάκια από την εποχή που αυτός έδιωχνε τους εξωσχολικούς.

Ήταν οι αμέσως επόμενες χρονιές από το καταραμένο 1984 και οι «ψαγμένοι» ψαχνόμασταν. Τι εννοούσε ακριβώς ο Όργουελ και μήπως είχε έρθει η κοινωνία που προέβλεπε; Συζητήσεις με βαριά κεφάλια από ούζα, συμπεράσματα που ανατρέπονταν πριν διατυπωθούν και αναβρασμός στην πλατεία Εξαρχείων.

Ο Σταύρος δεν τρελαινόταν με την πολιτική. Οι συζητήσεις του έφερναν χασμουρητά και τα επιχειρήματά του εξαντλούνταν σε αποφθέγματα του τύπου «άστους να γαμιούνται –εμείς είμαστε στην απέξω».Αλλά γούσταρε την πλατεία, ειδικά τις μουσικές που είχαν σκάσει στα μαγαζιά της. Ήταν και γρήγορος, απέφευγε τα μπλόκα που σκούπιζαν την περιοχή –είχε βρει τη χαρά του ο Σταύρος. Μέχρι που ανακάλυψε τον «ΠΗΓΑΣΟ». Τραβιόταν με μια ξενέρωτη παρέα εκείνο το βράδυ και γινόταν της πουτάνας από κόσμο στα πέριξ. Στο «Αν» έπαιζαν οι «Αίολος» που τους είχε σκυλοβαρεθεί. Κλασσικό ροκ του κερατά και σόλα κατά βούληση. Εντάξει, τα παλικάρια ήταν καλά για να κάνεις καμάκι -γιατί όποτε έπαιζαν, μάζευαν με το τσουβάλι τις ρομαντικές γκομενίτσες. Αλλά πάλι –πόσες φορές να ακούσεις διασκευή το «That smell»; Έλεγαν να πάνε «ΚΥΤΤΑΡΟ» αλλά ο Παυλάκης ο Σιδηρόπουλος είχε αρχίσει να τον νευριάζει τον Σταύρο. Δεν πήγαινε μια βδομάδα που τον είχε πετύχει αραχτό στη ντισκοτέκ απέναντι από το «ΚΥΤΤΑΡΟ». Ήρθε ο αστεράτος ο Παυλάκης, μόλις τέλειωσε το πρόγραμμά του απέναντι και την έπεσε στην γκομενίτσα που έψηνε ο Σταύρος. Σιγά ρε γίγαντα! Είσαι εξωσχολικός ρε γαμώτο, δεν το καταλαβαίνεις; Κι έτσι ο Σταύρος έκανε μούτρα του Παυλάκη. Για κάνα μήνα τουλάχιστον.

Ο «ΠΗΓΑΣΟΣ» δεν είχε ανοίξει πολύ καιρό. Βρισκόταν και δίπλα στο Αστυνομικό Τμήμα –που να τρέχουμε τώρα. Αλλά εκείνο το βράδυ έτρεξαν. Η παρέα και ο Σταύρος μαζί.

Ο «ΠΗΓΑΣΟΣ» ήταν αγκίστρι σκέτο για τον Σταύρο. Αμέσως μόλις μπήκε στο μαγαζί, ένιωσε το κόλλημα να τον ψάχνει. Όταν βγήκαν και οι Antitropau Council στη σκηνή –το κόλλημα τον βρήκε μετωπικά. Καμιά σχέση φίλε! Ο Ντρενογιάννης βόλταρε με την κιθάρα στο γόνατο ενώ ο Βασιλάκης ο Τζαβάρας τραγουδούσε «Im running towards nothing/ again and again and again». Θεοί! Και είχαν κάτι κομματάκια δικά τους που ξεσήκωναν τους ντεθιάρηδες. Τώρα –όταν ξεσηκώνονται οι ντεθιάρηδες, μη φανταστείς καμιά μεγάλη ζημιά. Απλά έφευγαν από τον ένα τοίχο, κουτούλαγαν στον απέναντι και πάλι πίσω. Τέτοια πράγματα.

Καθημερινός θαμώνας στον «ΠΗΓΑΣΟ» ο Σταύρος. Το άνοιγε και το ‘κλεινε το μαγαζί, γνωστός με τις γκαρσόνες (αυτό έλειπε δα!), κολλητός με τον dj, μέχρι και με τα παιδιά από τα γκρουπάκια είχε αποκτήσει σχέσεις. Και άρρωστος με Antitropau –χωρίς δεύτερη κουβέντα.

Οι φασαρίες της πλατείας έφεραν περισσότερο κόσμο στο μαγαζί. Και μαζί με τον κόσμο ήρθαν τα ΜΑΤ –καθημερινές επισκέψεις, «τι κάνετε;», «πως είστε;», «περάστε στην κλούβα να σας τρατάρουμε καμιά σφαλιάρα». Αλλά τα παιδιά αμετανόητα. Ξύλο και εξακριβώσεις δυο φορές τη βδόμαδα κι αυτά εκεί. Λίγο ακόμα και θα τύπωναν τις ταυτότητές τους σε καρτ-βιζίτ. Κι ο Σταύρος μια από τα ίδια –με τους υπόλοιπους φανατίλες. Μέχρι που βαρέθηκαν οι ΜΑΤατζήδες και άφησαν την υπόθεση στο τοπικό αστυνομικό τμήμα που μπουζούριαζε κατά βούληση.

Έτσι βρέθηκε εκείνο το ξημέρωμα ο Σταύρος (για μια ακόμα φορά), με πολλούς άλλους (για μια ακόμα φορά), στο αγαπημένο του Αστυνομικό Τμήμα. Μόνο που υπήρχε κι εκείνη. (Για πρώτη φορά). Ο Σταύρος την είδε στους πάγκους της αναμονής. Πως δεν την είχε προσέξει στο μαγαζί; Ήταν και μόνη της –ή έτσι φαινόταν. Μικροκαμωμένη κοπέλα αλλά όμορφη. Κοίταζε φοβισμένα γύρω –πρωτάρα. Φώναξαν τον Σταύρο στο γραφείο του Αξιωματικού Υπηρεσίας. Πήγε –τι να ΄κανε;

«Κάτσε ρε αληταρά», είπε ο βλάχος χωρίς να τον κοιτάξει.

Έκατσε προσπαθώντας να βολέψει τα μακριά του πόδια. Σαν τον Ροζ Πάνθηρα ήταν ο κερατάς!

«Τι ‘σαι συ ρε;» μούγκρισε ο μπάτσος.

«Ξέρω ‘γω; Περαστικός;»

«Κάτσε καλά ρε κωλόπαιδο μη σε χώσω μέσα και ξεχάσεις τον ήλιο», τσίριξε ο μπάτσος.

Έκατσε καλά κι ο Σταύρος. Πράγμα ασυνήθιστο γι’ αυτόν. Γενικά, του άρεσε να κουρντίζει μπάτσους, αλλά σήμερα ήθελε να ξεμπερδεύει. Ήταν εκείνη η κοπελίτσα απέξω βλέπεις …

«Φέρτην ταυτότητα ρε»

Την έδωσε. Ο μπάτσος έγραψε τα στοιχεία κοιτάζοντάς τον συνέχεια.

«Εσύ ‘σ’ αυτός ρε;»

«Ε, ναι»

«Πότε;»

«Στο Γυμνάσιο»

«Α καλά. Δεν έμοιαζες για πούστης τότε.»

«Όχι»

«Τώρα μοιάζεις»

«Ναι;»

«Πουλάς πνεύμα ρε τσουτσέκι;»

«Όχι»

Ο μπάτσος του πέταξε την ταυτότητα, σχεδόν στα μούτρα.

«Πέρνα έξω ρε. Θα σε ειδοποιήσουμε».

Βγήκε χαλαρός και κάθισε δίπλα της -τυχαίος. Η κοπελίτσα τα είχε παίξει.

«Μην αγχώνεσαι, δεν είναι τίποτα. Ταυτότητες ελέγχουν και φεύγουμε. Μόνο για να μας σπάσουν τα’ αρχίδια το κάνουν», είπε όσο πιο ήσυχα μπορούσε.

Τον κοίταξε και χαμογέλασε. Βεβιασμένα, αλλά ήταν κάποιο χαμόγελο. Ο Σταύρος έγινε 200 γυαλιστερά ρουλεμάν που κύλισαν στον διάδρομο. Ευτυχώς πρόλαβε να συναρμολογηθεί εγκαίρως για να της ξαναμιλήσει.

«Σταύρος»

«Αλίκη»

Άφησε ένα στραβό χαμόγελο να δείχνει τα λακκάκια στις άκρες των χειλιών του και έμεινε να απολαμβάνει το κόλλημά της. Για λίγο. Μετά την κέρδισε και πάλι το άγχος.

«Έλα μέσα μωρή πουτάνα», φώναξε ο μπάτσος της πόρτας.

«Ήρεμα με την κοπέλα. Είναι αδερφή μου –τρέχει κάτι;» πετάχτηκε ο Σταύρος.

«Α, εντάξει τότε» έκανε ο μπάτσος. «Να δώσεις τα χαιρετίσματά μου στους γονείς σας». Γέλασε κιόλας με τη σαχλαμάρα του.

Τέλος πάντων την κράτησαν γύρω στα 5 λεπτά μέσα στο γραφείο. Ή γύρω στους 5 αιώνες με το ρολόι του Σταύρου. Επιτέλους βγήκε, σαφώς ανακουφισμένη. Δεν πρόλαβαν να πουν άλλα με τον Σταύρο γιατί έκλεισαν απότομα τα φώτα και μπούκαραν οι μπάτσοι με τα γκλοπς. Το συνηθισμένο ξυλοφόρτωμα πριν τους αφήσουν –ο Σταύρος είχε ανάλογη εμπειρία. Σπάνια τον πετύχαιναν αλλά σήμερα έφαγε μπόλικες γιατί είχε πέσει πάνω στην Αλίκη –να την προστατεύσει. Δεν τον ένοιαζε, άκουγε την καρδιά της να χτυπάει πάνω στο στέρνο του, μύριζε το Opium που φορούσε η κοπέλα και την άφηνε να κλαίει βουβά.

Η παράσταση τελείωσε και τους πέταξαν έξω κλωτσηδόν. Ο Σταύρος όμως εκεί –κολλημένος δίπλα στην Αλίκη που δεν είχε ακόμα συνέλθει από το ταξίδι της στη χώρα των μπάτσων. Πρότεινε καφέ στο Γαλατάδικο και μετά θα την πήγαινε σπίτι της. Η κοπέλα δέχτηκε. Όλες σχεδόν δεχόντουσαν. Ο Σταύρος χάρηκε –ήταν η μοναδική φορά που δεν σκεφτόταν να πηδήξει και να φύγει. Τη φόρτωσε στην αρχαία βέσπα του και ξεκίνησαν.

Το Γαλατάδικο έγινε Λόφος του Στρέφη και η μέρα έπαιρνε να μεσημεριάζει. Η Αλίκη έμενε με τους γονείς της, αλλά αυτές τις μέρες έλειπαν. Είχε και μια αδερφή, μεγαλύτερη. Η Αλίκη ήταν και πρωτοετής στη Νομική –ένα χρόνο μικρότερη από τον Σταύρο. Ο πατέρας της δούλευε στην AMSTEL, παλιά δούλευε στην ΦΙΞ αλλά τώρα είχαν κλείσει αυτοί. Ο Σταύρος μάζευε πληροφορίες.

Είχε έρθει μόνη της στο μαγαζί, αναγκαστικά. Την έστησε η παρέα της –ήταν να πάνε στο «Βιτόφσκι» αλλά κάτι τους έτυχε –δεν ξέρει. Είπε λοιπόν, αφού είχε μείνει μόνη να πάει σε ένα live –τι να έκανε σε μπαρ; Της άρεσαν οι Cure, οι Bauhaus αλλά και Simple Minds. Αυτό το τελευταίο τον ξενέρωσε λίγο τον Σταύρο, αλλά δεν είπε τίποτα. Και όχι, η Αλίκη δεν είχε γκόμενο, δεν έτυχε. Στο Λύκειο διάβαζε πολύ, για τις Πανελλήνιες, στο Πανεπιστήμιο δεν είχαν ακόμα ξεκαθαρίσει τα πράγματα. Τώρα μόλις γνωρίζονταν οι παρέες. Ο Σταύρος χαιρόταν με τις πληροφορίες.

Την πήγε σπίτι της όταν ο φθινοπωρινός ήλιος πήρε απόφαση να την κοπανήσει. Ήταν και οι δυο τους ψόφιοι –αλλά χαμογελαστοί. Όταν κατέβηκε από τη βέσπα τον φίλησε στο μάγουλο. Θα βρίσκονταν αύριο. Στην πλατεία. Ο Σταύρος την αποχαιρέτησε και έφυγε σαν τον μαλάκα της διαφήμισης. Ποιας διαφήμισης; Δεν έχει σημασία –όλες ίδιες είναι.

Πριν πάει για ύπνο πέρασε από του Μπιλ του Χοντρού και πέτυχε δυο-τρεις από εμάς. Αλλιώτικος ήταν –το είδαμε. Μας αράδιασε ιστορίες με μπάτσους και σφιχτές ρύθμ σέξιονς. Συνηθισμένα πράγματα –εμάς τότε μας απασχολούσαν οι φοιτητικές εκλογές. Ο Σταύρος είδε πως δεν είχε την προσοχή μας και σηκώθηκε να φύγει.

«Α ναι γνώρισα και τη γυναίκα της ζωής μου σήμερα», ψιθύρισε καθώς έβγαζε να πληρώσει.

Τον καθίσαμε κάτω με το ζόρι και τον τρελάναμε στις ερωτήσεις. Ποιες εκλογές τώρα; Μας είπε για την Αλίκη αλλά δεν μας έπεισε. «Μέχρι να την πηδήξεις είναι ρε μαλάκα», του λέγαμε. Γέλαγε. Σαν παιδί είχε γίνει ο Ροζ Πάνθηρας. Αρχίσαμε να το βλέπουμε πιο σοβαρά. Βρε λες;

Ο Σταύρος ξαναβγήκε με την Αλίκη, την άλλη μέρα. Και την παράλλη. Και όλη τη βδομάδα στη σειρά. Γύρισαν και οι γονείς της κοπέλας –κομμένα τα τρελά ξενύχτια. Την άφηνε σπίτι της και μετά ερχόταν να μας βρει στα φλιπεράκια της Βαλτετσίου.

«Τι έγινε ρε μαλάκα;» η μπίλια κρατημένη στη δεξιά ρακέτα.

«Μια χαρά»

«Λέγε ρε», καρφωτή η μπίλια στην τρύπα του κέντρου –αυτή με το ελατήριο.

«Μια χαρά ρε. Πήγαμε σε μια έκθεση φωτογραφίας»

«Ρε μαλάκα, ακόμα δεν την πήδηξες; Τι περιμένεις ρε –να παντρευτείτε πρώτα; Όχι γαμώ την Παναγία μου!», η μπίλια με φάλτσα από το ελατήριο, κατευθείαν στο αριστερό λούκι –εκεί που δεν σώζεται ούτε με κούνημα.

Δε μίλαγε άλλο ο Σταύρος. Απλά έπιανε το καινούργιο μηχάνημα, αυτό με τον Ροζ Πάνθηρα και του πέταγε τα μάτια έξω. Τσίρκο γινόταν από τα πολλά φωτάκια που αναβόσβηναν.

Μετά πηγαίναμε για σουβλάκι στον «Ηνενήντα». Αυτός ήταν στη Στουρνάρη –ένας τεράστιος γέρος που τον κοροϊδεύαμε για την προφορά του. Αλλά –μυστήριο πράγμα, μόνο στο «ηνενήντα» κόλλαγε. Όλα τα υπόλοιπα τα έλεγε κανονικά. Μαράζι το είχε ο Σταύρος να τον ακούσει –όλο «σαρανταδύο» και «ογδοντατέσσερα» πηγαίνανε οι λογαριασμοί, όταν ήταν αυτός μπροστά. Μέχρι που μια μέρα άρχισε να του πετάει νούμερα καθώς ο γέρος δίπλωνε τα σουβλάκια.

«Το ‘με απ’όλα’», έλεγε ο γέρος.

«Σαρανταπέντε και σαραντάπεντε;» ρώταγε ο Σταύρος.

«Το ‘παιδικό’».

«Εξήντα και τριάντα;» συνέχιζε ο Σταύρος.

Το «ηνενήντα» πάντως δεν το άκουσε όσο ήταν μαζί μας.

«Πως τα πας ρε Σταυράκη;»

«Ε, εντάξει. Αλλά πολύ κουλτούρα ρε. Χτες πήγαμε να δούμε Ταρκόφσκυ. Το Σολάρις».

Κόντεψαν να μας πέσουν τα σουβλάκια από το σοκ. Ο Αποστόλης ο Φλαμίνγκο έχασε και μια ντομάτα μάλιστα –την ώρα που πήγαινε να δαγκώσει. Μικρό το κακό –τη βρήκε αργότερα στην τσέπη του τζιν μπουφάν του. Αλλά ο Σταύρος σε Ταρκόφσκι; Ε ρε γλέντια!

«Ναι ρε μαλάκες –Ταρκόφσκι. Στο πρώτο δεκάλεπτο κοιμήθηκα. Μετά της την έπεσα, αλλά αυτή εκεί. Ναι κοιτάει τον τυπάκο που κόβει βόλτες έξω από ένα παράθυρο. Γιατί δε μπαίνεις μέσα ρε μαλάκα κι έπιασε και βροχή; Γιατί δεν έμπαινε ρε; Αφού δικό του ήταν το σπίτι. Τέλος πάντων. Μέχρι που βαρέθηκα και της είπα να πάμε για καμιά πατάτα με κέτσαπ στο Mac. Αλλά αυτή τίποτα. Πήγα μόνος μου και την περίμενα».

«Και;»

«Ε, εντάξει ήρθε σε λίγο -μουτρωμένη. Αλλά της έκανα το κόλπο του φυματικού και τα ξαναβρήκαμε».

Το κόλπο του φυματικού ήταν φυσικά οι πατάτες με το κέτσαπ που έτρεχαν αλεσμένες –από το μπουκωμένο στόμα του Σταύρου. Παλιό –αλλά αυτός το είχε εξελίξει. Ξεκίναγε από τον φυματικό και όταν ο άλλος αηδίαζε, το γύριζε σε φυματικό που κάνει εμετό (βλέπε κέτσαπ και μουστάρδα). Λίγοι το άντεχαν. Κανένας από αυτούς που ξέρω πάντως. Αφού μια φορά ήρθε το γκαρσόνι και του έφερε ένα πλαστικό μαχαιράκι του Σταύρου, πάνω στην κορύφωση.

«Τι να το κάνω;» απόρησε αυτός.

«Να κόψεις τις μαλακίες», του είπε το γκαρσόνι και πήρε άμεσα 20.000 πόντους, συν έξτρα μόνους κανονάκι.

«Και την έριξες με τον φυματικό;»

«Ε, ναι, είναι σιχασιάρα. Όταν την απείλησα πως θα το γυρίσω σε εμετό δεν άντεξε. Ξεμούτρωσε στο λεπτό. Αχ,αχ το μωρό μου».

Ο έρωτας τελικά έχει εφευρεθεί για να σε κάνει γελοίο στα μάτια των φίλων σου.

Η σχέση του Σταύρου και της Αλίκης πήγαινε καλά. Γενικώς. Ειδικότερα, η Αλίκη τον έπρηζε με κουλτουριάρικες προτάσεις και ο Σταύρος είχε πήξει στην αγαμία. Καθότι έρωτας της ζωής του η Αλίκη κι αυτός τύγχανε παραδόξως πιστός. Γι΄αυτό και το συζήτησαν. Όπως όλα άλλωστε. Γούσταρε κουβέντα η Αλίκη. Αλλά ήταν και παρθένα. Πανικός!

Με δάκρυα στα μάτια ήρθε να μας το πει ο Σταύρος -γιατί έτρεχε σαν πούστης με τη βέσπα και δεν φορούσε κράνος. Τέλος πάντων. Πέσαμε πάνω του οι ψυχολόγοι και οι μελλοντολόγοι. «Σιγά-σιγά, μην την τρομάξεις», «οι γκόμενες κολλάνε πάντα με τον πρώτο τους», «πρόσεχε μαλάκα γιατί είναι καλό κοριτσάκι», «δώστης χρόνο». Έμπειροι με μέσο όρο 0,73 σχέσεις ανά άτομο. Τρίχες κατσαρές.

Ο Σταύρος ήξερε καλύτερα απ’ όλους μας. Γι΄αυτό και δεν πέρασαν πάνω από δυο μέρες μέχρι να μας ζητήσει σπίτι για το μοιραίο. Ανασκουμπωθήκαμε. Ο Γιώργος ο Σπιντ, που ήταν από επαρχία, παραχώρησε το σπίτι του. Όλοι οι υπόλοιποι το ρίξαμε στο συμμάζεμα. Σκουπίσαμε, σφουγγαρίσαμε, πλύναμε πιάτα, αγοράσαμε και ένα μπουκάλι ούζο μαζί με εφτά σοκολάτες αμυγδάλου. Βγάλαμε προσωρινά και την αφίσα του Μπρους Ντίκινσον που κάρφωνε το μικρόφωνο στο λαιμό του Έντι –μην τρομάξει η κοπέλα –και περιμέναμε.

Ήρθαν κατά τις 8. Η Αλίκη έψαχνε το ανύπαρκτο δεκάρικο που είχε κυλήσει στο πάτωμα. Ή μετρούσε τις τρύπες των κορδονιών στα αθλητικά μας –δεν ξέρω. Πάντως το κεφάλι της δεν το σήκωνε. Ο Σταύρος άναβε τα τσιγάρα ανάποδα –από το φίλτρο.

Σερβίραμε ούζο που δεν πινόταν. Καπνίσαμε αλλά όχι μαύρο. Φοβόταν η Αλίκη. Σε κάποια φάση μας ζήτησαν συγνώμη και αποσύρθηκαν. Όλα σύμφωνα με το πρόγραμμα.

Αλλά όταν είσαι παλιοχαρακτήρας, δεν στρώνεις ούτε με απεξάρτηση. Στο πεντάλεπτο έπεσε η ιδέα να πάρουμε μάτι. Δεν θυμάμαι από ποιόν. Διαφωνήσαμε κάθετα. Όλοι μας –ακόμα κι αυτός που το πρότεινε. Δέκα λεπτά αργότερα είμασταν κρεμασμένοι στο μπαλκόνι, με τις μύτες καρφωμένες ανάμεσα στις γρίλιες. Τρεις μαντράχαλοι που αισθάνονταν τύψεις προκαταβολικά και σπρώχνονταν για καλύτερη θέση. Ταυτόχρονα.

Δεν είδαμε τίποτα. Μόνο το κεφάλι του Σταύρου και τα μαλλιά της Αλίκης. Α, ναι και τα σεντόνια. Βαρεθήκαμε και φύγαμε μετά από λίγο. Ευτυχώς δηλαδή γιατί δεν άργησαν να βγουν κι αυτοί από το δωμάτιο. Η πρώτη φορά μιας γυναίκας μπορεί να είναι και όμορφη. Η πρώτη φορά ενός άντρα με τη γυναίκα που αγαπάει είναι συνήθως τρυφερή. Γιατί και οι δυο τους ήταν με τα μούτρα στο πάτωμα; Και ψυχροί –ζευγάρι μπήκαν, άγνωστοι βγήκαν. Κάθισαν μαζί μας για ένα τσιγάρο και ούτε.

«Φεύγω», είπε η Αλίκη.

«Να σε πάω σπίτι;» ρώτησε ο Σταύρος.

«Μπα, θα πάρω ταξί», είπε εκείνη.

Και έφυγε χωρίς να κοιτάζει πίσω. Πέσαμε όλοι πάνω του.

«Τι έγινε ρε μαλάκα;»

«Μίλα ρε –τι παπαριά έκανες πάλι;»

«Τι έπαθε το κορίτσι;»

Ο Σταύρος κάπνιζε -αλυσίδα. Δεν μας κοίταζε.

«Για ν’ αρχίσω ρε γαμημένοι –τι στο διάολο κάνατε έξω από τις γρίλιες; Καλά που δεν σας πήρε χαμπάρι η Αλίκη. Τέλος πάντων»

Σταμάτησε και μείναμε να τον κοιτάζουμε. Ποτέ δεν σκεφτόμασταν τις συνέπειες των πράξεών μας, εντάξει κάναμε μαλακία, αλλά δεν φαινόταν να είναι αυτό. Ο Σταύρος πήρε μπρος σα μοτεράκι.

«Όλα καλά πηγαίνανε, φιληθήκαμε, γδυθήκαμε –όλα σωστά. Αρχίζουμε το μπαλαμούτι και αρχίζει η Αλίκη να μου γλιστράει. Να μην μπορώ να την πιάσω από πουθενά. Μυστήριο! Άσε που άρχισε να βγάζει άσπρο ιδρώτα! Άσπρο ρε μαλάκες –μη με κοιτάτε σα χάνοι. Και όλο περισσότερο γλίστραγε. Να προσπαθώ να μπω μέσα της και τίποτα. Όπου ακουμπούσα έβγαινε λευκό υγρό. Πήγα να τη φιλήσω από κάτω και κόντεψα να πάθω δηλητηρίαση. Να προσπαθώ αλλά τίποτα. Σας είδα και από το παράθυρο –μου ‘πεσε. Αυτό ήταν όλο. Όταν σηκώθηκε είχε γεμίσει το κορμί της κοκκινίλες. Σα φανέλα του Ολυμπιακού είχε γίνει με τα κόκκινα στίγματα και τα άσπρα ξεραμένα υγρά». Σώπασε απότομα ο Σταύρος.

Και η υπόλοιπη παρέα δηλαδή. Σκεφτόμασταν. Ανοίγαμε δυσνόητα ιατρικά συγγράμματα στο μυαλό μας, κατεβάζαμε τσοντοταινίες από τις ανύπαρκτες συλλογές μας. Τίποτα. Άσπρο υγρό που βγαίνει από τους πόρους; Γλίστρημα; Αδύνατον. 29 σεξολόγοι σήκωναν τα χέρια ψηλά.

Εκείνο το βράδυ γίναμε λιώμα με τον Σταύρο. Γυρνάγαμε άσκοπα από Πλάκα μέχρι Ομόνοια κι από Μοναστηράκι μέχρι Εξάρχεια. Το ξημέρωμα μας βρήκε στα σκαλιά μιας πολυκατοικίας στη Θεμιστοκλέους. Κλινικά νεκρούς. Ο Σταύρος έλεγε πως αυτή ήταν και καμιά άλλη. Έλεγε πως σκεφτόταν να μείνει μαζί της για πάντα. Να κάνουν παιδιά –ποιος πούστης ξέρει; Να της χτενίζει τα μαλλιά, να της φτιάχνει πρωινό σαν τις διαφημίσεις. Όλες τις μαλακισμένες διαφημίσεις. Και τώρα δεν μπορεί ούτε να την ξαναδεί. Πάλευε να την πηδήξει και του’πεσε –με τι μούτρα να της ξαναμιλήσει;

Αυτά περίπου.

Τις επόμενες μέρες έμεινε στο σπίτι ο Σταύρος. Να ηρεμήσει. Σεβαστό από όλους, εκτός από τη μάνα του που μας έπαιρνε τηλέφωνα να το ξεκουνήσουμε το παιδί, που στοίχειωσε δίπλα στο στερεοφωνικό. Με κλειστά τα φώτα ν’ ακούει Epitaph τον πετύχαμε.

Ήταν το βράδυ των εκλογών, θα γινόταν η καταμέτρηση στη Νομική. Τουτέστιν, ξύλο, γιαούρτωμα, μπουγέλα, νεράντζια και στο τέλος μπάτσοι. Τζάμπα πάρτυ, τρελαινόταν γι’ αυτά ο Σταύρος. Αλλά δεν ψηνόταν να ξεκολλήσει. Δεν μας άκουγε καν. Μέχρι που το πήραμε απόφαση και σηκωθήκαμε να φύγουμε.

«Αν αλλάξεις γνώμη μαλάκα –στη Νομική θα είμαστε»

Αυτή η Νομική του έκανε κλικ –την τελευταία στιγμή.

«Νομική; Γιατί δεν το λέγατε από την αρχή μαλάκες; Ντύνομαι κι έρχομαι –περιμένετε».

Ο σίφουνας Σταύρος. Στο δρόμο πηγαίναμε σε οχτάρια. Κάναμε και το σχετικό χαβαλέ αλλά ο Σταύρος βιαζόταν. Άδικα –γιατί το νταβαντούρι είχε αρχίσει από νωρίς στη Σόλωνος. Φτάσαμε την ώρα που έπεφταν νεράντζια με ξυραφάκια. Κόλαση και οι μπάτσοι περίμεναν να μαζέψουν νεκρούς.

Ο Σταύρος κοίταζε αλλά όχι τον χαμό φυσικά. Η Αλίκη ήταν στο απέναντι πεζοδρόμιο. Τον είδε. Την είδε. Δεν το έπαιρνε απόφαση να πλησιάσει. Κανένας τους. Αναλάβαμε δράση. Τους πήραμε με το ζόρι και χωθήκαμε στην Ομήρου μήπως γλιτώσουμε τα ιπτάμενα αντικείμενα. Κοιτάζονταν σα χάνοι.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε.

«Ναι εσύ;» τον ρώτησε.

«Ναι …»

«Για εκείνο το βράδυ θέλω να σου πω… Δεν ήταν δικό σου λάθος .. Εγώ έφταιγα …»

Ο Σταύρος αγρίευε όσο την άκουγε. Την έκοψε και στη μέση.

«Άστο ρε Αλίκη. Σε πόσους το έχεις πει για να με ξεφτιλίσεις; Θ’ αρχίσουμε τα ψυχολογικά και τα κουλτουριάρικα τώρα; Άστο να πάει να γαμηθεί, που δεν μπορεί κιόλας. Έτσι;»

Δεν περίμενε απάντηση. Έστριψε στη γωνία και την έκανε με μεγάλα βήματα. Χωρίς να κοιτάζει πίσω –μια ξεφτίλα με μακριά πόδια έμοιαζε τώρα. Οι μπάτσοι αποφάσισαν να κάνουν ντου.

Η Αλίκη πέρασε την υπόλοιπη νύχτα μαζί μας. Κλαίγοντας. Μας εξήγησε κιόλας τι είχε συμβεί. Από τον πανικό της για την πρώτη φορά μπέρδεψε το γαλάκτωμα σώματος με το σαμπουάν. Είχε πασαλείψει η έρημη το κορμί της με σαμπουάν και γι’ αυτό άφριζε εκείνη τη νύχτα. Και όσο αγχωνόταν τόσο ίδρωνε. Και όσο ίδρωνε τόσο άφριζε. Ακόμα έβαζε κρέμες για να της φύγουν τα σπυράκια.

Ο Σταύρος αυτά δεν έπρεπε να τα μάθει ποτέ. Δεν ήθελε η Αλίκη να του τα πούμε. Αφού δεν κάθησε να την ακούσει δεν άξιζε τον κόπο. Αν τον ένοιαζε μόνο ο πούτσος του –ας πήγαινε να γαμηθεί. Δεν άξιζε τον κόπο.

Την Αλίκη δεν την ξανάδαμε.

Ο Σταύρος τα ‘μαθε αλλά δεν τα πίστεψε. «Παραμύθια που λένε οι γκόμενες. Καλύτερα που δεν έγινε τίποτα –άλλη αυτή και άλλος εγώ. Βγαίναμε με τις παρέες της και ένιωθα ηλίθιος. Μιλούσαν αλλιώτικα –δεν θα τραβούσε η φάση. Καλύτερα που ήρθαν έτσι τα πράγματα». Αυτά μας έλεγε ο Σταύρος.

Πήγαινε συχνά και την έστηνε έξω από το σπίτι της Αλίκης. Για να τη βλέπει. Δεν μας το έλεγε αλλά εμείς το ξέραμε. Όταν έβγαινε η Αλίκη, αυτός κρυβόταν. Και από σχέσεις –τίποτα σημαντικό. Στο τέλος μας είπε πως δεν του σηκωνόταν γενικώς –με καμμία. Μεθυσμένος ήταν –αλλιώς δεν θα μας το ‘λεγε.

Η Αλίκη έμπλεξε με έναν τεταρτοετή Αγωνίτη, ο οποίος τη γκάστρωσε στον πρώτο μήνα. Αυτός ήταν λίγο χάλιας και η Αλίκη ήταν όμορφη γκόμενα –όσο να πεις, έπρεπε να την καπαρώσει γρήγορα. Παντρεύτηκαν εσπευσμένα. Στους τρεις μήνες σχέσης –για να μην προλάβει να φανεί η κοιλιά.

Τη μέρα του γάμου της ο Σταύρος πήγε μέχρι τον Κρεμαστό Λαγό και βούτηξε με τη βέσπα του στο κενό. Δεν έμεινε τίποτα να θάψουν από αυτόν. Μόνο τον αριστερό καθρέφτη της βέσπας βρήκαμε μαγκωμένο στα ξερά αγκάθια.

Εκείνη τη χρονιά έκλεισαν και τον «ΠΗΓΑΣΟ» οι μπάτσοι.

Advertisements

Ποτέ δεν φεύγεις από την Κούβα

Ήταν μια χοντρή, μαύρη στον έλεγχο διαβατηρίων που ψείριζε τη μαϊμού. Ερωτήσεις μάγκα μου, για πόσο καιρό ήρθες, που θα μείνεις και βγάλε τα γυαλιά και γύρνα ανφάς, προφίλ –τέτοια πράγματα. Συνηθισμένα πράγματα για το Hose Marti της Αβάνας, μόνο που, φέτος, απαγόρευσαν το κάπνισμα και στην αναμονή για τον έλεγχο διαβατηρίων. Η κυρία δεν έλεγε να τελειώσει με τις ερωτήσεις και δώστου να περνάει το διαβατήριο από το μηχάνημα -10 ώρες πτήση χωρίς τσιγάρο, αν αργούσε λίγο ακόμα να μου ευχηθεί «καλή διαμονή» θα κυλιόμουνα στα πλακάκια, με προχωρημένο στερητικό σύνδρομο.

Στο ταξί, έκανα τράμπα το Holborn με γλυκόριζα για ένα πουράκι Punch και κατέβαζα καπνό ανακατεμένο με πηχτή υγρασία, χαζεύοντας τα λεωφορεία-καμήλες. Η Tomboy δίπλα μου σκεφτόταν ακριβώς το ίδιο πράγμα –μόνο που προτιμήσαμε να μείνουμε με το ηλίθιο χαμόγελο, παρά να φωνάξουμε: φτάσαμε Κούβα επιτέλους, γαμώ την πουτάνα μου.

Havana vieja

Ενάμιση χρόνο στην Αθήνα μετράγαμε τις μέρες για να επιστρέψουμε στο νησί –την πρώτη φορά ήμασταν τουρίστες, τώρα πηγαίναμε να δούμε φίλους και γνωστούς, θα έκανε και την επέμβαση η Tomboy, να ξεφορτωθεί τη μυωπία της –όλα αγγελικά πλασμένα, ακόμα και η άκαυτη βενζίνη που άφηνε πίσω του ο ταξιτζής.

Στο σπίτι είχαμε τις γνωστές συγκινητικές σκηνές –ο Tony και η Diana μας πλάκωσαν στις αγκαλιές και τα φιλιά -μόνο αυτός ο κοπρίτης ο Perry τράβηξε κάτι γαυγίσματα ξεγυρισμένα. Μας ξέχασε; Μας γκρίνιαζε που λείψαμε τόσον καιρό; Άντε να βγάλεις άκρη με το τρελλόσκυλο. Πάντως ήμασταν σπίτι μας, στο δωμάτιό μας, το κρεβάτι μας, τον ανεμιστήρα μας –τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ή έτσι νομίζαμε.

Γιατί την επόμενη μέρα, βρεθήκαμε σε μια διαφορετική Αβάνα.

Μη φανταστείς βέβαια τίποτα κοσμοϊστορίκες αλλαγές –όμως οι δρόμοι είχαν γεμίσει αυτοκίνητα (ας είναι καλά ο Τσάβες με τα πετρέλαιά του), τα ιστορικά κτίρια της Malecon αναστυλώνονταν επιτέλους και το κέντρο βρωμούσε υπερβολικά (γαμημένη υγρασία). Το τουριστικό κέντρο της Αβάνας μας φάνηκε πολύ άσχετο αυτή τη φορά. Γυρνούσαμε σαν τους μαλάκες, δεν θέλαμε να πάμε πουθενά συγκεκριμένα, ήλιος, ζέστη και βαρεμάρα –τα μαγαζιά μισογεμάτα με εκστασιασμένους ασπρουλιάρηδες και οι μικροαπατεώνες στην αναζήτηση κορόιδων. Μπορεί να έφταιγε και η επέμβαση, που την περιμέναμε ανήσυχοι –το σίγουρο ήταν πως δεν είχαμε κάνει 14 ώρες ταξίδι γι’ αυτή την Αβάνα. Γυρίσαμε τρέχοντας σπίτι, να πούμε καμιά κουβέντα με τους δικούς μας, μπας και ανακαλύψουμε τι δεν μας καθόταν καλά.

Στο τέλος καταλήξαμε να χαζεύουμε τηλεόραση –πέσαμε πάνω στα γενέθλια του Ραούλ Κάστρο, έδειχναν ένα δεκάλεπτο αφιέρωμα. Είχα χρόνια να δω τον Ραούλ σε φωτογραφίες ή στις ειδήσεις. Έχει φτάσει εβδομηνταφεύγα χρονών –πέντε χρόνια μικρότερος από τον Φιδέλ. Χαζεύοντας τον να χαιρετάει κόσμο αναρωτήθηκα πόσο μαλάκες μπορεί να είναι αυτοί που υποστηρίζουν πως, όταν πεθάνει ο Φιδέλ, την εξουσία θα πάρει ο Ραούλ που είναι πιο σκληροπυρηνικός. Εντάξει, ο Ραούλ ήτανε κάποτε κομμουνιστής φανατικός και πιστός σε άκαμπτες κομματικές νόρμες, αλλά τώρα πλέον είναι ένα γεροντάκι, δυσκίνητο και ετοιμοθάνατο. Καμιά σχέση με την ενεργητικότητα του Φιδέλ –πάω στοίχημα πως ο μεγάλος θα τον θάψει κι αυτόν. Έτσι εξηγείται που οι Κουβανοί μας κοίταζαν σαν εξωγήινους κάθε φορά που τους ρωτούσαμε για το ενδεχόμενο ανάληψης της εξουσίας από τον Ραούλ Κάστρο.

Από τη Δευτέρα άρχισε το νταραβέρι της Tomboy με την κλινική. Εξετάσεις, κόντρα εξετάσεις, ο θυρωρός να ξεκαρδίζεται στα γέλια με το άκουσμα του ονοματεπώνυμου της Tomboy, τρόμαξε ο άνθρωπος μέχρι να εξηγήσει στη γραμματεία ποιος είχε έρθει και για ποιο σκοπό. Για τις λεπτομέρειες της όλης ιστορίας, θα γράψει, ελπίζω, η Tomboy –να πω μόνο πως κόντεψαν να με πάρουν τα ζουμιά την επόμενη μέρα, μετά την επέμβαση, όταν έβλεπα τη γιατρό και τις νοσοκόμες να αγκαλιάζονται με την Tomboy λες και ήταν χρόνια φιλενάδες. Φεύγοντας από την κλινική είχα αποκτήσει πλήρη εικόνα της έννοιας «ανθρώπινο περιβάλλον».

Santa Clara

Τέλος πάντων, μετά την επέμβαση βρήκαμε τα νερά μας. Αρχίσαμε να προσαρμοζόμαστε στο κλίμα, ήρθε και η Leisy, η φιλενάδα της Tomboy –για συμπαράσταση. Βρίσκαμε τους γνωστούς μας μαζί με τους ρυθμούς μας. Και κόψαμε την περιήγηση στο κέντρο. Η γειτονιά μας είναι το Vedado, τουρίστες δεν κυκλοφορούν πολλοί, γεμάτη πάρκα η συνοικία και μπαράκια με live. Αυτή την Αβάνα θέλαμε, αν γινόταν μόνο να είχε λιγότερη υγρασία … Η Leisy μας έψηνε να πάμε στο σπίτι της, στη Santa Clara, να γνωρίσουμε τον άντρα της, τους γονείς της, όλοι ήταν περίεργοι εκεί πέρα για τους Έλληνες, περίμεναν να δουν τα αλλοδαπά φρούτα. Έτσι, βρεθήκαμε στη Santa Clara.


Στην αρχή φρίκαρα. Μετά αγχώθηκα. Αργότερα αποφάσισα πως πρέπει να την κάνουμε από εκεί -το συντομότερο δυνατό. Χάλι η Santa Clara αδερφέ! Οι δρόμοι πλακόστρωτοι και γεμάτοι σκατά διαφόρων ειδών. Σκυλόσκατα, αλογόσκατα, ανθρωπόσκατα (ίσως). Κάτι σαν ελληνικό χωριό, αλλά από εκείνα τα παλιά, τα αγροτικά. Νερό δεν υπήρχε στα σπίτια (το μάζευαν στις αυλές, σε ντεπόζιτα, από τη βροχή), το χαρτί εξαφανισμένο από τις τουαλέτες, -εφημερίδες στο καρφί της ξύλινης πόρτας, από 5 χρονών είχα να δω, όταν πηγαίναμε στο χωριό της συγχωρεμένης της γιαγιάς μου. Αλλά είχαμε έρθει και έπρεπε να μείνουμε. Νοικιάσαμε κι ένα δωμάτιο-εφιάλτη, η υγρασία είχε λιώσει τοίχους και πατώματα –η κατάθλιψη μας χτυπούσε φιλικά την πλάτη. Όλα αυτά μέχρι να γνωρίσουμε τους ανθρώπους.

Πως λέμε «πατροπαράδοτη ελληνική φιλοξενία»; Καμμία σχέση. Εκεί οι άνθρωποι χαμογελούσαν ολόκληροι, γιατί χαίρονταν που ήρθες να τους δεις. Δεν είχαν τίποτα να σε κεράσουν, αλλά σε κερνούσαν παρ’ όλα αυτά. Και οι τηλεοράσεις τους έπαιζαν Mundial πριν μπεις στο σπίτι, γιατί είχαν ακούσει πως σε αυτούς τους ξένους αρέσει να βλέπουν ποδόσφαιρο.

Ένιωσα ολοκληρωτικά μαλάκας. Αλλοτριωμένος από το αποστειρωμένο περιβάλλον της πόλης μου, εξαρτημένος από γυαλιστερά είδη υγιεινής και τα πανίσχυρα κλιματιστικά χώρου. Γιατί πότε δεν ευχαριστιέμαι έτσι μια επίσκεψη στο δικό μου σπίτι. Αγχώνομαι με την καθαριότητα, προβληματίζομαι για την πληρότητα της κάβας μου, σπάω το κεφάλι μου με τα φαγητά που πρέπει να ετοιμαστούν και να είναι άφθονα και πρωτότυπα. Μέχρι που, στο τέλος, κινδυνεύω να χάσω τη διασκέδαση της παρέας. Θυμήθηκα τον Μάρκος που είχε πει κάποτε, πως: «θα μπορούσα να έχω τα πάντα και να μην έχω τίποτα, γι’ αυτό προτίμησα να μην έχω τίποτα, για να έχω τα πάντα».

Οι άνθρωποι μας έδειχναν, όλο περηφάνια, το καινούργιο ηλεκτρικό μάτι που είχαν στην κουζίνα τους και το μίξερ – τους τα είχε δώσει πρόσφατα η κυβέρνηση –είδες τι ωραία και βολικά που είναι; Και μας τα έδωσαν σε όλους, για να μαγειρεύουμε καλύτερα, γιατί η κυβέρνηση προσπαθεί να μας βοηθάει συνέχεια. Βρε την κυβέρνηση! Σκέφτηκα μπόλικους φίλους και γνωστούς μου, που νιώθουν ότι προσβάλλεται το δημοκρατικό τους αίσθημα από την ύπαρξη του Φιδέλ Κάστρο. Μπορεί να έχουν και δίκιο –μόνο που θα χρειαστεί να επιστρατεύσουν πολλά αμερικάνικα βομβαρδιστικά για να το εξηγήσουν στους χωρικούς της Santa Clara. Παραδείγματος χάριν στον Vladimir.


Ο Vladimir είναι 26 χρονών, ή κάπου εκεί γύρω. Οι γονείς του είχαν, εμφανώς, κομμουνιστικές εμμονές –ο Vladimir λέει πως αν ποτέ κάνουν εισβολή οι Αμερικάνοι θα τον εκτελέσουν άμεσα, όταν ακούσουν το όνομά του. Και γελάει με το αστείο του. Σπούδασε φυσική και έγινε καθηγητής σε σχολείο. Αλλά δεν άντεχε να κάνει αξιολόγηση στους μαθητές –δεν του πήγαινε η αυστηρότητα. Είχε και μυωπία ξεγυρισμένη (8 βαθμούς στο ένα μάτι, 10 στο άλλο), βαρέθηκε να είναι στραβός και να έχει τύψεις κάθε φορά που ήταν αναγκασμένος να αφήνει παιδιά στην ίδια τάξη. Πήγε το λοιπόν και έκανε την επέμβαση (δωρεάν), ξεστραβώθηκε και αποφάσισε ότι δεν έκανε για καθηγητής. Επειδή ήταν στο κόμμα από μικρός, έγινε υπεύθυνος της πολιτικής νεολαίας στην περιοχή. Έμαθε τρεις γλώσσες, σπούδασε μάνατζμεντ, περιζήτητος ήταν ο Vladimir. Αλλά δεν μπορούσε να φύγει από το πόστο του κι ας ήθελε να δουλέψει αλλού. Τα κομματικά στελέχη δεν έδιναν την έγκρισή τους –δεν ήταν βέβαια αναγκαία, αλλά ήταν απαραίτητη. Γιατί αν οι κομματικοί σου κολλούσαν τη στάμπα ότι παράτησες το πόστο σου δεν υπήρχε περίπτωση να εξελιχθείς σε άλλη δουλειά.

«Ο Φιδέλ δε συμφωνεί με αυτά τα πράγματα, ούτε η κυβέρνηση στην Αβάνα θέλει τέτοιες καταστάσεις», λέει ο Vladimir. «Ο Φιδέλ είπε πως οι άνθρωποι πρέπει να διευκολύνονται, προκειμένου να είναι αποδοτικότεροι σε δουλειές που πραγματικά τους ενδιαφέρουν. Και είπε πως η δουλειά στο κόμμα πρέπει να είναι ευχαρίστηση –όχι αγγαρεία. Αλλά ο Φιδέλ και η κυβέρνηση δεν τα ξέρουν όλα όσα γίνονται στην επαρχία. Εδώ είναι κάποια κομματικά στελέχη που νομίζουν πως επειδή έχουν ένα πόστο, είναι παντοδύναμοι. Και τους ενδιαφέρει μόνο πως θα αυξήσουν το κύρος τους. Είναι όλο παρατηρήσεις –άργησες σήμερα σύντροφε, δεν έκανες τη δουλειά όπως σου είχαμε πει, δεν είσαι πια το ίδιο αποτελεσματικός με παλιότερα. Άμα δεν είμαι αποτελεσματικός, τότε αφήστε με να φύγω. Όχι σύντροφε, γιατί κάνεις πολύ καλή δουλειά στο κόμμα –απλά πρέπει να διορθώσεις κάποια μικροπράγματα, για να γίνεις καλύτερος. Καταλαβαίνεις πως πάει;» λέει ο Vladimir και χαίρεται που η Σουηδία κερδίζει τη Σερβία στην τηλεόραση.

Σκέφτηκα τα γαμημένα τα κομμουνιστικά κόμματα όλου του κόσμου που έχουν μέσα τους, καρκίνωμα, τη γραφειοκρατική κάστα των μεσαίων στελεχών, με αποτέλεσμα να κατρακυλούν στην αρτηριοσκλήρωση και τον συντηρητισμό. Και θυμήθηκα το «νέο άνθρωπο» που αργεί ακόμα να εμφανιστεί γιατί ο σοσιαλισμός ευτελίζεται στην ημερήσια διάταξη. Βέβαια, υπάρχουν τα στραβά, αλλά υπάρχουν και τα εγκλήματα. Γιατί μετά ήρθε η κουβέντα στον αδερφό του Vladimir που την έχει κοπανήσει στις Η.Π.Α.

Ο τύπος, που λες, αποφάσισε να κυνηγήσει το αμερικάνικο όνειρο, μέχρι και φυλακή έκανε στην Κούβα γιατί ήθελε να την κοπανήσει και τον έπιασαν. Τελικά τα κατάφερε να περάσει απέναντι. Αλλά έχει πρόβλημα, γιατί οι Αμερικάνοι έβγαλαν έναν καινούργιο νόμο που δεν επιτρέπει στους μετανάστες να επισκέπτονται την Κούβα περισσότερο από μια φορά κάθε τρία χρόνια. «Είναι το πιο ξεφτιλισμένο πράγμα που θα μπορούσαν να κάνουν», λέει ο Vladimir. «Είναι ηλίθιοι οι άνθρωποι. Νομίζουν πως έτσι θα χτυπήσουν το σύστημα -δεν υπάρχει περισσότερο λανθασμένη εκτίμηση από αυτό. Εδώ στην Κούβα, ο μεγαλύτερος εχθρός μας είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Βλέπουμε τον υπόλοιπο κόσμο να ζει άνετα, βλέπουμε μεγάλα σπίτια, τηλεοράσεις, αυτοκίνητα και τα θέλουμε κι εμείς. Εμένα δε με νοιάζει, αλλά υπάρχει κόσμος που κοιμάται και ξυπνάει με την αγωνία για το πώς θα αποκτήσει περισσότερα. Δεν κοιτάζουμε αυτά που έχουμε –τα περιττά μας τραβάνε, ακόμα κι αν υπάρχει κίνδυνος να χάσουμε σημαντικά πράγματα. Εδώ δεν έχουμε άγχος για τη στέγη, δεν πληρώνουμε τις σπουδές μας, ούτε την υγεία. Αν καταρρεύσει το σύστημα θα καταρρεύσει από εμάς τους ίδιους, αλλά με τις βλακείες που κάνουν οι Αμερικάνοι μας συσπειρώνουν.

Όπως τότε με το ‘σχέδιο Πήτερ Παν’. Ξέρεις τι είναι αυτό; Όχι; Πήγαινε να διαβάσεις, γεμάτες είναι οι βιβλιοθήκες. Ήταν τότε που ο Φιδέλ ξεκινούσε τις επαφές με τη Σοβιετική Ένωση. Οι Αμερικάνοι λοιπόν, σε συνεργασία με την καθολική εκκλησία της Κούβας, άρχισαν την προπαγάνδα πως οι Σοβιετικοί θα πάρουν όλα τα μικρά παιδία και θα τα πάνε στη Ρωσία. Εκεί, κάποια θα τα έκαναν, λέει, πειραματόζωα και θα πέθαιναν και κάποια άλλα θα γίνονταν ρομπότ. Πολύς κόσμος το πίστεψε και χώρισαν οικογένειες. Ο ένας γονιός με τα παιδιά έφευγε για το Μαϊάμι και ο άλλος έμενε εδώ. Και αυτοί οι άνθρωποι τώρα, θα πρέπει να βλέπονται κάθε τρία χρόνια -καταλαβαίνεις;»

Ο αριστουργηματικός αυτός νόμος λέει και άλλα πράγματα. Μειώνει, ας πούμε κι άλλο το ποσό που μπορεί να πάρει ένας Αμερικάνος πολίτης αν πρόκειται να επισκεφτεί την Κούβα και το φτάνει στα 50 δολάρια την ημέρα. Μην τύχει και αφήσουν χρήματα στους Κουβανούς και πέσει έξω το εμπάργκο. Επίσης, απαγορεύει να στείλεις χρήματα στην Κούβα, αν ο παραλήπτης ανήκει στο Κομμουνιστικό Κόμμα ή διακατέχεται από κομμουνιστικές αντιλήψεις. Θα πρέπει δηλαδή οι γιαγιάδες να κάνουν δήλωση μεταμέλειας για να εισπράξουν τσεκ από το Αμέρικα.

Και το καλύτερο είναι πως συγγενείς θεωρούνται μόνο αυτοί του πρώτου βαθμού. Δεν σε αφήνουν δηλαδή να πας στα ξαδέρφια σου, ή στους θείους σου. Για τη μια φορά στα τρία χρόνια μιλάμε, έτσι;

Κάνουν κι άλλα, όμορφα πράγματα οι Αμερικάνοι για να προσεγγίσουν τους Κουβανούς και να τους ξυπνήσουν από την πλάνη τους. Έχουν, ας πούμε, ένα Γραφείο Προστασίας των Αμερικάνικων Συμφερόντων στο κέντρο της Αβάνας. Το Γραφείο πρόσφατα επέκτεινε τις συνηθισμένες του δραστηριότητες (πρακτοριλίκια, αμοιβές Κουβανών αντικαθεστωτικών κ.λ.π.). Έβγαλε, λοιπόν, μια τεράστια οθόνη στην πρόσοψη για να δείχνει ειδήσεις σε τίτλους, από όλο τον κόσμο. Όπου, ανάμεσα σε σεισμούς και πλημμύρες σκάνε και τα τοπικά νέα. Σχετικά με την δικτατορική κυβέρνηση της χώρας και την αδιαφορία της για τον πληθυσμό και τον Κάστρο που είναι συνεχώς ετοιμοθάνατος.

Μέχρι που, στο τέλος, σήκωσαν ένα τεράστιο ταμπλό με υποσχέσεις για το πώς θα κάνουν την Κούβα καλύτερη, αν ξεφορτωθεί τον τύραννο. Ποιες ήταν οι υποσχέσεις των Αμερικάνων για την επόμενη μέρα;

  • Θα ανοίξουν ιδιωτικά σχολεία για κάθε λευκό παιδί της χώρας.
  • Θα κάνουν 4 εμβόλια στα νεογέννητα για να εξαλείψουν την παιδική θνησιμότητα.
  • Θα δώσουν πίσω τα σπίτια, σε όλους τους Κουβανούς που αναγκάστηκαν να φύγουν από τη χώρα τους λόγω της επανάστασης.


Οι Κουβανοί γέμισαν την πλατεία έξω από το κτίριο με πανύψηλες μαύρες σημαίες και έκαναν μια διαδήλωση 1.000.000.000 ατόμων για να απαντήσουν στην πρόκληση. Μίλησε κι ο Φιδέλ φυσικά. Ο οποίος είπε πως:

  • Στην Κούβα υπάρχουν δωρεάν σχολεία για όλα τα παιδιά και όχι μόνο για τους λευκούς.
  • Στην Κούβα, τα παιδιά κάνουν 14 εμβόλια τον πρώτο χρόνο ζωής τους και η παιδική θνησιμότητα είναι κατά πολύ μικρότερη από την αντίστοιχη των Η.Π.Α.
  • Στα σπίτια των Κουβανών αντικαθεστωτικών ζουν άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν είναι διατεθειμένοι να τα εγκαταλείψουν για χάρη της Μαφίας του Μαϊάμι.

Στο τέλος, οι υπόλοιποι μας έκραξαν, που είχαμε πιάσει την πολιτική κουβέντα, τόση ώρα με τον Vladimir. Μας περίμεναν και σε άλλο σπίτι για φαγητό –καινούργιες γνωριμίες, αγκαλιές, φιλιά, πούρα … Όπου καπνίζω μια φοβερή πουράκλα κερασμένη και το λέω στον ιδιοκτήτη. «Άμα σου αρέσουν, να σε πάω να αγοράσεις –μια γριούλα τα έχει εδώ πιο κάτω», με πληροφορεί ο ευτυχής ιδιοκτήτης. «Ζάχαρη», λέω «και πόσο τιμάται το τεμάχιο;» «Ένα pesos το κομμάτι –εσύ πόσα θέλεις να πάρεις;». Ένα pesos τουριστικό αντιστοιχεί με ένα δολάριο αμερικάνικο –λιγότερο από ένα ευρώ. Είπα κι εγώ να πάρω μερικά, να μου βρίσκονται «20 pesos είναι εντάξει;» ρωτάω ο αδαής. Έπεσε ο ιδιοκτήτης πάνω στον Vladimir και κοντέψανε να πάθουν εγκεφαλικό από τα γέλια. «Ρε παλικάρι», μου λένε «ένα pesos Κουβανέζικο κάνει το κομμάτι. Με 20 pesos τουριστικά θα αγοράσεις 500 πούρα». Το pesos το Κουβανέζικο είναι το 1/24 του τουριστικού.

Πάμε, που λες, στη γριούλα, μας βγάζει κάτι πούρα, κάνω να πληρώσω και βρίσκω πως το μικρότερο που έχω είναι 10 pesos. Που να βρει ρέστα η γριά; Δε γαμιέται, λέω, δώσε ένα δεκάρικο πούρα –τις καρδιές μας θα χαλάμε τώρα! Φορτώθηκα 250 τεμάχια και έφαγα ένα ξεγυρισμένο Κουβανέζικο δούλεμα -πως θα με θυμούνται όλοι για χρόνια στη γειτονία σαν τον «άνθρωπο που αγόρασε 250 πούρα» και αν τα καπνίσω όλα αυτά θα με τρέχουν από νοσοκομείο σε νεκροταφείο –ωραία περνάγαμε δηλαδή. Χάρισα και τα μισά πούρα στον τύπο που μας έκανε το τραπέζι (γιατί όταν τα είδε η Tomboy κόντεψε να λιποθυμήσει) και το ρίξαμε στην περιήγηση.

Στη Santa Clara έχουν ταξί, αλλά κυρίως μετακινούνται με κάρα. Μεγάλος χαβαλές το κάρο. Ειδικά όταν ο οδηγός δίνει τα γκέμια του αλόγου σε έναν τυχαίο επιβάτη για να βγάλει τίποτα ρέστα. Καλά που δεν καταλήξαμε, απρόσκλητοι, σε κανένα από τα διπλανά σπίτια –γιατί το άλογο καταλαβαίνει αμέσως τον άσχετο και κάνει του κεφαλιού του.

Το βράδυ βρεθήκαμε να πίνουμε μοχίτο και μπύρες Bucanero στην πλατεία, με ένα συγκρότημα –γερόντια που έπαιζαν σον. Και ανακάλυψα πως ολόκληρη πλατεία είχε μόνο τρεις καπνιστές. Εμένα και άλλους δυο τελειωμένους. Οι Κουβανοί βγάζουν πούρα αλλά θεωρούν το κάπνισμα μαλακία, ειδικά στην επαρχία.

Vedado, Miramar, Cojimar, Centro Havana

Την άλλη μέρα αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στην Αβάνα. Εμείς το αποφασίσαμε, όχι όμως και τα Viazul (λεωφορεία για τουρίστες με air condition ρυθμισμένο στους -12 βαθμούς Κελσίου). Εισιτήρια –ούτε για δείγμα, οπότε μας την έπεσε ένας παράνομος ταξιτζής. Και βρεθήκαμε να ταξιδεύουμε στη ζούλα, με 2 τεράστιους, δολοφονικούς τύπους. Όταν λοιπόν μας σταμάτησαν οι μπάτσοι σε ένα μπλόκο –ανακουφίστηκα. Προτιμούσα να ξεμείνουμε στην ατέλειωτη ευθεία της Κουβανέζικης εθνικής, παρά να μας ξεκοιλιάσουν οι μυστήριοι.

Τελικά, οι μπάτσοι δεν μας είδαν, καθότι ο παράνομος ταρίφας είχε προνοήσει να έχει φιμέ τζάμια και φτάσαμε σπίτι μας χωρίς κανένα πρόβλημα. Είναι πολύ δύσκολο –αλλά αν βρεθείς στην Κούβα, καλά θα κάνεις να ξεφορτωθείς τα ψυχολογικά σου σχετικά με την εξωτερική εμφάνιση. Οι Κουβανοί είναι γιγάντιοι, ενίοτε μαύροι και συνήθως τρομακτικοί. Μέχρι να σου μιλήσουν. Μετά καταλαβαίνεις πως είναι άκακοι. Αν όμως μείνεις στην πρώτη εντύπωση θα περάσεις τις διακοπές σου κλειδωμένος στο δωμάτιο και θα τρως φαγητό μέσα από τις γρίλιες.

Στην Αβάνα ανακαλύψαμε δυο πράγματα: α) ότι είχε ξεσπάσει τροπική καταιγίδα και β) ότι είχαμε αποκτήσει συγκάτοικο. Όταν λέμε «τροπική καταιγίδα» εννοούμε πως βγαίνεις από το αυτοκίνητο και ώσπου να διανύσεις τα 5 μέτρα που σε χωρίζουν από την πόρτα έχεις βραχεί μέχρι σώβρακο. Και όταν λέμε «συγκάτοικο», εννοούμε μια γουρούνα Ελληνίδα που δούλευε στην Unesco και έβριζε τον Φιδέλ από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί. Ήτανε μια κυρία που έμενε στο Παρίσι, αλλά είχε κάνει χρόνια στην Ινδία –όπου η Unesco της πλήρωνε 600 τετραγωνικά, πισίνα και 8 υπηρέτες. Τέλειο δείγμα ελληνικού κομπλεξισμού, συνδυασμένο με γνήσιο ευρωπαϊκό, αποικιοκρατικό ταμπεραμέντο. Περίμενε να κάνουν τούμπες οι Κουβανοί, επειδή η Unesco έδωσε 80.000 ευρώ για την κάλυψη των εξόδων των συμμετεχόντων. Και ήθελε να της δώσουν ακριβή λογαριασμό –τι τα κάνανε τα λεφτά. Τσακωνότανε και με τους ταξιτζήδες η κυρία, μην τύχει και της φάνε κανένα pesos. Μιζέρια, κομπλεξισμός και εξυπνακίστικο στυλάκι –πολύ φτώχια εδώ βρε παιδάκι μου, αλλά δεν μιλάει ο κόσμος, λόγω του κομμουνισμού. Κοινωνιολογική ανάλυση επιπέδου «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω».

Κάναμε κι άλλα πράγματα στην Αβάνα. Ψωνίσαμε μέχρι που τσίτωσαν οι βαλίτσες και έκλειναν μόνο με πρέσα. Πήγαμε στο θαλάσσιο πάρκο, όπου μια φώκια φίλησε την Tomboy. Βολτάραμε στο πάρκο Λένιν –χιλιόμετρα πράσινου, λιμνούλες, άλογα και κάτι εστιατόρια έξτρα χλιδάτα. Φάγαμε στη La Guerida, εκεί που γυρίστηκε το «Φράουλα και σοκολάτα». Τότε ανακάλυψα πόσο γαμημένα γρήγορα ανεβαίνουν οι τιμές στην Ελλάδα. Βλέπεις, στη La Guerida, είχαμε φάει και την προηγούμενη χρονιά. Τότε οι τιμές μας φαίνονταν τσιμπημένες. Τώρα ήταν σκέτη φτήνια, για το επίπεδο του μαγαζιού. Τι είχε γίνει; Απλά –οι τιμές στην Αβάνα δεν άλλαξαν, ενώ στην Ελλάδα ανεβαίνουν σαν πυρετός.


Δεν θέλω να πω τίποτα για το διήμερο του αποχαιρετισμού. Απλά, αναρωτιόμασταν μέσα στο ταξί –που στο διάολο πάμε, πως πέρασαν έτσι οι μέρες, τι σκατά θα κάνουμε στην Ελλάδα; Συνηθισμένα πράγματα. Το ασυνήθιστο ήταν αυτό που έγινε στο αεροδρόμιο.

Εγώ κάπνιζα απανωτά τσιγάρα –για να ρεφάρω τις επικείμενες 10 ώρες στέρησης. Σε κάποια στιγμή, η Tomboy λέει πως άκουσε το όνομά μου στα μεγάφωνα –αλλά συνοδευόταν από ένα περίεργο επίθετο. «Ε, το όνομα μου θα είναι συνηθισμένο στην Κούβα», αποφαίνομαι ο εξυπνάκιας-μαλάκας. Έλα όμως που οι ανακοινώσεις συνεχίζονταν -άσε άρχισα να ξεχωρίζω και το επώνυμό μου μετά το όνομα. Οπότε, 10 λεπτά πριν φύγει η πτήση με τσιμπάνε και με συνοδεύουν στο υπόγειο.Εκεί με περίμενε η βαλίτσα μου, παρέα με δυο τελωνειακούς. «Τομπάκο», μου λέγανε, «Τρινιδάδ» απάνταγα –άκρη δεν έβγαινε. Με βάλανε ν’ ανοίξω τη βαλίτσα και βρήκαν ένα βουνό πούρα. Από τη χώρα δεν επιτρέπεται να βγεις με περισσότερα από δυο κουτιά των 25. Αλλά εγώ, σαν καλός μαλάκας, είχα στοιβάξει στην ίδια βαλίτσα, δυο κουτιά Cohiba (που ήταν παραγγελίες) και τη σακούλα με τα πούρα της καλής γριούλας. Η πτήση καθυστερούσε για να περιμένει το μαλάκα και οι τελωνειακοί μετρούσαν πούρα και συμπλήρωναν έγγραφα. 118 κομμάτια μου κατάσχεσαν οι μάγκες μέχρι να μου επιτρέψουν να φύγω. Διότι η παρανομία θέλει και λίγο μυαλό, εντάξει;

Στο αεροδρόμιο της Μαδρίτης αγόρασα ένα κουτί Montechristo, σε τσιμπημένη τιμή –έτσι, σαν αναμνηστικό της βλακείας μου.

Στο ταξί που μας πήρε από το ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ βρίσκαμε σχέδια και καταστρώναμε δικαιολογίες για να ξαναγυρίσουμε στην Αβάνα, το συντομότερο δυνατό. Γιατί από την Κούβα δεν φεύγεις ποτέ οριστικά. Απλά λείπεις για μεγάλα διαστήματα, λόγω υποχρεώσεων και μετράς τις μέρες, μέχρι να ξαναπάς. Λάθος –στην Κούβα δεν ξαναπηγαίνεις –μόνο επιστρέφεις.

Buenas

Το κατάστημα θα παραμείνει κλειστό για απροσδιόριστο διάστημα. Αν βρούμε καμιά πρόσβαση στην Αβάνα, θα στείλουμε τα νέα μας, μπορεί να ανεβάσουμε και καμιά φωτογραφία -μήπως και μας λυπηθείτε όταν μας δείτε μέσα στην κακοπέραση. Αλλιώς, μετά τις 17 Ιουνίου, με τη Βραζιλία (ελπίζω) να επελαύνει ασταμάτητη προς τον τελικό.

Αν όλα πάνε σύμφωνα με το μεγαλόπνοο σχέδιο, θα πετάμε ήδη για Αβάνα, όταν διαβάζετε αυτό το post. Ήθελα να επισημάνω δυο πραγματάκια, λόγω της ημέρας:
1. Είστε πολύ (και πολλοί) ρεμάλια.
2. Θα μου λείψετε.

Εμείς τώρα πηγαίνουμε να βρούμε κάτι περίεργους που μας έλειψαν επίσης. Πάμε να βρούμε τον Tony και τη Diana, που θα μας φιλοξενήσουν. Είναι ένα ρομαντικό ζευγαράκι ηλικιωμένων, που αποφάσισαν να νοικιάζουν δωμάτια για να συμπληρώνουν το εισόδημά τους. Έτσι λένε. Μαλακίες, δεν τους πιστεύω. Απλά, έχουν φύγει τα παιδιά τους από το σπίτι, έχουν κάνει δικές τους οικογένειες και το ζευγάρι απόμεινε μόνο σ’ ένα τεράστιο, άδειο σπίτι και γουστάρει να βλέπει κόσμο (σαν όλους τους κουτσομπόληδες Κουβανούς). Και επειδή είπα για κουτσομπολιό –να μην ξεχάσω τον σκύλο τους τον Perry, ένα ασχημομούρικο, μικροκαμωμένο, ρατσιστικό, μαύρο σκυλί που ειδικεύεται στο να χώνει τη μουσούδα του παντού. Εφτά φορές τη μέρα φέρνει γύρα τη γειτονιά για να κόψει κίνηση, δεν υπάρχει περίπτωση να μπει άνθρωπος στο σπίτι και να μην τον μυρίσει –τα βράδια, αν αργούσαμε να γυρίσουμε μας περίμενε στην εξώπορτα γκρινιάζοντας. Μετά, υποθέτω, κοιμόταν. Αυτός, σίγουρα θα μας περιμένει στην εξώπορτα, όσα χρόνια κι αν περάσουν.
Η Diana δούλευε σε τράπεζα, ο Tony ήταν γκρουπιέρης σε καζίνο, αλλά μπήκε σε μια Μονάδα Επίδειξης με μοτοσυλέτες (κάτι πειραγμένες Harley) της Αστυνομίας -μετά την Επανάσταση. Έχει σπάσει κάθε κόκαλο στο σώμα του, πάνω από μια φορά -κάποτε μάλιστα, σε μια επίδειξη, έπεσε από κάτι ξυλοπόδαρα, 3 μέτρα ψηλά, που τα είχε στερεώσει στους μαρσπιέδες της μηχανής. Έσκασε που λες, ανάμεσα στον κόσμο που παρακολουθούσε -τότε ο Fidel διέλυσε τη Μονάδα Επίδειξης γιατί, λίγο ακόμα και θα γινόταν ομαδική γενοκτονία με τις σαχλαμάρες τους.
Μετά ο Tony πήγε και πολέμησε στην Αγκόλα. Με τους Κουβανούς που έτρεχαν για βοήθεια, όταν οι αριστερές κυβερνήσεις έμπλεκαν σε φασαρίες. Μπορεί, αυτή τη φορά, να τον ψήσω να μου διηγηθεί τίποτα ιστορίες από εκείνα τα χρόνια. Είναι και ντροπαλός, δυο κουβέντες λέει και μαζεύεται σαν κοριτσάκι -πρέπει να τον ποτίσεις για να ξεκινήσει λογοδιάρροια.
Πάντως, λέει ωραίες ιστορίες γενικότερα. Όπως εκείνη που ήταν σε ένα side car και ο οδηγός της μηχανής πήγαινε μαλλιοκούβαρος. Σε μια στροφή κόπηκε η μπάρα σύνδεσης του side car με τη μηχανή -πολλαπλά κατάγματα στο κεφάλι ο Tony.

Αλλά, πάνω απ’ όλα, τρελλός και παλαβός με τη Diana. Πήγαινε και την έπαιρνε από την τράπεζα με ποδήλατο, για να μην περιμένει το λεωφορείο στις μέρες της «Ειδικής Περιόδου» που υπήρχε έλλειψη βενζίνης. Κι όταν η Diana έπαθε καρκίνο έμεινε σπίτι, μαζί της.
Τους θυμάμαι όταν τους πρωτογνωρίσαμε -μόλις είχαν αρχίσει να νοικιάζουν δωμάτια, διακριτικοί, αθόρυβοι, ντροπαλοί με τον κόσμο. Ευτυχώς, είχαμε μαζί τον ξάδερφό μου. Όσοι τον ξέρουν, καταλαβαίνουν τι εννοώ. Κάθε βράδυ, αγοράζαμε ένα μπουκάλι Havana Club και τους πλακώναμε στην πάρλα. Κοντέψαμε να τους χάσουμε τους ανθρώπους, από το ποτό και τα πούρα (ξυστά πέρασε το εγκεφαλικό -εγώ στη θέση τους δεν θα μας ξαναμίλαγα). Όταν φύγαμε έκλαιγαν (και όχι μόνο αυτοί -είδα δάκρυα και στη δική μου παρέα, να μην επεκταθώ έτσι;)

Πάμε να βρούμε και τον Osvaldo -είναι ο ταξιτζής που είχαμε, ένας μαύρος, γεροδεμένος και πάντα γραβατωμένος. Έχεις δει τον σωφέρ της κυρίας Νταίζη; Έτσι είναι ο Osvaldo, στο πιο νέο. Και όλο γκρινιάζει που ο Fidel δεν τους αφήνει να βγάλουν έξτρα χρήματα -όσα μπορεί ο καθένας. Και είναι αναγκασμένος να ζει σε ένα σπίτι 90 τετραγωνικών, με τη γυναίκα του και τα 2 παιδιά του και ντρέπεται να καλέσει κόσμο.

Έτυχε την προηγούμενη φορά να είναι τα γενέθλιά του και μας είχε καλέσει στην «τρώγλη». Ήταν μια σπιταρώνα στην πιο κυριλέ συνοικία της Αβάνας. Γεμάτη playstation και cd players για τα παιδιά. Αλλά εκεί -στη γκρίνια ο Osvaldo. Γκρίνια και κομπίνα -έπαιρνε άδεια από τη δουλειά και μας γύριζε παντού με το ταξί, κονόμαγε στη μαύρη και έβριζε τον Fidel. Γκρινιάρης, απατεωνάκος αλλά και άρχοντας, γενικότερα, ο Osvlado. Επειδή μια φορά τον κεράσαμε ένα πιάτο φαϊ, μας έκανε δώρο μια κουτάρα με πούρα -πάνω από 300 ευρώ κοστίζουν στην Ελλάδα.

Θα βρούμε τη Leysi και τον άντρα της -η Leysi είναι η φιλενάδα της Tomboy. Την είχαμε πάρει ωτοστόπ μέχρι Σάντα Κλάρα την προηγούμενη φορά και αλλάξανε mails με την Tomboy. Από τότε αλληλογραφούν και περιμένουν να ξανασυναντηθούν. Προχτές μας έγραψε η Leysi πως θα πάρουν μια βδομάδα άδεια, γιατί μένουν στη Σάντα Κλάρα -να έρθουν στην Αβάνα για να μας δουν. Και μάλιστα θα είναι εκεί, για συμπαράσταση στην Tomboy, όταν θα πάει για την εγχείρηση στα μάτια της. Τέτοια ξήγα η Leysi.

Αν είμαστε μάλιστα τυχεροί, θα πιούμε καφέ στον Oratio και τη Marta. Ο Oratio είναι ένας χίππης, δούλευε αρχιτέκτονας, αλλά τα παράτησε και ασχολείται αποκλειστικά με το σπίτι του. Έχει πάρει ένα παλιό αρχοντικό, νοικιάζει δωμάτια και φτιάχνει συνεχώς. Κολλάει πλακάκια, βάφει, μερεμετίζει. Η Marta έχει, λέει, ιδιαίτερες ψυχικές δυνάμεις. Ρίχνει βότσαλα, λέει ΤΑΡΩ, τέτοια πράγματα. Έχουν κι ένα φάντασμα σπίτι τους, έναν μαύρο που έκανε μετά θάνατον κατάληψη σε κάποιο δωμάτιο και δεν τους αφήνει να το φτιάξουν. Μας το έδειξαν (το δωμάτιο), αλλά δεν το είδαμε (το φάντασμα). Ωραία πράγματα! Ο Oratio έλεγε πως δεν τα πιστεύει όλα αυτά, αλλά δεν χάνεις τίποτα να χύνεις καμιά γουλιά κρασί πίσω από την πλάτη σου -έτσι, για τα πνεύματα, βρε αδερφέ. Και γκρινιάζει γιατί ο Fidel έριξε όλα τα λεφτά σε νοσοκομεία και σχολεία και άφησε τα ιστορικά κτίρια της Αβάνας να καταρρεύσουν. Είπαμε -αρχιτέκτονας. Και θεοπάλαβος.

Εκτός από όλους αυτούς θα δούμε και την Αβάνα. Θα χαθούμε στην παλιά πόλη (την κανονική -όχι την τουριστική), θα πιάσουμε κουβέντα με γιγάντιους τύπους που ειδικεύονται στο διεθνές κουτσομπολιό, θα κεράσουμε Mohito κάποιους παραδοσιακούς απατεώνες που παίρνουν προμήθεια από τα μαγαζιά, θα πιούμε Daquiri στη Floridita, δίπλα στον Χέμινγουεϊ και θα ξαναπάμε στο Jazz Cafe. Θα στηθούμε σε ουρές μαζί με πολυλογάδες Κουβανούς που ρωτάνε «ultimo;», σταμπάρουν αυτόν που είναι μπροστά τους και τριγυρίζουν εκτός γραμμής, κάνοντας την ευθεία-τεθλασμένη.

Αν τα καταφέρουμε, θα νοικιάσουμε αυτοκίνητο για να κυκλοφορήσουμε και λίγο εκτός Αβάνας. Ο προορισμός δεν έχει σημασία -τα άτομα που θα πάρουμε ωτοστόπ μετράνε. Αν πάρεις πάνω από 60 -αξίζει τον κόπο. Αλλιώς, τζάμπα η βενζίνη.

Η Κούβα είναι ξεχωριστή. Το λέω εγώ που σιχαίνομαι τα ταξίδια. Που μιζεριάζω παντού. Που απεχθάνομαι τον ποδαρόδρομο. Η Κούβα όμως είναι αλλιώς. Είναι κόλλημα. Και μην αρχίσουμε τώρα την παπαρολογία σχετικά με το καθεστώς, εντάξει; Γιατί βαρέθηκα ν΄ακούω γκρίνια για τον Castro, την προηγούμενη φορά που πήγα. Βέβαια, αν πας να τους αρχίσεις τα διαφωτιστικά, περί κοινοβουλευτισμού και πολυκομματισμού σε γειώνουν κανονικά οι Κουβανοί. Δικός τους είναι ο Castro και τον γουστάρουν, να τον έχουν και να τον βρίζουν. Στην τελική δεν έχω δει πολλούς Προέδρους να καβαλάνε το τζιπάκι και να τρέχουν πρώτοι στις φασαρίες. Είτε διαδήλωση είναι είτε εισβολή.
Κι αν πεθάνει ο Castro; τους ρωτάς. Τότε γελάνε και σου λένε το ανέκδοτο με το δεινοσαυράκι. Και δεν το παίζουν τζάμπα μάγκες εκεί πέρα, δεν βρίζουν, δεν πουλάνε μούρη για το πόσο τεράστιοι και αγωνισταράδες είναι. Τους ρωτάς για τους Αμερικάνους που τους έχουνε πηδήξει τόσα χρόνια με το εμπάργκο και σου απαντάνε «ε, τι να κάνουν κι αυτοί –δεν φταίνε σε τίποτα, οι κυβερνήσεις τους είναι υπεύθυνες». Grande τύποι.

Στην Κούβα υπάρχει φτώχια, αλλά δεν υπάρχουν φαβέλες. Ούτε γκέτο. Ούτε παραγκουπόλεις. Και υπάρχουν νοσοκομεία, σχολεία που ντρέπεσαι να πατήσεις. Υπάρχουν ουρές έξω από τους σινεμάδες που κάνουν αφιερώματα στον παγκόσμιο κινηματογράφο και ουρές έξω από τη Λυρική. Εντάξει, δεν υπάρχει ιδιωτική τηλεόραση και διαφημίσεις στους δρόμους. Δεν είπα πως έφτιαξαν την ιδανική κοινωνία εκεί πέρα, αλλά κάτι ψιλά έχουν κάνει. Και κάτι χοντά, όσο να πεις. Κάτι χοντρά λάθη και κάτι χοντρά σωστά. Έτσι το είδα.

Εμείς τώρα πετάμε για εκεί και να σου πω κάτι παράξενο; Εγώ που σιχαίνομαι τις πατρίδες και τα σύνορα, θα χαιρόμουν πολύ να είχα ένα τέτοιο μέρος για πατρίδα (αλλά δεν το έχω -γι’ αυτό «γαμιούνται οι πατρίδες και οι στρατοί»). Γιατί είναι ωραία να βλέπεις το νησί από ψηλά, σαν κοκτέιλ είναι, με φοίνικες αντί για ομπρελίτσες στα ποτήρια. Και νιώθεις καλά όταν σε κοιτάζουν χαμογελαστά μάτια. Άσε που γαμιέσαι στο γέλιο όταν βλέπεις -πρώτη εικόνα στο αεροδρόμιο -τους υπεύθυνους ασφαλείας να ασχολούνται περισσότερο με το καμάκι στις Κουβανές και λιγότερο με σένα.

Αυτά.

Να προσέχετε όσο θα λείπουμε και να εύχεστε να βρεθεί πρόσβαση σε υπολογιστή εκεί που πάμε. Αλλιώς θα σας ταράξουμε στην πολυλογία όταν γυρίσουμε.

Υ.Γ.: Σκατά συναισθηματικό μου βγήκε γαμώτο. Μάλλον φταίει η αλλαγή ώρας.

Δυο μέρες είναι αρκετές

«Ναι σου λέω και Clash και Stranglers και Cure…μέχρι οι Ταξιαρχίες θα παίξουν … όχι ρε μαλάκα όλοι την ίδια μέρα, τι;… Εντάξει μωρέ, ποια εισιτήρια τώρα, ντου θα κάνουμε… Στο Καλλιμάρμαρο, ναι…. Πότε θα λείπεις; …Να μην πας ρε …Καλά, γαμιέσαι … κλείσε να πάρω τους άλλους …κλείσε ρε σου λέω. Γεια».

Ο Σταύρος κοπάνησε το τηλέφωνο. Δηλαδή το ακουστικό στη συσκευή, αν και θα προτιμούσε να το ξηλώσει από την πρίζα και να το πετάξει στον απέναντι τοίχο. Τρίτο τηλεφώνημα και μια από τα ίδια. Τα κωλόπαιδα είχαν κανονίσει τις διακοπούλες τους και δεν μπορούσαν να τις αλλάξουν για το Rock in Athens. Εδώ ο κόσμος καίγεται κι αυτοί εκεί –μη χάσουν τα σκατονήσια του Αιγαίου. Άντε ρε φλώροι.

«Η πόλη των πεθαμένων»

Την άλλη μέρα είδε τις ουρές έξω από τα κιόσκια εισιτηρίων, πηγαίνοντας για τη δουλειά. Κόσμος αποβλακωμένος από το καλοκαιρινό λιοπύρι, σπρώξιμο και βρισίδι. Γιατί μπαίνεις μπροστά φιλαράκο; Εδώ ήμουν πάνω από μισή ώρα. Άντε ρε μαλακισμένο που το παίζεις κι έξυπνος από πάνω. Αφού σε είδα πως χώθηκες από το πλάι. Και μετά σπρωξίδι άγριο, μέχρι που η ουρά γίνεται έλικας, ποιος θα προλάβει να δώσει πρώτος το διχίλιαρο. Ο Σταύρος γέλασε καθώς έσβηνε το τσιγάρο και προχώρησε βιαστικός –είχε ήδη αργήσει.

Στο βιβλιοπωλείο είχαν σηκωθεί τα ρολά. «Μας καταδέχτηκες Σταυράκη;» ειρωνεύτηκε ο μονίμως κακόκεφος αφεντικός. Έδωσε τόπο στην οργή, αλλιώς θα έδινε καμιά μπουνιά στο φαλακρογιεγιέ και θα τον άφηνε στον τόπο. Στ’ αλήθεια έτσι; Καθότι γομάρι ο Σταύρος. Είχε καβατζάρει το 1.90 προ καιρού και τα 100 κιλά προσφάτως. Είχε δουλέψει και πόρτα στο «Αν», σε διαστήματα αφραγκίας. Αλλά αποφάσισε να ασχοληθεί με τη διανόηση, οπότε κατέληξε παπάκι σε βιβλιοπωλείο. Εξωτερικές εργασίες και εσωτερική κάλυψη των πόστων, στα κενά ανάμεσα στις βάρδιες. Καλά ήταν, βούταγε και όποιο βιβλίο του άρεσε, μια φορά έφερε την παρέα, έλειπαν τα σκυλιά του αφεντικού –το ξεσκόνισαν το μαγαζί οι κολλητοί.

Αλλά τώρα οι μαλάκες να πουλάνε για τη συναυλία; Και ακουγόταν πως θα ήταν η τελευταία των Clash –βάραγαν διάλυση τα παλικάρια, μην τους είδατε μετά το Rock in Athens 1985. Άρπαξε μια ντάνα βιβλία να γεμίσει τα ράφια. Βρε τους μαλάκες. Μια κυρία τον σκούντησε, έτσι όπως τρέκλιζε φορτωμένος βιβλία. «Συγνώμη, Κική Δημουλά που έχετε;» Στον κώλο σου, ετοιμάστηκε να πει. Προτίμησε το «αριστερά, εκεί που γράφει ποίηση». Η κυρία αγνάντεψε το χάος. «Θα με πάτε να μου δείξετε που ακριβώς;» Να δουλεύεις στο γαμω-βιλιοπωλείο. Να ξεσκίζεσαι κουβαλώντας κούτες με το παπί. Να έχεις τους μαλάκες που κάνουν τους δύσκολους για τη συναυλία. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, να έρχεται η κότα πρωί-πρωί, την ώρα που κουβαλάς, για να της δείξεις Δημουλά. Πόσο πιο σκατά δηλαδή μπορούν να γίνουν τα πράγματα;

«Σταύρο, σε θέλουν στο λογιστήριο –πρέπει να πας στην εφορεία για τον ΦΠΑ». Τόσο πιο σκατά.

Απόγευμα στην πλατεία.

Αποτοξίνωση από τη δουλειά και κόψιμο κίνησης.

Σκαρφαλωμένος στο παγκάκι σαν παπαγάλος.

Έχει μια ζέστη του κερατά και ο ήλιος γύρισε καταπάνω του, αλλά βαριέται να αλλάξει θέση. Οι αθλητικές κάλτσες θα πρέπει να ζυγίζουν ίσα με 100 κιλά μέσα στις Doc Martins αρβύλες του –αυτές οι αρβύλες, δυο μήνες έκανε το σκατό του παξιμάδι για να τις αγοράσει. Και τι έγινε δηλαδή που είναι καλοκαίρι; Πότε θα περίμενε να τις φορέσει; Αφού τον προηγούμενο χειμώνα ήταν άφραγκος. Ένα περιστέρι κουτσούλησε στα 20 εκατοστά δίπλα του. Κωλόπουλα. Μέχρι κι αυτά έχουν καταλάβει πως είμαστε για χέσιμο.

Ο ήλιος αποφάσισε να ξεκουμπιστεί, μπαφιασμένος από τα πολλά τσιγάρα. Κάποιες λάμπες θα άναβαν γύρω από το σιντριβάνι –αν δεν τις είχαν σπάσει οι τακτικοί της πλατείας. Μιας και αναφέρθηκαν οι τακτικοί, διακρίνεται ευκρινώς -στο απέναντι οργωμένο παρτέρι -ο Καβαντζάς. Καλό παιδί ο Καβάντζας. Και πολυάσχολο. Πότε βγήκε από τις αγροτικές της Τίρυνθας -3 μήνες, αντίσταση κατά της αρχής, πότε γύρισε από το μάζεμα πορτοκαλιών στην Κρήτη -40 μέρες, 150 δραχμές μεροκάματο, δραστήριος και πανταχού παρών ο Καβάντζας.

«Ρε βλάκα Καβάντζα, τι θα κάνουμε με τη συναυλία;» Ο Καβάντζας καλύπτει την απόσταση από το (κάποτε υπήρχε) γρασίδι μέχρι το παγκάκι –οπτικώς. Ξύνει τα γένια του, τινάζει πίσω το μαλλί, αγωνίζεται να πάρει τη μεγάλη απόφαση. Είναι 20 μέτρα απόσταση, όπως και να το δεις. Ψάχνει το τζην του, ανάβει τσιγάρο, είναι γεροδεμένο παιδί, εργαλείο ο Σταύρος, κάνει την καρδιά του πέτρα, επιστρατεύει όσες αντοχές έχει και σηκώνεται. Στο τρίλεπτο έχει καλύψει τα 20 μέτρα που τους χωρίζουν, οπότε μπορεί να χυθεί ανεμπόδιστα στο παγκάκι. Κατά την διάρκεια της προσπαγκάκωσης ανακατεύει καπνό από Sante άφιλτρα με τη μνημειώδη φράση «κοίτα βυζόμπαλα που έχει αυτή η κοντή στο περίπτερο». Και τα πάντα θωρών ο Καβάντζας.

Επιχειρησιακό Σχέδιο εισβολής, εκπονηθέν υπό του στρατάρχου Καβάντζα Ευάγγελου

Λοιπόν δικέ μου, στην αρχή παίζουν κάτι σκατόφλωροι, κάτι Γάλλοι σαλοτραπεζαριέν, Telephone κάπως έτσι. Επειδή όμως ο κόσμος είναι τσίπης, όσοι έχουν εισιτήρια θα στηθούν αξημέρωτα για να πιάσουν θέσεις. Εκείνες τις ώρες, εμείς κάνουμε τους Κινέζους. Βολτίτσα γύρω από τους σεκιουριτάδες, μήπως βρούμε κανέναν γνωστό, καμάκι σε γκομενάκια, μήπως περισσεύει κανένα εισιτήριο, τέτοια πράγματα. Καλό είναι να χωθούμε μέσα και να προλάβουμε τα σούργελα του Boy George, αλλά δεν θα πεθάνουμε κιόλας. Οι Stranglers θα βγουν τελευταίοι. Εκεί πρέπει να είμαστε. Αν δεν έχουμε κάνει κονέ με τους σεκιουριτάδες θα γίνει οργανωμένο ντου. Θα ΄μαστε καμιά πενηνταριά, το μόνο πρόβλημα είναι που θα πρέπει να την πέσουν μερικοί με μολότωφ στις κλούβες για να μην έρθουν γρήγορα οι μπάτσοι και μας κόψουν τον κώλο. Αλλά αυτοί που θα πάνε στις κλούβες, χάνουν τη συναυλία. Άρα και μάρα, τη μια μέρα θα δούμε τη συναυλία οι μισοί. Τη δεύτερη μέρα θα έχουν σφίξει οι κώλοι. Θα έχουν κάνει αλυσίδες οι μπάτσοι και άντε να πλησιάσεις χωρίς εισιτήριο. Οπότε θα μπούμε από τους λόφους. Σωστός;

Στράβωσε ο Σταύρος αλλά δεν το έδειξε. Μια ζωή μπάχαλο ήταν τα σχέδια της πλατείας. Και μέσα στην πρωτοτυπία –θα μαζευτούμε, θα συνταχθούμε και θα μπουκάρουμε. Άμα θέλανε οι μπάτσοι σε αφήνανε και πέρναγες, άμα κάποτε δεν γουστάρανε σε κάνανε ασήκωτο από το ξύλο. Το μόνο παρήγορο ήταν πως τα παιδιά θα τον στήνανε τον τσαμπουκά. Ίσως να κατάφερνε να χωθεί μέσα στο χαμό. Προοπτική κολοκυθοκεφτές δηλαδή.

Μέχρι το βράδυ είχε μετακομίσει σταδιακά στα Tsaf. 50 μέτρα σε 3 ώρες, ταχύτητα 0,0166666666666 χλμ/ώρα. Είχαν μαζευτεί όλοι οι παρεϊκοί, έστησαν και έναν γυάλινο πύργο από AMSTEL -ρεμάλια που ασκούνταν στην επαναστατική μπαρουφολογία μέχρι εξαντλήσεως. Δικής τους φυσικά.

Σε κάποια φάση έσκασαν μύτη και οι ΜΑΝΑ ΜΠΑΝΤΑ (πρώην MAMMA BAND). Όχι όλοι δηλαδή –ο ψηλός ο κιθαρίστας πρώτα και άλλοι δυο μετά . Κανένας δεν ήξερε πόσοι ήταν στην πραγματικότητα οι ΜΑΝΑ ΜΠΑΝΤΑ. Γιατί ποτέ δεν τους είχαν δει να παίζουν. Μόνο ένα τραγούδι κραύγαζαν σωρηδόν και χορηδόν και για την ακρίβεια, μόνο τους πρώτους στίχους, «μισώ το σαμπουάν σου, που λούζεις τα μαλλιά σου –νομίζεις πως αρέσεις;». Όποιος τους ρωτούσε τι έλεγε παρακάτω το τραγούδι, έπαιρνε διφορούμενες απαντήσεις, μεταξύ του «μιλάει για ένα τύπο που μισάει το σαμπουάν της γκόμενάς του» και του «είναι επαναστατικό τραγούδι –το πρώτο μεταπάνκ κομμάτι, γροθιά στο κατεστημένο φυσικάς». Και μετά αρχίζανε τις μαλακίες οι ΜΑΝΑ ΜΠΑΝΤΑ και χανόταν η μπάλα. Γιατί είχαν ένα κόλλημα με τις μανάδες οι τύποι. Έλεγε ας πούμε ο ένας στον άλλο: «πότε θα περάσεις να πάρεις τη μάνα σου από το σπίτι μου ρε; Μια βδομάδα την έχεις παρατήσει εκεί –βαρέθηκα να γαμάω». Και απαντούσε ο άλλος στον ένα: «ρε δεν αφήνεις τις μαλακίες; Και πες καμιά κουβέντα στη δικιά σου μάνα να μην αλλάζει κραγιόν κάθε τρεις και λίγο –μου ‘χει κάνει τον πούτσο σαν ουράνιο τόξο». Τέτοιοι ήταν οι ΜΑΝΑ ΜΠΑΝΤΑ. Μάλλον γι’ αυτό λέγονταν ΜΑΝΑ ΜΠΑΝΤΑ –αλλά κανείς δεν ήταν απολύτως σίγουρος.

Στην επιστροφή για το σπίτι σταμάτησε –να χαζέψει την αφίσα της συναυλίας. 26 Ιουλίου: Culture Club (εμετός), Depeche Mode (φλωρο-blitz), Stranglers (τεράστιοι), Μουσικές Ταξιαρχίες (αυτοί μάλλον πρώτοι θα έπαιζαν και θα τους έχανε). 27 Ιουλίου: Guest star (οι Clash που δεν δέχτηκαν να μπει το όνομά τους στην ίδια αφίσα με τον Boy George), Nina Hagen (θεά, θεά, θεά), The Cure (γαμάτοι), Talk Talk (είναι κανένας μέσα;), Telephone (Ελλάς –Γαλλία, συμμαχία). Δεν την έχανε τη συναυλία με καμιά Παναγία. Μέχρι που σκέφτηκε να αγοράσει εισιτήριο, αλλά, μάλλον έφταιγε το προχωρημένο της ώρας.

Την προηγούμενη της συναυλίας ξύρισε το κεφάλι του σε Μοϊκάνικο στυλ. Όπως είχε κάνει κι ο Joe Strummer από τους Clash. Που είχε γίνει Μοϊκανός για να μοιάζει στον De Niro από τον «Ταξιτζή». Που είχε ξυρίσει το κεφάλι του όπως οι πεζοναύτες. Οι οποίοι το είχαν πάρει από τους Ινδιάνους.

Κύκλος τα ξυρισμένα κεφάλια στην σύγχρονη ιστορία –ο Σταύρος πάντως, έβαλε μια φίλη του θεοπάλαβη, ντεθιάρα, να τον κάνει κουρούπα με μια μάλλινη γραμμή στη μέση. Κάπνιζε όλο το βράδυ, κλεισμένος στο δωμάτιό του, με το πικ απ να παίζει τέρμα «Sandinista» και χάζευε τον εαυτό του στον καθρέφτη. Στα διαλείμματα, όταν πιανόταν ο σβέρκος του από το πολύ κοίταγμα, ξεκαβάλαγε την καρέκλα και ρούφαγε μερικές AMSTEL. Να κοιμηθεί, ούτε λόγος. Βόλταρε από το «Sandinista» στο «London Calling» μετ’ επιστροφής και από την καρέκλα στο ψυγείο, για ανεφοδιασμό. Οι δίσκοι έλιωναν κάτω από τη βελόνα –μόνο κατά το πρωί έπεσε λίγο το κεφάλι του ανάμεσα στους ώμους, αλλά τον ξύπνησε ο Strummer φτύνοντας για εκατοστή φορά το «Ring! ring! it’s 7:00 a.m.!/ Move yself to go again/ Cold water in the face/ Brings you back to this awful place». Κρίμα να μην παίζουν σήμερα οι Clash ρε πούστη μου.

Στη δουλειά πέρασε χοντρό εξευτελισμό. «Τριχοφάγο έπαθες ρε;», ο προοδευτικός, παπάρας αφεντικός. «Βάλε καμιά περούκα, σα βούρτσα έγινες», ο βλάχος προϊστάμενος. «Σταυράκη, ποιος σε έκανε έτσι χρυσό μου;» η γκόμενα του βλάχου. «Ααααα, ωχχχχχχ, ωραίος έγινες, σου πάει», η λογίστρια. Εντάξει, αυτή η τελευταία κατάπιε το σοκ της γρήγορα και του είπε μια καλή κουβέντα –αλλά δεν μέτραγε. Από τότε που ήρθε στη δουλειά του την έπεφτε στα ίσα η λογίστρια. Και με χαυλιόδοντες να εμφανιζόταν, όμορφο θα τον έβρισκε.

Σε άλλη περίπτωση δεν θα συγκρατούσε τα νεύρα του ο Σταύρος. Στην πρωτο-δεύτερη μαλακία θόλωνε και ορμούσε με κατεβασμένο το κεφάλι. Τρεις τον κρατούσαν τις προάλλες και αυτός συνέχιζε να κλωτσάει έναν ταλαίπωρο που χόρευε απρόσεκτα και του είχε χύσει το ποτό στη Rainbow. Αλλά σήμερα είχε δώσει χάρη στους κρετίνους. Λόγω της ημέρας Αντωνάκη μου. Σήμερα και αύριο τίποτα δεν ήταν ικανό να του χαλάσει τη διάθεση. «Ρε Σταύρο, δε σκύβεις να μου καθαρίσεις τ’ αρχίδια με το βουρτσάκι σου;» ‘Η σχεδόν τίποτα.

«96 δάκρυα»

Έπαιρνε να βραδιάζει και ο κόσμος είχε αποκλείσει την Βασιλέως Κωνσταντίνου. Το Καλλιμάρμαρο άναβε φώτα, ο Εθνικός Κήπος απέναντι, μετατρεπόταν σε λεωφόρο ταχείας κυκλοφορίας. Όλα δούλευαν για τη συναυλία. Οι διοργανωτές που τέσταραν τα ηχεία. Οι μπάτσοι που τέσταραν τα γκλοπς στις ασπίδες. Οι σεκιουριτάδες που τέσταραν τις αντοχές του κιγκλιδώματος. Και ο κόσμος που τέσταρε τις αντοχές του γενικώς. Είναι κάποιες φάσεις που ο αέρας μυρίζει αστραπές και μεταλλικές χορδές. Σε αυτές τις φάσεις, το στομάχι έχει σφίξει, έτοιμο να καταπιεί ένταση. Έτσι ήταν.

Ο Σταύρος είχε ιδρώσει από τον ποδαρόδρομο. Φόραγε και το γαμήδι το δερμάτινο, το σταυροκούμπωτο (ένας μήνας δουλειά σε οικοδομή). Ίδρωνε ακόμα κι από τα αυτιά, ποδαρόδρομος, στρίμωγμα και άγχος μη λιώσει η οδοντόκρεμα από το μαλλί. Για να στρώσεις το κοκκόρι βάζεις λεμόνι, αλλά ο Σταύρος δεν το γούσταρε. Του έφερνε αναγούλα, άσε που θα μύριζε σαν κοντοσούβλι. Τώρα θα μου πεις –η οδοντόκρεμα είναι καλύτερη; Να μυρίζεις σαν το χαμόγελο της Colgate; Τέλος πάντων, αυτή βρήκε, αυτή έβαλε –αυτή ξέρεις, αυτή εμπιστεύεσαι, που λέει κι ο μαλάκας ο λόγος. Είχε τιγκάρει και τα πέτα του σταυροκούμπωτου με κονκάρδες –no future, punks not dead, give them enough rope, Sid Vicious was innocent, όλα μαζί 20 δραχμές από το Μοναστηράκι.

Οι Εξαρχειώτες ατένιζαν το υπερπέραν, αραχτοί στα πεζοδρόμια –σύμφωνα με το σχέδιο δράσης. Χαιρέτησε μερικούς, ο Καβάντζας εξαφανισμένος, κονόμησε και κάτι χάπια για τα ζόρια, πίσω από τα παρτέρια γινόταν Ντικοβίξ πάρτυ, τράβηξε μισό μπουκάλι με τη μία, έτσι για το «χρόνια πολλά». Οι κάτοχοι εισιτηρίων έμπαιναν κατά κύματα. Οι μπάτσοι το έπαιζαν πολιτισμός –η Αθήνα ήταν η πρώτη Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης, όλα τα μάτια πάνω μας, κάτσε να φύγουν οι κάμερες και σου λέω εγώ. Πήγε μέχρι το Ζάπειο για να βρει ανοιχτό περίπτερο, προμηθεύτηκε τσιγάρα και νερό, ήπιε τα χάπια στα παγκάκια (ή το ανάποδο) και ξεκίνησε να ιδρώνει στην επιστροφή.

Από μέσα ακούγονταν τα πρώτα τραγούδια, έξω έμαθε πως οι Ταξιαρχίες τελικά την είχαν πάει για τσάγια, δεν θα έπαιζαν στη συναυλία δι’ άγνωστον αιτίαν κι αφορμή. Σπάστηκε κάπως, ήταν καραγκιοζάκος ο Τζιμάκος, αλλά γούσταρε να τους ακούσει. Έστω κι απ’ έξω. Να δονείται το Καλλιμάρμαρο «κι εγώ σ’ αγαπώ –γαμώ το Χριστό μου» και να ανατριχιάζει η Ηρώδου του Αττικού. Δε βαριέσαι, τις είχε ξαναδεί τις Ταξιαρχίες, δεν ήταν λόγος να χαλαστεί που δεν θα έπαιζαν. Πήγε να πηδήσει κάτι κάγκελα και ήρθε δόντια-χώμα με το παρτέρι. Σηκώθηκε βλαστημώντας και ψάχνοντας μην τον είδε κανένας περαστικός. Ευτυχώς όλοι κοίταζαν προς την είσοδο.

Το ντου είχε ξεκινήσει. Προφανώς οι Εξαρχειώτες δεν τα βρήκαν με τους σεκιουριτάδες, γιατί είχαν κάνει μια μπάλα από μαλλιά και τζιν, η οποία κατρακυλούσε προς τις μπάρες. Ο Σταύρος τσακίστηκε να εκμεταλλευτεί τον χαμό. Η πόλις εάλω ρε πούστηδες, πέρασε πετώντας τα κάγκελα, ένας μαλάκας με λευκό μπλουζάκι Rock in Athens, ξέχειλο από κοιλιά, μπήκε μπροστά του. «Που πα ρε κωλόπαιδο;» Δεν έκοψε ούτε εκατοστό, απλά έσκυβε αρκετά και τον κουτούλησε στη μύτη τον χοντρομαλάκα. Άκουγε φωνές πίσω του και μολότωφ να σκάνε –οι άλλοι θα την είχαν πέσει ήδη στις κλούβες, γύρισε λίγο το κεφάλι, η περιφρούρηση άνοιγε σαν βεντάλια και οι Εξαρχειώτες ποδοπατούσαν λευκά μπλουζάκια.

Ανακατεύτηκε με τον κόσμο που κουνιόταν κάτω από τη σκηνή. Άρχισε κιόλας να σπρώχνει για να φτάσει μπροστά. Τα φώτα γύριζαν, μπερδεύοντας την κατάσταση και πάνω στη σκηνή βαράγανε 300 συνθεσάιζερ μαζί. Μετά από 7 «κάντε άκρη» και 70 αγκωνιές έφτασε στην πρώτη σειρά. Βρε τους γαμημένους! Αυτοί πρέπει να ήταν οι Depeche Mode, τι παπάρηδες ήταν ρε, ο πληκτράς φορούσε φούστα! Αμέσως έπιασε το δούλεμα της πρώτης σειράς. «Παλικαράκι, ντεπιές είναι αυτό ή μονοκόμματο;» «Μην κουνιέσαι καλέ, φαίνεται το βρακάκι σου» και άλλα τιμαλφή.

Άρχισε να ανακατεύεται από το πολύ συνθεσάιζερ, κάτι φλώροι χόρευαν φλώρικα, οι μαλλιάδες έβριζαν και κορόιδευαν, μια κατάσταση λεωφορείο χωρίς αιρ κοντίσιον ήταν οι πρώτες σειρές. Μέχρι που την είδε.

Έχεις παίξει ποτέ πυγμαχία; Έστω ξύλο στο δρόμο, με κάποιον δυνατότερό σου όμως. Την ώρα που σου ντρεσάρει τη μπουνιά στο ηλιακό πλέγμα και βλέπεις τον «Γυάλινο κόσμο» μονόπρακτο; Αυτό. Όχι ότι ο Σταύρος είχε δει τον «Γυάλινο κόσμο». Ούτε το «Λεωφορείον ο πόθος», ούτε την «Αγριόγατα» και το μόνο που ήξερε από Τεννεσσύ ήταν πως έβγαζε μάπα ουίσκυ. Αλλά τα είδε όλα μπροστά του όσο την χάζευε. Γιατί ξαφνικά μπήκε ένας σκατόφλωρος με φράντζα και του έκοψε το οπτικό πεδίο. «Κάνε ρε πιο κει», έσπρωξε απεγνωσμένα –εντάξει, έπιασε πάλι επαφή, αλλά σώριασε και τον μαλάκα πάνω της. Μύλος η κατάσταση, φράντζες και φούστες έγιναν ομελέτα.

«Είσαι τόσο ηλίθιος;» του φώναξε η κοπέλα καθώς σηκωνόταν.

«Μόνο τώρα που σε είδα», ψιθύρισε ο χαμογελαστός ηλίθιος.

«Τι είπες;» τα συνθεσάιζερ ευτυχώς κάλυψαν επιμελώς την λεκτική πατάτα.

Πέρασε πολύ ώρα χαζεύοντας την. Όμορφη. Λάθος –πολύ όμορφη. Σβήστο, εντυπωσιακή. Από αυτές που βλέπεις και ξέρεις πως ούτε να σε φτύσουν. Γιατί τις αφήνουν να κυκλοφορούν ρε γαμώτο; Άντε τώρα να δει συναυλία. Άρχισε να χώνεται για να την πλησιάσει. Όχι ότι περίμενε και τίποτα –απλά δεν γινόταν διαφορετικά. Κέρδιζε βήμα το βήμα, αδιάφορος, στρώνοντας τους γιακάδες του σε στυλ σιωπηλός εραστής. Την ακουμπούσε πλέον αλλά αυτή κολλημένη με το θέαμα στη σκηνή. Δεξιά της τίποτα, αριστερά της κενό. Μόνο το συγκρότημα υπήρχε και τα συνθεσάιζερ που νιαούριζαν. Τους μίσησε τους καριόληδες τους Depeche Mode ο Σταύρος.

Ευτυχώς που έφυγαν και ήρθε ο Boy George με τους Culture Club. Τα ζαρζαβάτια άρχισαν να ίπτανται με το «hello Athens». Που στο διάολο τα κρύβανε οι φρίκουλες; Ο Σταύρος απέφυγε μια ντομάτα που συνοδευόταν από φιλικό αυγό, αλλά δεν γλίτωσε το καρότο. «Ποιος μαλάκας πετάει καρότα;» γύρισε να ζητήσει το λόγο. Τότε ήταν που άκουσε το γέλιο. Σαγρέ γέλιο, παιδικό. Γύρισε πάλι. Αυτή γελούσε. Ορκίστηκε να ταριχεύσει το επόμενο καρότο που θα του ερχόταν και να το προσκυνάει δις ημερησίως.

Κοιτάχτηκαν. Χαμογέλασαν. Μοιράστηκαν αμηχανία. Έφαγαν δυο γιαούρτια (με τους κεσέδες) στα μαλλιά και την πλάτη. Αδιαφόρησαν.

Πέρασαν την υπόλοιπη συναυλία του Boy χαζολογώντας.

«Πως σε λένε;»

«Δεν ακούω»

«Καλά, γάμα το»

«Πως σε λένε;»

«Σταύρο»

«Πως σε λένε;»

«Γάμα το μωρέ»

«Τι;»

Τέτοια ρομαντικά. Στο μεταξύ είχαν μετατραπεί σε κέικ λαχανικών που ζητούσε απεγνωσμένα αλεύρι.

Ξεκίνησαν οι Stranglers. Κόλαση. Καπνοί, κιθάρες, κρότοι, μαύρα ρούχα που αλώνιζαν τη σκηνή. Δυο νότες από συνθεσάιζερ για την εισαγωγή του κομματιού και όλοι μαζί να χοροπηδάνε. Κόντεψε να την χάσει στον πανικό. Ούτε που κατάλαβε πως οι καπνοί δεν έλεγαν να διαλυθούν και άρχιζε το τσούξιμο στη μύτη. Μαλακία του. Ένοιωσε τον κόσμο να ανατινάζεται προς όλες τις κατευθύνσεις αλλά ήταν αργά. Οι μπάτσοι έριχναν δακρυγόνα αβέρτα. Ένα πανικόβλητο κύμα τους παρέσυρε. Σηκωνόταν κι έπεφτε, θάλασσα λεβεντοπνίχτρα, έψαχνε ένα χέρι, έβρισκε παπούτσια και κεφάλια δίπλα –δίπλα. Το ρεύμα τον πήγαινε προς την έξοδο. Κοίταξε πίσω του για να φάει ένα κουτάκι αναψυκτικού στο δεξί φρύδι.

Οι Stranglers οργίαζαν στο «Peaches» κι αυτός έχανε κάθε επαφή.

Strolling along minding my own business – κάποιος τον κλωτσούσε
There goes a girl and a half –
φωνάζοντας «τρέξε μαλάκα»
She’s got me going up and down –
δεν μπορούσε να τη διακρίνει
Walking on the beaches looking at the peaches –
πουθενά,
Well I got the notion girl that –
τον είχαν σπρώξει μέχρι την έξοδο,
You got some sun tan lotion in that bottle of yours –
ήθελε να γυρίσει πίσω,
Spread it all over my peeling skin baby –
αδύνατο,
That feels real good –
στην έξοδο περίμεναν τα ΜΑΤ
All this skirt –
έδερναν ήδη τους πρώτους,
Lapping up the sun –
πίσω γινόταν της πουτάνας,
Lap me up –δακρυγόνα, ουρλιαχτά, έκτακτη ανάγκη,
(Why don’t you come on and) –
κάποιος σκόνταψε,
Lap me up –
κάποια έπεσε
Walking on the beaches looking at the peaches –
κλάματα,
There goes another one –«
γαμήστε τα μουνιά» φώναξε
Just lying down on the sand dunes –«
θα φτύσετε αίμα», απάντησαν
Better go and take a swim –
οι μπροστινοί μπάτσοι,
And see if I can cool down a little bit –
αρπάχτηκε στην ασπίδα,
‘Cos you and me woman –τον έσπρωξαν,
We got a lotta things on our minds –
από πίσω,
(You know what I mean) –
έφαγε μια στα μούτρα,
Walking on the beaches looking at the peaches –
πλαστικό γκλοπ,
Will you take a look over there? –
αίματα, τυφλός,
Where?-
κλώτσησε στα τυφλά,
There –
κάτι έσπασε,
Is she trying to get out of that clitoris –μάλλον αστράγαλο πέτυχε,
Liberation for women –
κάποιος βόγκηξε,
That’s what I preach –
έπεσε,
Preacher man –
όχι αυτός,
Walking on the beaches looking at the peaches –ο κάποιος έπεσε με θόρυβο,
Oh shit! There goes the charabang –
πέρασε πάνω του,
Looks like I’m gonna be stuck here the whole summer –
τυφλός ακόμα,
Well what a bummer –
έτρεξε μέσα στο δάσος,
I can think of a lot worse places to be –
από παλλόμενα γκλοπς,
Like down in the street –
γλίτωσε,
Or down in the sewer –
έτρεξε μαζί με τους άλλους
Or even on the end of a skewer –
ξεγλίστρησαν καταρρακτωδώς,
Down on the beaches looking at the peaches –«πάρτε ταρχίδια μας μαλάκες».

«Η ώρα του Αρμαγεδώνα»


Την επόμενη μέρα αποφάσισε να αγοράσει εισιτήριο. Κανονικά και με τον νόμο. Δεν υπήρχε περίπτωση να τη χάσει. Αξημέρωτα θα στηνόταν μπροστά στη σκηνή. Για εκείνη. Και για τους Clash βέβαια. Στη δουλειά δεν πήγε, ξόδεψε τη μέρα ανάμεσα σε ματζούνια για τη μούρη (με αμφίβολο αποτέλεσμα) και σε συγκομιδή πεταμένων δραχμών για την κάλυψη του ελλείμματος (με θετική κατάληξη). Κοιμήθηκε κιόλας. Στην αρχή όρθιος, δίπλα στην μπαλκονόπορτα, μετά πάνω στο τραπέζι, κατέληξε δίπλα στο κρεβάτι. Βρήκε κι ένα δεκάρικο. Όταν ξύπνησε, στήθηκε στην ουρά και αγόρασε εισιτήριο.

Οι ώρες πέρασαν σπρώχνοντας μέχρι να βρεθεί στο Καλλιμάρμαρο. Κύριος, στην ουρά για τον έλεγχο εισιτηρίων. Όσο περίμενε, έσκυψε να κοιταχτεί στον καθρέφτη ενός παπιού. Σαν τσουρέκι ήταν η φάτσα του. Είχε και το δεξί μάτι βουλωμένο. Τον Καβάντζα τον είχαν βουτήξει πάλι στις μαζικές προσαγωγές. Γενικά δηλαδή είχαν μαζέψει πολύ κόσμο. Ακόμα μια χαμένη μάχη για την πλατεία. Όποτε θέλουν σε αφήνουν να χορέψεις. Όποτε γουστάρουν σε μαντρώνουν. Και τα ρέστα, παγωτά.

Στριμώχτηκε πρώτη γραμμή και πέρασε δυο συγκροτήματα ψάχνοντάς την. Σβούρας, δεξιά, αριστερά, κέντρο και πάλι πίσω. Μοίρασε καρπαζιές σε κάποιους βλαμένους που αγανάκτησαν με το σουλατσάρισμά του, χύθηκε και μια μπύρα στην πλάτη του, τι να πεις –παίρνεις το μπουφάν, σκας –δεν το παίρνεις, κολλάς από τη χυμένη μπύρα. Πουθενά δεν την έβρισκε. Βγήκε η Nina Hagen. Τη χάζευε με μισό μάτι. Το άλλο ενάμιση έψαχνε. Τρελλιάρα η Nina. Χοροπήδαγε σαν παλαβή, τσίριζε για τον Herman Brood, σιγά μην την άκουγε –καλός γκόμενος, αλλά τελειωμένο πρεζάκι, βαρέθηκε η γυναίκα, ίδρωσε, χώθηκε πίσω από τα ηχεία για ν’ αλλάξει. Ακριβώς πάνω του ήταν. Ένας κωλόγερος την είχε βγάλει και την έπαιζε, κοιτάζοντάς την. Ακριβώς δίπλα του. Σιχάθηκε. Του κοπάνησε μια σφαλιάρα και άλλαξε μεριά.

Βγήκαν οι Cure. Γαμάτοι οι Cure. Με τους καπνούς τους, με τα λέιζέρ τους, με τα ντεθιάρικα τα μπάσα τους. Εντελώς μαλάκες οι Cure. Παίζανε ακίνητοι λες και είχαν καταπιεί ομπρέλες. Κουνηθείτε λίγο ρε –θα σκεβρώσετε. Κι αυτός ο Smith -600 κιλά αηδία. Αλλά γαμούσαν οι Cure. Κομματάρες. Εκεί κατά τη μέση ο κιθαρίστας άρχισε να κόβει βόλτες. Και δώστου καπνοί. Και βάλε έκο. Και να τα λέιζερ. Ρε τους μαλάκες τους Cure.

Διάλειμμα, αναμονή. Είχε κουραστεί να την ψάχνει. Φούντωνε κιόλας, έκανε ζέστη του σκοτωμού μέσα στο στρίμωγμα. Άναψε τσιγάρο και κοίταξε τ’ αστέρια. Έφαγε κατάμουτρα μια τσάντα με μεταλλικές αγκράφες. Βγήκαν οι Clash. Τσαμπουκαλεύτηκε, έτοιμος να ισοπεδώσει τον ηλίθιο με την τσάντα. Το άφησε γι’ αργότερα. «This is a public service announcement –WITH GUITARS», ούρλιαξε ο Strummer. Χάθηκε κάθε έλεος. Ο κόσμος στον αέρα. Οι Clash πιο ψηλά. Ιπτάμενοι. Ο Jones να κόβει βόλτες τζαμάρωντας. Ο Strummer να χορεύει pogo. Ξεκίνησε το pogo.

Έδεσε τα χέρια πίσω από την πλάτη. Πήρε φόρα, τινάχτηκε στον αέρα κι αυτός. Όπως όλοι δηλαδή. Ο κόσμος έσκαγε κύματα στη σκηνή. Η σκηνή πέταγε κοφτά riffs στον κόσμο. Της πουτάνας γινόταν. Η καλύτερη συναυλία που θα δει ποτέ. Το καταλάβαινε ο Σταύρος. Κι ο Θεός ο ίδιος να κατέβαινε για συναυλία, τέτοιο πράγμα δεν ξαναγινόταν. Τα παιδιά είχαν αφηνιάσει. Κλωτσούσαν τον αέρα, τίναζαν τα κεφάλια, συναντιόντουσαν ψηλά με τους ώμους και σωριάζονταν ανελέητα. Κανένας δεν είχε όρεξη για παρεξήγηση. Έφαγε ένα βυζί στο μάτι. Εντάξει, αυτό δεν ήταν και τόσο κακό.

Τους διέλυσαν οι Clash. Και τα διέλυσαν όλα. Η σκηνή είχε μετατραπεί σε σεισμόπληκτο. Δυο φορές ξαναβγήκαν οι μπαγάσες. Κι άλλη θα έβγαιναν αλλά ο κόσμος δεν είχε αντοχές. Αφού στο τέλος πετούσαν μπουκάλια με νερό από τη σκηνή. Θερμοπληξία ante portas. Αποκαμωμένα άτομα έσερναν διστακτικά βήματα αποχώρησης. Κανένας δεν πίστευε ότι τέλειωσε. Αμίλητοι, άψυχοι αποχωρούσαν. Κατά το μεγαλύτερο μέρος. Γιατί είχαν παρατήσει μια τσαλαπατημένη παιδικότητα, δίπλα σε άδεια πακέτα τσιγάρων, πλάι σε πλαστικά μπουκάλια νερού. Ομοίως τσαλαπατημένα.

Ο Σταύρος έμεινε. Δε γούσταρε τον συνωστισμό της μαζικής εξόδου, είχε και μια ελπίδα πως εκείνη θα τον περίμενε. Κέντρο της σκηνής και προς τα δεξιά. Δε γινόταν, δεν μπορούσε να μην είναι εκεί. Είχε δίκιο –εκεί ήταν. Πόσο μαλάκας θα πρέπει να ήσουν για να μην την πάρεις είδηση! Πρώτα είδε μια τσάντα, γεμάτη κονκάρδες και ακολούθησε αυτή. Μόνο που είχε προέκταση από δεξιά. Ένα χέρι πάνω στους ώμους της που συνεχιζόταν αποτρεπτικά μέχρι το σώμα κάποιου. Ποιος είναι αυτός ο κάποιος; Και γιατί είναι τόσο μαλάκας; Μα προφανώς γιατί χερουκώνει εκείνη. Και δευτερευόντως γιατί είναι μαλάκας από μόνος του. Με το σακάκι ανοιχτό και το μπλουζάκι White Riot (no more). Μέσα στη μόδα ο μαλάκας. Με γκρίζους κροτάφους και θεληματικό πηγούνι. Με διανοουμενίστικο ύφος και γυαλιά John Lennon. Με τζην 501 και Converse. Άνετος. Ψύχραιμος. Φιλικός. Ένα αρχίδι και μισό.

Ο Σταύρος τους είδε να πηγαίνουν προς την έξοδο. Τους άφησε να κάνουν 10 μέτρα και μετά έφυγε με όση φόρα διέθετε πρόχειρη. Πέρασε ανάμεσά τους σαν τον «Άσπρο Σίφουνα ΑΖΑΧ», τους ανατίναξε, αυτή έψαχνε την τσάντα της, ο άλλος έχασε τα γυαλιά του. Ήταν και στραβούλιακας ο φλώρος –αυτό που το πας;

Άκουσε τη φωνή της να αγανακτεί, «κοίτα το μαλακισμένο», άκουσε και την απάντησή του να αποκλιμακώνει την ένταση, «άστον μωρό μου, δεν υπάρχει λόγος να χαλαστούμε». Έκανε να γυρίσει πίσω –είχε μια όρεξη να του κάνει τα μούτρα κρέας. Το μετάνιωσε. Μπορεί εκείνη να τον θυμόταν. Και στην τελική που θα κατέληγε; Κάποια μέρα θα βαριόταν τον ψόφιο. Δεν μπορεί –μια δεύτερη ευκαιρία μαζί της θα την είχε. Κάπου, κάπως, κάποτε. Είδε μια ζόρικη γκομενίτσα, με δικτυωτό μπλουζάκι σε στυλ Siouxsie μπροστά και αριστερά του. Άνοιξε το βήμα του για να τη φτάσει.

«Γεια».

«Γειά σου».

«Με λένε Σταύρο».

«Και ποιος σε ρώτησε;»

Καργιόλες.

Αντίο Λιλιπούπολη

Στο προηγούμενο post μου απέδειξα, δια της διαλεκτικής, ότι είμαι μαλάκας. Απλά μου έλειπε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας -για να γίνω μαλάκας με πατέντα. Από σήμερα, με την ευγενική χορηγία του blogs.gr το απέκτησα κι αυτό.

Είμαι πλέον στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσω πως κατέχω την αξιοζήλευτη θέση του ανθρώπου που υποστηρίζει την επιστροφή στο χάος. Ο J. Rotten θα ήταν περήφανος για μένα. Ο Ed Wood θα έκανε ταινία τη βιογραφία μου. Ο DCD θα σκουπίσει κρυφά ένα δάκρυ που κυλά στο μάτι του (από τα γέλια). Ο sourfou θα μου αφιερώσει αποκλειστικά ένα φάσκελο με 5 εσταυρωμένους αντί για δάχτυλα (αν βρει πουθενά τέτοια εικόνα).

Να συνοψίσω την ιστορία για να καταλάβεις το μεγαλείο της μαλακίας μου.

Ένα ωραίο πρωί (απόγευμα ήταν) έμαθα οτι αναβαθμίζομαι σαν blogs.gr. Σπάστηκα -δεν είναι η πρώτη φορά που το λέω. Γιατί κάποιοι αποφάσισαν να κάνουν κάτι χωρίς να ρωτήσουν όλους αυτούς που είχαν ενεργές σελίδες αν μπορούν-θέλουν-προλαβαίνουν να κάνουν τη χειροκίνητη μεταφορά των posts τους. Όταν σου παρέχεται φιλοξενία από κάποιον provider πρέπει να σέβεσαι τους όρους του, να χορεύεις στις διαφημίσεις του και όλα τα σχετικά -η μόνη υποχρέωση του provider είναι να εξασφαλίζει το υλικό σου. Η εντολή «κουβάλα τα γιατί μετά από 6 μήνες θα τα χάσεις» δεν θυμίζει εξασφάλιση. Σπάστηκα λοιπόν, αλλά έκανα υπομονή Αντωνάκη μου -λόγω της ημέρας. Ξέρεις τώρα, η ζέστη, τα λόγια του παπά…

Πάνω στην αναβάθμιση διαλύθηκε ο σύμπαντας κόσμος. Η σελίδα δεν δούλευε, το καζανάκι έτρεχε, η μπαλαρίνα δεν χόρευε και όλα τα σχετικά. Έμεινα μαλάκας, αλλά σε πρώτο στάδιο ακόμα, να φορτώνω κάθε λίγο ένα μήνυμα λάθους. Και φυσικά, χωρίς ενημέρωση. Μέχρι που τους το έγραψα. Τι θα γίνει ρε παιδιά; Στείλτε κάτι, να ξέρουμε κι εμείς. Έστω, στείλτε ένα κουτί πάστες. Λόγω της ημέρας.

Και έστειλαν. Ένα μήνυμα που έλεγε πως μέχρι το απόγευμα θα δουλεύει η σελίδα (εντάξει, είχαν δίκιο -απόγευμα ήταν, αλλά μετά από μια βδομάδα). Σηκώνεται, που λες η σελίδα, πάω να μπω και βλέπω οτι δεν δουλεύει τίποτα. Μας στέλνουν και δεύτερο μήνυμα που λέει σηκωθήκαμε, αλλά δεν έχουμε πιει καφέ ακόμα -μην ποστάρετε γιατί μπορεί να χάσετε τα κείμενά σας, θα σας ειδοποιήσουμε εμείς για το πότε θα είναι όλα εντάξει. Ναι.

Ειδοποίηση δεν έβλεπα, πήγα λοιπόν κι εγώ να δοκιμάσω αν δουλεύει η σελίδα. Κάνω ένα δοκιμαστικό ποστ, για την απώλεια του οποίου δεν θα πληγωνόμουν. Και παίρνω μια απάντηση του στυλ: αφού είπαμε να μην ποστάρετε -σάλτα σβήστο τώρα γιατί θα αναγκαστούμε να σου σβήσουμε όλο το blog και δεν είναι σωστό. Χέστηκα πάνω μου και με πολλές δυσκολίες το έσβησα. Και διαπίστωσα πως για την αργοπορία λειτουργίας της σελίδας ήμουν υπεύθυνος εγώ, μαζί με μερικούς άλλους, που ανεβάζαμε ποστ στο δοκιμαστικό στάδιο και τους καθυστερούσαμε. Σκέφτηκα, αφού δεν θέλουν να πειράζουμε τη σελίδα γιατί δεν την κλειδώνουν; Αλλά δε μίλησα. Έτσι πέρασα στο δεύτερο στάδιο του μαλάκα.

Μια μέρα-μεσημέρι η σελίδα άρχισε να δείχνει πως λειτουργεί κανονικά. Σάλπισα προσκλητήριο. Πάω πίσω κι όποιος θέλει οπίσω μου ελθεί. Τρίτο στάδιο στην μαλακο-κλίμακα και δίπλωμα ευρεσιτεχνείας. Γιατί η σελίδα είναι και πάλι σκατά, τίτλοι ποστ και errors σε αγαστή συνεργασία. Άσε που είδα πολύ κόσμο να ψάχνει τα παλιά του ποστ και να μην τα βρίσκει.

Γι’ αυτό το τελευταίο έχω να πω οτι τα ποστ είναι πνευματική εργασία με copyright. Μέχρι δικαστικά μπορείς να κινηθείς αν κάποιος σου τα χάσει-καταστρέψει-εξαφανίσει. Εφόσον βέβαια τηρείς τους όρους που θέτει ο provider. Τους οποίους νομίζω πως τηρούμε ευλαβικά.

Εντάξει λοιπόν, βαρέθηκα. Με το blogs.gr δεν υπάρχει προοπτική, δεν υπάρχει εξασφάλιση του μίνιμουμ (να έχουμε ένα ενεργό blog). Δεν υπάρχει σεβασμός απέναντι στα μέλη. Σήμερα διάβασα πως για την καθυστέρηση φταίνε πάλι κάποιοι «έξυπνοι» (έτσι του λέει ο administrator) που πήγαν να αλλάξουν τον κώδικα. Τι λέτε ρε γίγαντες; Τεράστιοι, ευεργέτες της ανθρωπότητας, μάστορες της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών! Δηλαδή έχετε κάνει τη σελίδα πουτάνα και φταίμε εμείς; Γιατί δεν την κλειδώνετε; Τι είμαστε -παιδάκια που πρέπει να τα μαλώνετε για να μην σπάσουν κανένα βάζο;

Με πολύ χαρά λοιπόν ανακοινώνω πως έχω ήδη εκτυπώσει το προηγούμενο ποστ μου, το έχω κάνει ρολό και το έχω βάλει στον κώλο μου (χωρίς βαζελίνη).

Με πολύ λύπη διαπιστώνω πως αν δεν κάνουμε κάτι μεταξύ μας θα μείνουμε εδώ, στο blogspot και θα λέμε για τις παλιές, καλές εποχές που κάναμε παρέα.

Αυτά … και τα ρέστα παγωτά.

Τέρμα η αυτοκριτική -είμαι ένας μαλάκας

Έτσι ακριβώς όπως το έθετε και ο Altan. Είμαι κάτι μεταξύ μαλάκα και παπάρα. Το τελευταίο υποστηρίζεται εμπεριστατωμένα από τον DCD, κάτι θα ξέρει αυτός για να το λέει.

Και επειδή είμαι μαλάκας θα πάω πίσω στο blog.gr. Αλλά θα σώζω τα κείμενα και εδώ μέσα. Είπαμε -είμαι μαλάκας, αλλά όχι τόσο μαλάκας. Διπλή δουλειά πάει να πει μέχρι να δούμε τι θα γίνει, ή μέχρι να κουνήσουμε τους κώλους μας και να κάνουμε κάτι δικό μας.

Τώρα που το σκέφτομαι, το «εδώ πέρα» είναι καλό. Για αποθήκη. Το «από εκεί» είναι χάλια. Μπάζει από παντού. Είναι βαρύ λέει ο Godot. Θα μου πεις κι εγώ βαρύς είμαι. Βαρύς γλυκός. Με πολλές φουσκάλες. Στις παλάμες. Από τη μαλακία προφανώς.

Αλλά το «από εκεί» έχει κεντρική σελίδα. Και θα ξαναβρώ τους φίλους μου (τα ζώα). Εντάξει τους είχα κι εδώ, σχεδόν όλους, αλλά δεν ήταν το ίδιο. Ούτε «από εκεί» θα είναι το ίδιο πιά.

Δε γαμιέται; Γαμιέται -αλλά όχι μαζί μου. Και όταν το κάνει δεν το ευχαριστιέμαι. Για τα blogs μιλάω έτσι;

Τι θέλω να πω; Δεν ξέρω, αλλά ότι και να είναι θα το πω «από εκεί».

Στο ρημάδι το http://motorcycleboy.blogs.gr

Άντε γεια. Και δε χάρηκα. Μα καθόλου δε χάρηκα.

Δεν αγανάκτησες ακόμα;

Είμαι πρόσφυγας. Ποιός; Εγώ που έλεγα ανέκδοτα με τους Πόντιους και ειρωνευόμουν τις χαμένες πατρίδες. Τώρα κατάντησα να τρέχω δεξιά κι αριστερά, ψάχνοντας site να στήσω το blog μου.

Όλα ξεκίνησαν λόγω αντιπαροχής. Μας είπαν στο blogs.gr «θα γκρεμίσουμε τις σελίδες σας και θα σας χτίσουμε κάτι υπερ λουξ διαμερισματάρες να γλύφετε τα μάτια σας». Κάποιοι διαφωνούσαμε, αλλά δεν μας ρώτησαν οι μπουλντόζες.

Οι εργολάβοι, ως συνήθως, καθυστέρησαν. Και οι ξεσπιτωμένοι καταλήξαμε σε νοικιασμένα -εδώ δηλαδή απ’ όπου σας μιλάω κυρία Στάη μου. Χάλια τα νοικιασμένα. Δεν έχουν αυλή, να βγαίνουμε να στήνουμε πλαστικά τραπέζια, να πίνουμε το κρασάκι μας. Μας έφαγε η μεγαλούπολη. Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, αναγκασμένοι να χτυπάμε τα κουδούνια των φίλων μας. Κι αν ήταν μέσα. Κι αν είχαν τίποτα να μας κεράσουν. Αλλιώς -στη γύρα.

Να το εξηγήσω χωρίς λυρισμούς και σαντούρια -βαρέθηκα. Και σιχτιρίστηκα. Βάλε μέσα το γενικότερο ξενέρωμα που υποβόσκει, για να καταλάβεις την κλινική εικόνα, γιατρέ μου.

Και στην τελική -δεν είναι για την παρέα. Εμείς βρεθήκαμε -εντάξει, με μικρές απώλειες, αλλά ευτυχώς έχουμε επαφή εκτός δικτύου και δεν χανόμαστε. Αυτό που χάνεται όμως είναι το πνεύμα της παρέας. Τι είμασταν εμείς; Κάτι ψωνισμένοι που ανοίγαμε κάθε πρωί το blogs.gr και βλέπαμε τα posts των φίλων. Τα οποία βανδαλίζαμε με πολύ προθυμία και άσχετα σχόλια. Τώρα αυτό χάθηκε και δεν ξέρω αν θα λειτουργήσει ξανά.
Άσε που γνωρίζαμε καινούργιους. Ερχόταν ο άλλος στο «σαλονάκι», του εύχονταν μερικοί «καλωσόρισες, κάτσε, είναι καλά εδώ» και μετά άρχιζε η κατολίσθηση. Τεκμηριωμένα σχόλια ανακατεμένα με απόψεις περί του καιρού (του κακού μας) και ραντεβού για ούζα. Έτσι μας άρεσε.

Τώρα ο καθένας φτιάχνει τη σελιδούλα του, βάζει φόντα με φούντες -αλλά για να διαβάσεις post πρέπει να σε πάρουν τηλέφωνο. «Έλα ρε μαλάκα, το είδες το καινούργιο που ανέβασα; Όχι; Δεσκαιπες».

Επειδή λοιπόν δε γουστάρω, δεν καλύπτομαι και δεν περνάω καλά, είπα να προτείνω κάτι που κουβεντιάζαμε στα παραπάνω ραντεβού για ούζα, αλλά ξεχνιόταν μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου. Ρε μήπως να κάναμε τη δουλειά μόνοι μας; Μήπως να ανοίγαμε δικό μας site για τα blogs μας;

Τεχνικός δεν είμαι -αλλά πόσο θα μας στοίχιζε η όλη διαδικασία; Μήπως ξέρει κανείς; Υποπτεύομαι πως δεν είναι μεγάλο το ποσόν, αν μοιραστεί. Ειδικούς σε δίκτυα έχουμε στην παρέα και πρόθυμους να βοηθήσουν. Γραφίστες έχουμε. Καλλιτέχνες έχουμε (τον DCD -παίζει κλειδοκύμβαλο και τσέλο, ταυτοχρόνως). Τι μας λείπει; Μήπως μας λείπει μόνο η απόφαση;

Αυτό που έχω να πω είναι οτι όσο στηριζόμαστε σε άλλους θα βρισκόμαστε ξεκρέμαστοι, ανασφαλείς ή ανικανοποίητοι. Μήπως θα ήταν καλύτερα να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας; Πριν βαρεθούμε και καταντήσουμε σνομπ bloggers που ασχολούνται με χτυπήματα στη σελίδα τους και με καμάκι σε εκδοτικούς οίκους.

«Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα»